Ο  δημιουργός του “Greek Weird Wave ”

Ο Γιώργος Λάνθιμος έχει καθιερωθεί διεθνώς ως ένας εξαιρετικά ταλαντούχος σκηνοθέτης που ειδικεύεται στις σουρεαλιστικές σκοτεινές κωμωδίες. Μαζί με την Αθηνά Τσαγγάρη, είναι υπεύθυνοι για την δημιουργία του κινηματογραφικού ρεύματος που ο κριτικός  Peter Bradshaw  ονόμασε “Greek Weird Wave ” με πρωτεϊκές ταινίες τον «Κυνόδοντα» και το “Attenbergαντίστοιχα. Κύρια χαρακτηριστικά του είναι η κλινική ψυχρότητα, ο κυνισμός, τα αλληγορικά σενάρια, ο ερμηνευτικός μινιμαλισμός και ένας ακραίος αντι-νατουραλισμός.

Ο Λάνθιμος αναδύθηκε εντελώς αθόρυβα ξεκινώντας από τον χώρο της διαφήμισης και αφού συνυπέγραψε το φιλμ «Ο καλύτερός μου φίλος» (2001) με τον Λάκη Λαζόπουλο.

Η «Κινέτα» (2005) είναι ουσιαστικά η πρώτη μεγάλη μήκους ταινία του. Ερμητικά κλειστή,  μινιμαλιστικά στιλιζαρισμένη, εντελώς χειροποίητη, εστιάζει στους χαρακτήρες, στις σχέσεις τους και στην απεγνωσμένη προσπάθεια τους για ανθρώπινη επαφή.

Στον «Κυνόδοντα» (2009) ανατέμνει με κλινική ψυχρότητα την κυτταρική δομή μιας οικογένειας  και τα όρια που βάζουν οι γονείς, προκειμένου να εμποδίσουν τα παιδιά τους να φύγουν από την πατρική εστία δημιουργώντας ένα ψεύτικο εκφοβιστικό περιβάλλον και ελέγχοντας τις ανάγκες τους.

Στις «Άλπεις» (2011) μας συστήνει τα μέλη μιας ετερόκλητης ομάδας  που προσλαμβάνονται από συγγενείς και φίλους νεκρών για να αντικαταστήσουν αυτούς που χάθηκαν ,αλλά δεν πρέπει να εμπλέκονται συναισθηματικά με τους πελάτες της. Η ταινία είναι γριφώδης ,παγωμένη  και χωρίς χυμούς αδυνατώντας να εμπλέξει συναισθηματικά  και τον ίδιο τον θεατή. Απομένει μια έξυπνη συναρμολόγηση εντυπωσιακών πλάνων με διακριτικές στάλες χιούμορ και τρόμου.

Στον «Αστακό» (2015) καταγγέλλει μέσα από ένα ειρωνικό παιχνίδι την απόλυτη ανικανότητά μας να αποδεχτούμε το διαφορετικό, δηλαδή εντέλει να επικοινωνήσουμε και να αγαπήσουμε αληθινά. Δημιουργεί έναν ολόκληρο κινηματογραφικό κόσμο, που πάει πέρα από το φανταστικό και που ουσιαστικά αποτελεί την εσωτερική εικόνα του εφιάλτη του σύγχρονου ανθρώπου.

Στον «Θάνατο του Ιερού Ελαφιού»(2017) ο Λάνθιμος συνεχίζει να εδραιώνει τη θέση του ανάμεσα στους πιο ενδιαφέροντες σύγχρονους κινηματογραφιστές και μαζί με τον σταθερό του συνεργάτη Ευθύμη Φιλίππου, υπογράφει μια σκοτεινή υπαρξιακή αλληγορία, για την οποία απέσπασε στις Κάννες το Βραβείο Σεναρίου.

Μια Λανθιμικά «πειραγμένη» ταινία εποχής

Οι σινεφίλ μπορούν πάντα να περιμένουν το απροσδόκητο από τον Λάνθιμο. Έχει μια τάση προς το παράξενο και ιδιόμορφο, όπως συμβαίνει και στην τελευταία ταινία του, που σε πρώτη ματιά δείχνει μια ταινία εποχής. Η «Ευνοούμενη» διαδραματίζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στο παλάτι της βασίλισσας Anne ( θαυμάσια η Olivia Colman) στην αυγή του 18ου αιώνα. Η Βασίλισσα, που έχει κάκιστη υγεία, δείχνει εντελώς ανίκανη να διαχειριστεί τους διεφθαρμένους πολιτικούς και προτιμά να παίζει με τα πολλά κουνέλια της  και έτσι η διακυβέρνηση ουσιαστικά γίνεται από την παιδική φίλη της Sarah (Rachel Weisz), δούκισσα του Marlborough πρόσωπο ειλικρινές, αλλά αρκετά σκληρό.

Ένα από τα κύρια καθήκοντα της Sarah είναι να διαιτητεύει τις διαμάχες μεταξύ του πρωθυπουργού Godolphin (James Smith) και του ηγέτη της αντιπολίτευσης Robert Harley (Nicholas Hoult) Ο Godolphin θέλει να παρατείνει τον πόλεμο με τη Γαλλία, στην οποία ο σύζυγος της Sarah (Mark Gatiss) αγωνίζεται, ενώ ο Harley ισχυρίζεται ότι η χώρα κινδυνεύει να πτωχεύσει αν δεν αγωνιστεί για ειρήνη. Αλλά στο παλάτι κυριαρχεί σπάταλη πολυτέλεια. Κάθε επιφάνεια καλύπτεται με ταπετσαρίες και πίνακες ζωγραφικής, γίνονται αγώνες πάπιας, λαίμαργη κατανάλωση ανανά και αστακών ενώ στην αίθουσα χορού οργανώνονται εξωφρενικές και έκφυλες διασκεδάσεις.

Όμως δεν είναι όλοι τόσο ευτυχισμένοι. Η ξαδέλφη της Sarah, Abigail (Emma Stone), ζει  δύσκολες στιγμές καθώς έχασε τίτλο και περιουσία λόγω της χαρτοπαιξίας του πατέρα της. Όταν εμφανίζεται στην αυλή του παλατιού ζητώντας εργασία από την ξαδέλφη της, εκείνη δέχεται να την βοηθήσει δίνοντάς της μια θέση στο υπηρετικό προσωπικό. Όμως η αριβίστρια  Abigail ξέρει ποια βότανα θα ανακουφίσουν τους πόνους της Βασίλισσας. Αυτή η πολύ ελκυστική και φαινομενικά ειλικρινής νεαρή γυναίκα σύντομα ανέρχεται  από τις τάξεις των υπηρετών και σε αυτή των συμβούλων της Βασίλισσας – και μοιάζει σαν να μπορούσε ακόμη και να αντικαταστήσει την Sarah , στη θέση της «Ευνοούμενης».

Η σύνοψη της πλοκής θα μπορούσε να προδιαθέσει τον ανυποψίαστο θεατή για  μια ελαφριά, κομψή και ρομαντική ταινία εποχής στο στυλ του James Ivory. Όμως το ύφος του Λάνθιμου δεν είναι αυτό .Στην πραγματικότητα το φιλμ  γίνεται συχνά δυσάρεστο, κυνικό , αλλόκοτο και  σκοτεινό. Το σενάριο της Deborah Davis και του Αυστραλού συγγραφέα Tony McNamara χωρισμένο σε οκτώ κεφάλαια, διαθέτει διαλόγους αστείους ,αιχμηρούς και ενίοτε εσκεμμένα ενοχλητικούς. Ωστόσο ευστοχεί απόλυτα στην απεικόνιση των αριστοκρατών ως γελοίων και ανεγκέφαλων που έτυχε να αποκτήσουν εξουσία πάνω στις μάζες. Ο κινηματογραφιστής Robbie Ryan, φωτίζει το φιλμ με τέτοιο τρόπο  ώστε να μοιάζει με  ζωγραφικό πίνακα του Caravaggio. Χρησιμοποιεί ευρυγώνιους φακούς για να τεντώσει και να στρεβλώσει την εικόνα  τονίζοντας την παραμόρφωση των βασιλικών ανακτόρων, στα οποία οι κύριοι χαρακτήρες δείχνουν αιχμάλωτοι. Υπάρχει επίσης μια εντυπωσιακή στιγμή, που θυμίζει Visconti, όταν η αναγεννησιακής ομορφιάς Abigail, καθισμένη  μπροστά από έναν ζωγραφισμένο τοίχο, δείχνει να  αποτελεί  μέρος του σκηνικού. Τα πολυτελή και κομψά κοστούμια της Sandy Powell βρίσκονται στα όρια μεταξύ της τέχνης του 19ου αιώνα και της υψηλής ραπτικής του 21ου αιώνα.

Η τρίτη αγγλόφωνη ταινία του  Λάνθιμου, πιθανόν επειδή το σενάριο βασίζεται αδρά σε ιστορικά πρόσωπα και γεγονότα, είναι πιο εύκολα προσιτή στον μέσο θεατή. Υπάρχουν σκόρπιες στιγμές, όπου μπορούμε να μαντέψουμε τις κινηματογραφικές επιρροές του σκηνοθέτη, που πάντως ενσωματώνει δημιουργικά στο δικό του κινηματογραφικό σύμπαν. Σύμφωνα με τον ίδιο, δύο ταινίες που τον ενέπνευσαν άμεσα  ήταν το «Amadeus» του Forman και το «Κραυγές και ψίθυροι» του Bergman. Θα προσθέταμε το «Συμβόλαιο του σχεδιαστή» του Greenaway,  του οποίου οι αντηχήσεις στο εικαστικό μέρος είναι πασιφανείς. Και βέβαια  η πολυτελής αναπαράσταση της εποχής, οι φυσικοί φωτισμοί ,ο διαχωρισμός της αφήγησης σε κεφάλαια και η ηχητική μπάντα που περιλαμβάνει κομμάτια των Handel, Bach και Vivaldi παραπέμπει ευθέως στο αριστουργηματικό ‘’Barry Lyndon” του Kubrick.

Το βασικότερο μειονέκτημα του φιλμ είναι ότι δεν είναι ξεκάθαρος ο θεματικός του πυρήνας .Είναι  η κριτική της ενασχόλησης της βασίλισσας με τα προσωπικά της θέματα και όχι με την πολιτική της χώρας; Είναι η κριτική των  διεφθαρμένων και διεστραμμένων πολιτικών και αριστοκρατών: Είναι η αποκάλυψη του τερατόμορφου προσώπου κάθε εξουσίας; Είναι το ψυχογράφημα μιας  δυστυχισμένης ύπαρξης ,που διακατέχεται από μια βαθιά αίσθηση  απώλειας και που η ανάγκη της για στοργή την καθιστά έρμαιο τυχοδιωκτών; Πιθανόν είναι όλα αυτά μαζί ή μήπως η εξιστόρηση των γεγονότων είναι επιφανειακή, χωρίς εμβάθυνση και κατάδυση στην άβυσσο της ανθρώπινης ψυχής.

Ο Λάνθιμος για μια ακόμη φορά διχάζει: το φάσμα των αντιδράσεων εκτείνεται από τον εντυπωσιασμό, το παραξένισμα,  την σύγχυση ως την αποστροφή και την απόρριψη. Οι λάτρεις του τονίζουν τις αναμφισβήτητες αρετές του: άψογη φιλμοκατασκευή,  αδυσώπητο κυνικό χιούμορ που διατρέχει τις ταινίες και αποτρέπει το να γίνουν βαρύγδουπες, τολμηρές θεματικές συλλήψεις, αποδεικτική αφήγηση διανοητικών θεωρημάτων. Στον αντίθετο πόλο  οι επικριτές του μιλούν για ακραία επιτήδευση, επιδεικτικότητα , απουσία συγκίνησης και ανθρώπινης θέρμης. Όπως πάντα η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση. Ένα είναι βέβαιο. Ο Λάνθιμος δεν κάνει παραχωρήσεις στις  αισθητικές  επιλογές του και σίγουρα δεν είναι για όλα τα γούστα. Όμως το κρίσιμο ερώτημα παραμένει. Ο  Λάνθιμος είναι μόνο ένας άριστος φιλμοκατασκευαστής, αγαπημένος των φεστιβάλ, ή  ένας αληθινά μεγάλος  auteur που οι ταινίες του  θα αντέξουν στον χρόνο;