Από τη Ντίμη Θεοδωράκη

Ο γνωστός θεατρικός συγγραφέας, Βασίλης Κατσικονούρης, ανάμεσα στις ιδιότητες του εκπαιδευτικού, σκηνοθέτη και συγγραφέα έχει βρει την χρυσή τομή. Αυτό τον καιρό σκηνοθετεί και παρουσιάζει επί σκηνής με την ομάδα από το σχολείο, στο οποίο διδάσκει Αγγλικά, την παράσταση  «ΞΑΝΑλέγοντας τις ιστορίες», έχει εκδόσει από τις εκδόσεις Καστανιώτη τη δεύτερη συλλογή διηγημάτων του με τίτλο «Καρό Παιδιά, Ριγέ Πατεράδες» και μόλις ολοκλήρωσε και το νέο θεατρικό του έργο. Για όλα αυτά και πολλά περισσότερα και ενδιαφέροντα μίλησε στο FermouArt.gr.

Κύριε Κατσικονούρη, η ομάδα σας «Εφήλικον» με την παράσταση «ΞΑΝΑλέγοντας τις ιστορίες», που έχετε σκηνοθετήσει, προσκλήθηκε να συμμετάσχει στο «The Art Project», με δύο ακόμα παραστάσεις, στο θέατρο Άλμα, 10 κ 17 Φλεβάρη 2019. Μιλήστε μας γι΄αυτή τη δουλειά, σας δυσκόλεψε στην πράξη; Το αποτέλεσμα πόσο σας ικανοποίησε;

Το εγχείρημα ξεκίνησε πριν από τέσσερα χρόνια, όταν πήγα ως καθηγητής Αγγλικών στο 1ο Γυμνάσιο Ζωγράφου. Τα παιδιά στο σχολείο έχουν καταλάβει ότι κάτι κάνω με το θέατρο κι έρχονται από μόνα τους και μου λένε να φτιάξουμε κάτι και δεν μπορώ να τους αρνηθώ. Κάναμε την παράσταση στο προαύλιο στο τέλος της χρονιάς με τίτλο «School Stories», ιστορίες από τη σχολική ζωή, την οποία μεγάλωσα λίγο, ώστε να είναι και ιστορίες των παιδιών αλλά να μου φέρουν ιστορίες τους και οι καθηγητές και οι γονείς τους. Αφού τις έφεραν, τους είπα, δεν καθόσαστε να τις πείτε και οι ίδιοι στην παράσταση; Κι έτσι κι έγινε και ήταν η βάση του να δημιουργηθεί η ομάδα της σχολικής κοινότητας, μια έννοια – η σχολική κοινότητα, που έχει ατονίσει στο ελληνικό σχολείο, έως σημείου εξάλειψης, είναι ένα γράμμα κενό. Πιστεύω ότι οι καλλιτεχνικές δραστηριότητες δεν είναι η ουρά του τέλους της σχολικής χρονιάς ή το κερασάκι στην τούρτα. Η παιδεία, αν δεν έχει αισθητική, δεν είναι παιδεία. Τι μαθαίνανε τα παιδιά στην αρχαία Αθήνα; Μουσική, λογοτεχνία (Ιλιάδα, Οδύσσεια), ενώ στη σύγχρονη παιδεία υπάρχει σαν ένα φρουί γλασέ που το βάζουμε για να πούμε ότι έχουμε και αυτό.

Η παράσταση ήταν διαφορετική από τις συνηθισμένες σχολικές, είχε μεγάλη επιτυχία, γιατί συνήθως είναι κάτι ξεπέτες για να πουν ότι τα κάναμε και για να εκφωνήσει ένα δεκάρικο λόγο ο διευθυντής και να καμαρώνει από κάτω η μαμά το βλαστάρι της. Την επόμενη χρονιά κάναμε μια παράσταση, όπου όλοι οι διάλογοι ήταν με στίχους από ποιήματα του Οδυσσέα Ελύτη και λεγόταν «Το χωριό των ποιητών». Πολλά παιδιά μέσα από αυτή τη δράση ανακάλυψαν την ποίηση. Μετά κάναμε με τη σχολική κοινότητα και μια ταινία εικοσιπέντε λεπτών, το 2017, που βραβεύτηκε, και βασίστηκε πάνω σ’ ένα διήγημά μου με τίτλο «Η Εκδρομή», που υπάρχει στο νέο μου βιβλίο «Καρό Παιδιά, Ριγέ Πατεράδες». Την παρουσιάσαμε στο Ανοιχτό Δημοτικό Θέατρο Ζωγράφου και την πλαισιώσαμε με τραγούδια και την κάναμε και λίγο μιούζικαλ.

Ετοιμάζετε τους νέους ηθοποιούς με αυτό τον τρόπο.

Καμιά φορά σκέφτομαι ότι έχω βγάλει πολύ περισσότερους μαθητές που έγιναν ηθοποιοί, παρά μαθητές που πήραν lower. Δεν θέλω να βγάζω ηθοποιούς από το σχολείο, θέλω πολύ απλά όμορφα κι ευγενικά να τους δίνω μια κλωτσιά στο κεφάλι εννοώντας να παίρνουν ερεθίσματα. Είναι σε μια ηλικία που ψάχνουν ασυνείδητα να διαμορφώσουν μια προσωπικότητα. Γι’ αυτό βλέπεις να κολλάνε σε ετοιματζίδικα στυλ προσωπικότητας που τους πλασάρονται. Κάνοντας λοιπόν τέτοιες δράσεις παίρνουν και κάποια άλλα ερεθίσματα, ώστε να εμπνέονται. Το 2018, από τρία διηγήματα του «Η Ρωγμή των 7:45″  και τρία του τελευταίου μου βιβλίου «Καρό Παιδιά, Ριγέ Πατεράδες» που δεν είχαν ακόμη εκδοθεί, κάναμε ένα πρόγραμμα δραματοποιημένης αφήγησης για να βάλουμε τα παιδιά στο πνεύμα της αφήγησης μαζί με τη συνάδελφο, Ιουλία Καρύδη, κατά τη διάρκεια όλης της σχολικής χρονιάς. Πολύ ωραίο, αν σκεφτείς ότι τα παιδιά το πρώτο πράγμα που συνήθως σκέφτονται είναι πότε θα σχολάσουν, ενώ τα παιδιά που συμμετείχαν σ’ αυτό, δεν ήθελαν να φύγουν από το σχολείο! Αυτό λοιπόν έγινε παράσταση, μαζί με μια ιστορία ενός γονιού, της Ελένης Γιαννάκη,  που είναι και πολύ ωραία. Σκηνικά έφτιαξαν οι γονείς, μέχρι και υπεύθυνοι επικοινωνίας έγιναν! Την παράσταση την κάναμε σαν μια γιορτή της γειτονιάς, όπως και τις άλλες μας δουλειές τα προηγούμενα χρόνια.

Ο υπεύθυνος του θεάτρου Σταθμός, Μάνος Καρατζογιάννης, είχε δει την προηγούμενη παράσταση με τον Ελύτη,  και  του άρεσε πολύ αυτή η ιδέα να φέρουμε αυτή τη νέα μας παράσταση «ΞΑΝΑλέγοντας τις ιστορίες» στο θέατρο Σταθμός. Παίζουν τέσσερις ενήλικες και δέκα έφηβοι, γι’ αυτό και το όνομα Εφήλικον, που ταιριάζει με την εφηβεία και το ενήλικον. Εύχομαι να κρατήσει αυτή η ομάδα κι αν συνεχίσει για πολλά χρόνια της αλλάζουμε και όνομα και το κάνουμε Υπερήλικων!

Πήγε πολύ καλά η παράσταση στο θέατρο Σταθμός και δεν το λέω όπως τύπου ατάκες ότι «κάνουμε πολύ καλό καμαρίνι και αυτό βγαίνει και επί σκηνής»… Αν έρθετε να δείτε την παράσταση στο θέατρο Άλμα, θα καταλάβετε τι εννοώ, η επικοινωνία και η συγκίνηση είναι κάτι τόσο καθαρό, κάτι ανεπανάληπτο. Τα παιδιά έχουν μια φοβερή αφασία, τους αρέσει τρελά, είναι μαγεμένα, δεν έχουν καθόλου άγχος.

 

Καθηγητής, συγγραφέας και σκηνοθέτης. Η τελευταία σας ιδιότητα είναι μια πρόσφατη αγάπη που συναγωνίζεται τις παλιές;

Είναι προέκταση όλων αυτών η σκηνοθεσία, δεν είναι κάτι που θα ήθελα να κάνω σε μόνιμη βάση. Όταν ένα έργο μου είναι καινούριο, έχω την ανάγκη της ματιάς κάποιου τρίτου. Αλλά κάποια άλλα έργα μου, που έχουν ήδη παιχτεί – όπως το «Καγκουρό» που σκηνοθέτησα, μετά την πραγματικά σπουδαία σκηνοθεσία του Δημήτρη Μυλωνά στο Εθνικό – αισθάνομαι μια ανάγκη να τα πιάσω από την αρχή για μια άλλη παρουσίαση. Θα ήθελα επίσης να σκηνοθετήσω και «Το Γάλα» και το «Καλιφόρνια Ντρίμιν». Όταν κάνεις θεατρική γραφή, αποκτάς ένα έντονο αίσθημα της δραματουργίας, που την κάνεις σε άλλη πλέον επιφάνεια εργασίας, όχι πια πάνω στο τραπέζι, αλλά πάνω στο πατάρι της σκηνής.

 

Ποια ήταν η αρχή της καριέρας σας και η στιγμή που αποφασίσατε ν’ ασχοληθείτε πιο επαγγελματικά με τη συγγραφή;

Ακόμα δεν έχω αποφασίσει, αν είμαι επαγγελματίας συγγραφέας. Ξεκίνησαν όλα από το πρώτο έργο που έγραψα θεατρικό που ήταν πολύ φλύαρο και η παράσταση δεν πήγε καθόλου καλά. και αναρωτιόμουν τι νόημα έχει όλο αυτό να γίνει. Έπαθα ένα υπαρξιακό. Εκεί απάνω είδα την προκήρυξη του ιδρύματος Ωνάση το 2001 για τον διαγωνισμό θεατρικού έργου σε παγκόσμιο επίπεδο, όπου προϋπόθεση είχε οι συγγραφείς που θα συμμετέχουν να έχουν ένα έργο, που ήδη είχε παιχτεί στη σκηνή. Από αυτό το ναυάγιο της πρώτης παράστασης πήρα δυο-τρία προγράμματα, τα έβαλα σ’ ένα φάκελο μαζί μ’ ένα βιογραφικό μου δύο σειρών κι έτσι έγινε τυπικά δεκτό το έργο μου με τίτλο «Εντελώς αναξιοπρεπές», το οποίο τελικά μέσα από οκτακόσια τόσα έργα βραβεύτηκε και πήρα και 25.000 δολάρια! Από εκεί λοιπόν που ήμουν στον πάτο κι ήμουν έτοιμος να τα παρατήσω, τελικά να που βγήκε κάτι άλλο κι εδραιώθηκε μέσα μου η απόφαση να ασχοληθώ με τη θεατρική γραφή πιο εντατικά.

Από μικρός, μου το είχαν πει ή το είχα δει κάπου γραμμένο δεν ξέρω, είχα την αίσθηση ότι οφείλω να γράφω, κάτι σαν μια οδηγία. Και σαν φυσιολογικός άνθρωπος που θέλει ν’ αποφύγει τη μοίρα του, το απέφευγα. Έτσι άρχισα να γράφω λίγο, αλλά βαριόμουν τις περιγραφές. Το διήγημα το παράτησα λοιπόν, αλλά όταν ανακάλυψα το θεατρικό λόγο, που μπορείς να πεις πράγματα με δυο ατάκες ή με μια σιωπή, κατάλαβα, ότι έχω βρει ένα εργαλείο που ν’ ανταποκρίνεται σ’ αυτή την εσωτερική επιταγή που είχα μέσα μου και αργότερα άρχισα να διαβάζω θεατρικούς συγγραφείς και να πηγαίνω πιο συχνά στο θέατρο. Για μένα μέσα από τη θεατρική γραφή κόβεις δρόμο και μπορείς να έχεις άμεσα, απτά αποτελέσματα όσον αφορά στην επικοινωνία με τον κόσμο.

Έχετε σαφή προτίμηση στη θεατρική γραφή σε σχέση με την λογοτεχνία;

Η θεατρική γραφή, επειδή είναι πολύ δύσκολος τρόπος γραφής, κατά κάποιο τρόπο με βοηθάει να βρίσκω πιο εύκολα το κέντρο βάρος αυτού που θέλω να πω. Έχω σαφή προτίμηση στη θεατρική γραφή, η πεζογραφία είναι το ξέδομά μου. Τα θεατρικά πρόσωπα πρέπει ο συγγραφέας να τ’ αφήνει ν’ αναπνέουν, να τους δίνει κάποιες καταστάσεις για ν’ αναπτυχθεί ο ψυχισμός τους και όταν αδικούν, να φαίνεται παράλληλα και το δίκιο τους, ο ίδιος ως δημιουργός δεν πρέπει να φαίνεται. Σαν, όπως εμείς τώρα καθόμαστε, εγώ να καταγράφω τι λένε από τα διπλανά τραπέζια, αυτό είναι η θεατρική γραφή, ενώ πεζογραφία είναι για μένα το ότι μιλάμε τώρα, είναι το θέλω να μιλήσω κι εγώ λίγο τώρα. Γι’ αυτό το έχω ρίξει στα διηγήματα τελευταία, για να πω κι εγώ καμιά κουβέντα, βρε αδερφέ! Στο βιβλίο μου, ακόμα και όταν οι ιστορίες είναι στο τρίτο πρόσωπο, υπάρχει μια απεύθυνση, αισθάνομαι σαν να έχω απέναντί μου τον αναγνώστη και να του τα λέω.

Ο ένας τρόπος γραφής οδηγεί στον άλλο ή αλληλοσυμπληρώνονται;

Η θεατρική γραφή με οδηγεί στην πεζογραφία. Το ανάποδο πιστεύω ότι δεν βοηθάει, μπορεί να δημιουργήσει πρόβλημα και να χαθείς μέσα σε αναλύσεις και σχόλια.

Πότε ξέρει ο συγγραφέας ότι έχει βάλει την τελευταία λέξη στο έργο του, πώς είναι αυτή η αίσθηση, πώς είναι πλέον σίγουρος ότι εκεί έχει τελειώσει;

Να το πω λίγο μεταφυσικά ή λογοτεχνικά… είναι εκείνη η ώρα που σταματάς ν’ ακούς φωνές. Όταν αρχίζει και λίγη ησυχία στο κεφάλι σου. Νομίζω όμως ότι το θέμα είναι άλλο… πότε ο συγγραφέας βάζει τελεία και λέει τέρμα. Η γραφή έχω καταλάβει πως είναι μια πόρτα, που, αν την ανοίξεις, δεν έχει γυρισμό. Προσωπικά το σκέφτομαι, μήπως κάποια στιγμή θα έπρεπε να σταματήσω να γράφω. Όταν τελειώνω ένα έργο, λέω ότι και το τελευταίο μου να είναι, δεν με πειράζει. Αλλά αργότερα κάτι θα δω, κάτι θ΄ακούσω, κάτι θα ονειρευτώ και τότε θ’ αρχίσουν πάλι τα γρανάζια να κινούνται. Είναι σαν να έχεις χτυπήσει μια φλέβα σε ορυχείο κι εκεί που νομίζεις ότι έχει τελειώσει ν’ ανακαλύπτεις ότι έχει κι άλλο.

Δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου full-time συγγραφέα. Πολλοί μου λένε, γιατί δεν αφήνω το σχολείο και το καθηγητιλίκι για ν’ ασχοληθώ μόνο με τη συγγραφή. Το να είσαι full-time συγγραφέας είναι σαν να φτιάχνεις ένα δικό σου κόσμο.

 

Κρατάτε σημειώσεις, όταν έχετε διάφορα ερεθίσματα, όπως μπορεί να κάνει ένας ζωγράφος ή σκιτσογράφος;

Δεν κρατάω, αλλά όπως το είπες ένα σκιτσάρισμα ελαφρύ στο μυαλό μου θα μου εντυπωθεί. Το οποίο ίσως αργότερα στο σπίτι έρθει και κολλήσει μ’ ένα άλλο σκίτσο. Παρατηρώ και όταν επισημαίνω κάτι, το κρατώ, το ξεχνάω, αλλά δεν το ξεχνάω. Γενικά για να κάτσω να γράψω ένα θεατρικό έργο, αντιστέκομαι πάρα πολύ, στα διηγήματα είμαι πιο εύκολος.

Πώς προκύπτει η ιδέα για ένα βιβλίο, θεατρικού ή μη περιεχομένου;

Δεν λέω ποτέ ότι θέλω να γράψω κάτι. Φτάνω στο σημείο, που ήδη έχει αρχίσει να γεννιέται κάτι. Δεν χρησιμοποιώ υπολογιστή για να γράψω, γράφω πρώτα σε χαρτί. Σβήνω, μουτζουρώνω, στη συνέχεια ψάχνω να βρω τι είχα γράψει κάτω από τη μουντζούρα, γίνεται ένα πεδίο μάχης εκεί… Αλλά μετά, αφού έχω φύγει από την περιπέτεια της πρώτης γραφής, το να τα καθαρογράψω με ηρεμεί, είναι σαν να έχω πάρει μέρος σε μια αστυνομική περιπέτεια, όπου έχει πέσει πολύ ξύλο και κυνηγητό και μετά κάθομαι και γράφω την αναφορά μου και την παραδίδω καθαρογραμμένη στη γυναίκα μου, την Κατερίνα, που την δακτυλογραφεί στον υπολογιστή.

 

Έχω διαβάσει κάποια πράγματα για δυο μεγάλους συγγραφείς που μ’ έκαναν ν΄ αναρωτηθώ για το πώς δουλεύει ένας συγγραφέας και θα ήθελα να τα μοιραστώ μαζί σας. Ο Oscar Wilde ήταν κάποτε καλεσμένος σε ένα εξοχικό σπίτι φίλων του. Καθυστέρησε να κατέβει για φαγητό κι όταν εκείνοι τον ρώτησαν τον λόγο, απάντησε ότι άργησε, γιατί έγραφε. Όταν τον ρώτησαν τι έγραφε, είπε ότι είχε ξοδέψει το μισό πρωινό για να βάλει ένα κόμμα και το υπόλοιπο μισό για να βγάλει το κόμμα! Ο Κάφκα επίσης έλεγε ότι, όσο κι αν η λογοτεχνία τον ταλαιπωρούσε, όταν δεν έγραφε, η ζωή του ήταν ανυπόφορη. Πώς είναι αλήθεια να είσαι συγγραφέας; Είναι μια ελευθερία που δεν συγκρίνεται με τίποτα άλλο;

Γιατί να είναι πιο ελεύθερος ένας συγγραφέας αντί ένα παιδί που παίζει; Ή ένας ενήλικας που πάει μια βόλτα με το σκύλο του και είναι απόλυτα χαλαρός, αν εννοήσουμε την ελευθερία με την έννοια της ξεγνοιασιάς. Από αυτή την άποψη ποιος είναι πιο ελεύθερος, αυτός που τρώει το φαΐ του ή αυτός που μένει νηστικός, επειδή παλεύει με κόμματα και τελείες;

Αν την εννοήσουμε ως τη δυνατότητα του συγγραφέα ν’ αρθρώσει λόγο και ν’ ακουστεί στο ευρύ κοινό μεταδίδοντας παράλληλα κάποια μηνύματα που θέλει; 

Για μένα η υπέρτατη ελευθερία είναι η συνειδητή γνώση του να ξέρεις που την εκχωρείς.

Συνάδει με την δική σας οπτική η άποψη ότι σ’ όλα τα κείμενα υπάρχει ένα άλλο κείμενο από κάτω; Πόσο «επιτρέπεται» να επέμβει ένας σκηνοθέτης, ώστε τα έργα να αγγίζουν κάθε φορά το εκάστοτε σύγχρονο κοινό;   

Ο συγγραφέας είναι το διάμεσο, ειδικά στο θέατρο. Με την έννοια ότι έχει διαθέσει το μυαλό του για να δημιουργηθεί ένας κόσμος όπου μέσα εκεί διακινούνται δυναμικές και καταστάσεις ζωής ανθρώπων, το φτιάχνει χωρίς να ξέρει τι θέλει να πει, κινείται από το δραματουργικό του ένστικτο. Εγώ φτιάχνω έργο, δεν ξέρω ποιο είναι το δίδαγμα ή το μήνυμα του, σαν δραματουργός έχω δράμα. Σαφώς υπόκειται σε αναγνώσεις, όχι τι θέλει να πει ο ποιητής, αλλά τι υπάρχει μέσα και κάτω από αυτό το έργο, ο συγγραφέας ανοίγει πόρτες σε δωμάτια, δεν θέλει να πει τίποτα, εγώ τουλάχιστον.

Από τη στιγμή που εμπιστεύομαι το έργο μου σ’ ένα σκηνοθέτη για να το φωτίσει μέσα από τη δική του οπτική, δεν είμαι από πάνω του. Πάω στις αναγνώσεις και στις συζητήσεις, προσφέρομαι ως η αρχική πηγή του έργου, δίνω τις πληροφορίες που χρειάζονται κι έρχομαι πια όχι πατερναλιστικά μόνο στις τελευταίες πρόβες. Αν μια παράσταση είναι να πάει στραβά, θα φανεί από την αρχή.

Πώς βλέπετε την κινητικότητα του Έλληνα αναγνώστη τα τελευταία χρόνια;

Δεν έχω γνώμη, αν είχα εκδοτικό οίκο θα σου έλεγα. Διαβάζει ο κόσμος, η τηλεόραση υποχωρεί. Υπάρχουν καλά και κακά βιβλία. Προκειμένου να διαβάσεις ένα κακό βιβλίο καλύτερα να δεις μια καλή ταινία.

Από τις τρεις τέχνες, σινεμά, θέατρο, μουσική ποια έχει τον πρωταγωνιστικό ρόλο στη ζωή σας;

Είμαι Ντυλανικός, μ’ έχει διαμορφώσει η μουσική και οι στίχοι του Bob Dylan. Ο Bruce Springsteen, που στίχους τους έχω βάλει και στο διήγημα “Απομαγνητισμός” στο προηγούμενο βιβλίο μου “H Ρωγμή των 7:45” και το οποίο παρουσιάζουμε και στην τωρινή μας παράσταση. Αυτό που με διαμόρφωσε περισσότερο είναι όμως το σινεμά, γιατί  από την μεταπολίτευση και μετά υπήρξε ένα ορυμαγδός από νέες ταινίες, Αγγελόπουλος, Φελίνι, Μπέργκμαν, ιταλικές, νεορεαλισμός. Στην ΕΡΤ υπήρχε μια ωραία εκπομπή για τον παγκόσμιο κινηματογράφο, που προλόγιζε ο κ. Μπακογιαννόπουλος. Kαι στα θερινά τότε έφερναν πολλές παλιές ταινίες. Μου αρέσει το βρετανικό free σινεμά, ο Στίβεν Φρίαρς και οι ταινίες του ’60. Ο Μάρτιν ΜακΝτόνα (Οι τρεις πινακίδες).

Είδατε πρόσφατα κάποια θεατρική παράσταση που σας άρεσε ;

Είδα το «Με λένε Έμμα» σε σκηνοθεσία Ελένης Σκότη στο Σύγχρονο Θέατρο, ένα πολύ ιδιαίτερο έργο, με πάρα πολύ καλές ερμηνείες και σκηνοθεσία.

Εκτός από το νέο σας βιβλίο «Καρό παιδιά, ριγέ Πατεράδες», έχετε κάποιο άλλο στα σκαριά;

Σχεδόν μόλις τέλειωσα ένα νέο θεατρικό έργο με τίτλο «Νύχτα Ολέθρου», που είναι κωμωδία. Δεν είναι παρωδία ιστοριών τρόμου, έχει να κάνει με τον τρόμο που αισθανόμαστε ότι μπορεί μέσα σε μια μέρα (ή νύχτα) να χάσουμε όλα μας τα στηρίγματα που μας συγκροτούν ως προσωπικότητα, αλλά μ’ ένα κωμικότατο τρόπο. Εύχομαι να παιχτεί στη σκηνή, για κάθε νέο έργο έχω την έγνοια του, όπως την έχει κανείς για το στερνοπούλι του.