Foto : marilenaphotography

Από τη Ντίμη Θεοδωράκη

Συναντηθήκαμε με τον Γιώργο Αρμένη στο Θέατρο Βεάκη λίγο πριν από την παράσταση «Λωξάντρα» που συνεχίζεται με μεγάλη επιτυχία και μιλήσαμε για την σπουδαία αυτή δουλειά, αλλά και τις εποχές σταθμούς στην καριέρα του, όπως τη θητεία του στο Θέατρο Τέχνης και το δικό του Νέο Ελληνικό Θέατρο στα Εξάρχεια.

 

«Ο Γιώργος Αρμένης, πριν γίνει ηθοποιός, είχε απασχοληθεί σε διάφορες εργασίες, ενώ δούλεψε και ως ναυτικός. Όπως ο ίδιος παραδέχτηκε σε συνέντευξή του, το έναυσμα ν’ ασχοληθεί με το θέατρο, του προκάλεσε μια ραδιοφωνική εκπομπή, κατά την οποία άκουσε τον Κάρολο Κουν να μιλά. Με την παρότρυνση του Αλέκου Αλεξανδράκη έδωσε εξετάσεις σαν ταλέντο για τη σχολή του Κουν, στις οποίες πέτυχε και μάλιστα σπούδασε με υποτροφία κατά το χρονικό διάστημα 1967 – 1970. Στο «Θέατρο Τέχνης» είχε παραμείνει για 22 συνεχόμενα έτη, μέχρι και το θάνατο του δασκάλου του».

 

Είστε ο άντρας της Λωξάντρας, ο Δημητρός, στην παράσταση που σκηνοθέτησε ο Σωτήρης Χατζάκης, στο θέατρο Βεάκη. Το έργο αναφέρεται στην οικογένεια και δη την ελληνική. Γνωρίζω ότι έχετε ένα γιο. Πόσο διαφέρουν οι αξίες με τις οποίες μεγαλώνουν τα παιδιά σήμερα σε σύγκριση μ’ εκείνες που υπογραμμίζει η Ιορδανίδου στο βιβλίο της;

Πάμε δύο αιώνες πίσω… 1874 ξεκινάει το έργο και τα παιδιά μας είναι μεγάλα. Άλλοι οι καιροί, άλλοι οι ρυθμοί, άλλα χρώματα, αν και τα βάσανα είναι σχεδόν πάντοτε τα ίδια. Όλοι είναι πιεσμένοι από την επικρατούσα κυβέρνηση της Τουρκίας, όλες τις μειοψηφίες τις κυνηγάνε. Υπάρχει μια μειοψηφία που ζει στην Κωνσταντινούπολη και η πίεση αυτή τους ενώνει, ενώνει την παροικία, το Μακροχώρι, το Πέρα, σημεία που υπάρχει μεγάλο κομμάτι του Ελληνισμού. Εγώ, σαν Δημητρός, βγάζω μια εφημερίδα, αρθρογραφώ για την ελληνική παροικία και καταφέρνω και ζω έτσι την οικογένειά μου. Έχω χάσει τη γυναίκα μου, έχω τέσσερα παιδιά και ψάχνω μέσω μιας προξενήτρας να βρω τη γυναίκα που θέλω. Κι εκείνη μου φέρνει τη Λωξάντρα.

Η Λωξάντρα αμέσως ανέλαβε τα παιδιά μου, τα μεγάλωσε, τα κανάκεψε, κάναμε άλλα δύο μαζί, σύνολο έξι και  την οικογένεια την κρατάει εκείνη. Υπάρχει μια έντονη γυναικοκρατία στο σπιτικά στην Κωνσταντινούπολη, τότε οι γυναίκες έκαναν το κουμάντο. Η Λωξάντρα μόνο αν χρειαστεί βοήθεια, λέει: «Δημητρό κάνε κάτι!». Είναι μια άλλη εποχή, αλλά και σήμερα, αν το δεις, πάλι τα ίδια είναι.

Δεν θα έλεγα ότι ο τρόπος που μεγαλώνουν τα παιδιά σήμερα είναι όμως ο ίδιος. Ο γιος μου κοντεύει τα είκοσι εννιά, τον έκανα σε μεγάλη ηλικία, παιδευτήκαμε με τη γυναίκα μου για να κάνουμε παιδί, όμως τον μεγαλώσαμε εντελώς ελεύθερο. Η γυναίκα μου η Ελισάβετ έλεγε, άσε τον έτσι «ελευθέρας βοσκής». Δεν επεμβήκαμε ιδιαίτερα επάνω του. Πάντα κουβεντιάζαμε μαζί του, πήγε σ’ ένα καλό σχολείο, ερχόταν στο θέατρο και μ’ έβλεπε, τα παιδικά βιβλία που διάβαζε ήταν βιβλία προσεγμένα, γιατί από το σπίτι ξεκινάνε οι αρχές, νομίζω. Τώρα το πράγμα στα σχολεία έχει πάει αλλού, τα κορίτσια πάνε μακιγιαρισμένα, φοράνε μίνι και κοντά μπλουζάκια και τα αγόρια τις πειράζουν και κάνουνε bullying… φοβάμαι να πω που πήγε η κατάσταση, γιατί μπορεί να είμαι και λάθος και σίγουρα υπάρχουν από πίσω εκπαιδευτικοί, που προσπαθούν να φτιάξουν μια παιδεία, αλλά που δυστυχώς δε συγκρατείται μέσα σ’ ένα διαλυμένο σύστημα, σε μια Ελλάδα που είναι ερείπιο, που τα αρχαία ερείπια κανονικά έχουν μια αξία, ενώ τα δικά μας είναι σκουπίδια.

Δεν γίνεται ο νέος να προσκυνάει αυτά τα πράγματα, ο νέος είναι επαναστάτης, είναι αντάρτης και θέλει να φέρει το καινούριο, αλλά συνέχεια τον εμποδίζουμε. Συνέχεια καθόμαστε μεγάλοι άνθρωποι, γέροι, σάψαλα πίσω από τις πόρτες για να μην μπουν οι νέοι μέσα. Μας το λέει αυτό, στο σπουδαίο έργο του ο Ίψεν, στον Αρχιμάστορα Σόλνες, που είχε παίξει ο Χορν κι έχει ξαναπαιχτεί πολλές φορές, ο οποίος λέει ότι φοβάται τους νέους. Εξακόσιες χιλιάδες παιδιά με φοβερά μυαλά θέλουν όλα να φύγουν στο εξωτερικό. Και ο δικός μου γιος θέλει να φύγει κι εγώ του λέω να κάνει ό, τι νομίζει σωστό. Έχει τελειώσει την Πάντειο, έχει σπουδάσει θέατρο εδώ, έχει ανεβάσει τρία-τέσσερα έργα, έχει σπουδάσει στη Γαλλία λυρικό και σύγχρονο θέατρο. Τώρα που γύρισε, εγώ του λέω αν θέλει να πάρει το Νέο Ελληνικό Θέατρο, αλλά στα Εξάρχεια η κατάσταση είναι απαράδεκτη για τη γειτονιά μας, είναι ένας περίεργος κόσμος πια εκεί μαζεμένος, ρίχνουνε χημικά και δεν σέβονται αν υπάρχουν μωρά ή μεγάλοι άνθρωποι που δεν θα μπορούν ν’ αναπνεύσουν…

Δεν υπάρχει σεβασμός πια, δεν υπάρχει τίποτα. Χάθηκε η σεμνότητα. Είναι μια λέξη που πάντα μας έλεγε ο Κουν και μου έλεγε και η συγχωρεμένη η μάνα μου: «Να είσαι σεμνός, να είσαι τίμιος». Η τιμιότητα πολλές φορές μας τρώει κι εμάς, αλλά το σεμνός λείπει πολύ. Γιατί, αν είσαι σεμνός βλέπεις τα πράγματα, τον συνάνθρωπό σου και το άλλο φύλο με μια άλλη οπτική, με μια άλλη ποιητική διάσταση. Δεν μπορείς να άγεσαι και να φέρεσαι σαν αγριάνθρωπος.

Το βιβλίο «Λωξάντρα» έχει διαβαστεί από πολύ κόσμο, υπήρξε τηλεοπτικό σίριαλ πολύ δημοφιλές τότε, έχει ξαναπαιχτεί στο θέατρο. Ποια είναι τα ατού της δικής σας παράστασης;

Είναι η ματιά του σκηνοθέτη Σωτήρη Χατζάκη που το είχε ανεβάσει και στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδας, όταν ήταν διευθυντής, και τώρα μετά από πολλά χρόνια το ανεβάζει με άλλους ηθοποιούς και άλλη Λωξάντρα, που είναι άλλωστε το κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας και όλοι εμείς οι δορυφόροι της. Θυμάμαι, όταν είχε βγει το βιβλίο της Μαρίας Ιορδανίδου, το είχα πάει στον Κουν, επειδή εκείνος κατάγονταν από την Πόλη για να το διαβάσει και μου μίλαγε για την Πόλη.

Το ατού επίσης είναι η ίδια η Λωξάντρα, η πρωταγωνίστρια Ελένη Κοκκίδου. Αν δεν έχεις Λωξάντρα, δεν μπορείς ν’ ανεβάσεις αυτό το έργο. Έψαξαν και την βρήκαν. Και γύρω της υπάρχουν τόσοι καλοί ηθοποιοί και ωραίες μουσικές, η Ελένη Τσαλιγοπούλου που είναι μια σπάνια φωνή, ο Ανδρέας Κατσιγιάννης με τους μουσικούς του που έχουν κάνει την Εστουδιαντίνα. «Ζει καλύτερα ο άνθρωπος, όταν μυρίζεται θάνατο», λέει η Λωξάντρα. Εγώ στην αρχή του έργου, βάσει της σύλληψης του σκηνοθέτη, βγαίνω στο πάνω επίπεδο αρχικά ως νεκρός με άσπρα ρούχα και η Λωξάντρα είναι κάτω και της μιλάω. Και μετά αρχίζει ένα flash-back μέσα από τα μάτια της συγγραφέως Ιορδανίδου, που την υποδύεται ένα όμορφο κορίτσι στην παράστασή μας. Είναι μια πολύ δυνατή παραγωγή και όλο αυτό το οφείλουμε στους αδερφούς Τάγαρη, τον Μάρκο και τον Θύμιο.

 

Είστε ηθοποιός, σκηνοθέτης και δάσκαλος υποκριτικής. Πώς προσεγγίσατε με όλες αυτές τις ιδιότητες προίκα σας το ρόλο του Δημητρού, ενώ παράλληλα σας σκηνοθετούσε ο Σωτήρης Χατζάκης, ένας σκηνοθέτης που διακρίνεται για τη δυναμική του στο θέατρο;

Ο Σωτήρης Χατζάκης, πέρα από τη δυναμική του – το προσυπογράφω αυτό – είναι και φίλος, ή μάλλον εγώ είμαι φίλος χρόνια με τον Σωτήρη και με τις δουλειές του. Και όσους δεν τον γνωρίζουν, εκείνος προσπαθεί να τους φέρει κοντά του κι από εκεί εκμαιεύει πράγματα, τους τα ξαναδίνει και είναι δικά τους. Είναι ένας πολύ καλός φιλόσοφος θεατρικά, θα έλεγα, έχει κάποιες δικές του νόρμες και σκέψεις που σε ταξιδεύουν και μια μαγεία που εμένα με γοητεύει. Είναι χαρά να δουλεύεις με τον Σωτήρη Χατζάκη. Εμένα με ξέρει καλά, οπότε αν δει, ότι αυτό που θέλει, του το δίνω, με αφήνει να συνεχίσω. Το ίδιο βέβαια κάνω κι εγώ, όταν σκηνοθετώ τους ηθοποιούς μου.

Είδαμε ότι έχει μεγάλη προσέλευση και ένθερμη υποδοχή η παράσταση. Μια παράσταση που είναι μεγάλη σε διάρκεια, απαιτητική, και κάποιες φορές είναι διπλή, τι αίσθηση σας αφήνει κάθε φορά μετά το τελευταίο χειροκρότημα από το κοινό;  

Όταν βγαίνω μετά την παράσταση, περιμένει κόσμος να μ’ αγκαλιάσει και συγκινούμαι πραγματικά. Και η αίσθηση του χειροκροτήματος, είναι κάτι που το θέλουμε, αλλά πάλι κι εκεί χρειάζεται η σεμνότητα από εμάς, γιατί είμαστε και λίγο ψώνια οι ηθοποιοί. Το χειροκρότημα σε κάθε περίπτωση είναι σημαντικό για κάθε καλλιτέχνη.

Το Θέατρο Τέχνης υπήρξε ένα από τα πιο σημαντικά θέατρα της Ελλάδας με τον ιδρυτή του, τον μεγάλο θεατράνθρωπο Κάρολο Κουν να έχει δημιουργήσει μια νέα σχολή θεάτρου μιας δεμένης ομάδας ανθρώπων, με καινοτόμες προσεγγίσεις, με δουλειές που έχουν μείνει στην ιστορία, γιατί πάνω απ’ όλα ήταν καρπός επιτυχημένης συνεργασίας και κοινής αισθητικής. Θα θέλατε να μας μιλήσετε για τη δική σας εμπειρία μέσα από την συναναστροφή σας μαζί του, αλλά και με τα υπόλοιπα στελέχη του θεάτρου Τέχνης;     

Έμεινα είκοσι-δύο χρόνια και έξι μήνες δίπλα στο δάσκαλό μου, τον Κάρολο Κουν. Καταρχήν ο Κουν επέλεγε ανθρώπους λαϊκούς, ώστε να τους πλάσει και να τους διαπαιδαγωγήσει. Το ίδιο έκανε και σ’ εμένα. Δεν είχα δει παράστασή του μέχρι τότε, τον είχα ακούσει σε μια εκπομπή. Ψάχνοντας με μανία βρήκα εκεί τον δάσκαλό μου. Λένε κάτι πολύ σωστό οι Κινέζοι: «- Τι ψάχνεις; – Ψάχνω τον μεγάλο, σοφό δάσκαλο. – Είναι στο πιο πάνω από το πάνω βουνό. Εκείνος περπάτησε πάρα πολύ για να φτάσει εκεί ψηλά και όταν συνάντησε τον γέροντα με τα άσπρα γένια, του είπε -Δάσκαλε, ήρθα να με διδάξεις και ο γέροντας απάντησε – Μα έχεις ήδη διδαχθεί, αφού έφτασες μέχρι εδώ!». Έτσι κι εγώ. Το πιο σημαντικό, που είχα κάνει μόνο μέχρι τότε, ήταν να δουλεύω σε διάφορες δουλειές για να βοηθήσω τη μητέρα μου, επειδή δεν είχα πατέρα. Κι αυτό με έκανε περήφανο. Αλλά, όταν πήγα στον Κάρολο Κουν, ήταν σαν να τους έλεγα: «Μη με αφήσετε να φύγω».

Στο άκουσμα του ονόματος του Καρόλου Κουν όλοι θεωρούμε ότι όσοι μαθήτευσαν κοντά του έγιναν όλοι πολύ καλοί ηθοποιοί και πήραν πολλά από το δάσκαλό τους. Τι ήταν αυτό που πρόσφερε το σχολείο του Κουν, που το έκανε να ξεχωρίζει;  

Ο Κουν ήταν για μένα και πατέρας και πνευματικός άνθρωπος και φίλος, ό, τι είχα του το έλεγα. Δεν ήταν δύσκολος, ήταν επίμονος, ήθελε να γίνει αυτό που είχε στο μυαλό του. Άφηνε ελευθερίες, αλλά αν έβλεπε ότι πας να εξωκείλεις, σε επανέφερε. Ήθελε σεβασμό, ήθελε ήθος σκηνικό, μελέτη και να εμβαθύνεις στα πράγματα, ήθελε να ξέρεις τι λες, να πηγαίνεις εσύ στον ήρωα και όχι να φέρνεις τον ήρωα στον μικρόκοσμό σου, αυτά ήταν βασικά τα διδάγματά του που προέρχονταν από τη θεωρία του σπουδαίου Ρώσου, Στανισλάβσκι, που λέει πολύ σωστά πράγματα για τον ηθοποιό και το πώς πρέπει να δουλέψει. Όλο αυτό ήταν πρωτόγνωρο για μένα και έπεσα με τα μούτρα, είπα: Εδώ θα μείνω!

Παλιά πήγαινε ο Κουν στον Μουσούρη και σκηνοθετούσε Δευτερό-Τριτα για να κάνει κάποιες παραστάσεις. Δίδασκε και στην κινηματογραφική σχολή Σταυράκου που του έδινε ένα δωμάτιο επάνω για να διδάσκει τους μαθητές του. Έκανε παραστάσεις σε διάφορα θέατρα. Όταν βρήκαν το Υπόγειο, πήγαν όλοι όσους είχε μαζέψει, ο Ζερβός, ο Λαζάνης, ο Καλλέργης, ο Χρηστίδης και πολλοί άλλοι, οι οποίοι άρχισαν να σκάβουν και να χτίζουν ένα θέατρο. Και εκεί μέσα πια εδραιώθηκε. Έβγαζε δίσκο, δεν έκοβε εισιτήριο.

Κύριε Αρμένη, ο παππούς μου υπήρξε συνδρομητής του Θεάτρου Τέχνης και έλεγε ότι σε κάποιες παραστάσεις του οι ηθοποιοί ήταν πιο πολλοί από τους θεατές, που είχαν έρθει να τους δουν.   

Κι εγώ το πρόλαβα αυτό. Το Θέατρο Τέχνης άρχισε σταδιακά ν’ απλώνεται και να μεγαλώνει κι έβγαλε πολλούς ηθοποιούς, σκηνοθέτες, σκηνογράφους, συγγραφείς κι εγώ είμαι ένας από αυτούς που τα έκανε όλα αυτά. Όχι από λαιμαργία, αλλά γιατί θεωρώ ότι η λέξη θέατρο και ηθοποιός εμπεριέχει όλα τούτα και πρέπει να τα κλείσεις μέσα στην καρδούλα σου. Ο Κουν ήταν ένας δάσκαλος που γέμισε το θέατρο με  τόσους σπουδαίους καλλιτέχνες και απέλαυε σεβασμού από την θεατρική αγορά. Στη διάρκεια της χούντας φάγαμε πολλή λογοκρισία. Μόλις βγήκε ο Καραμανλής και πρόεδρος ο Τσάτσος, πήγαμε στην Επίδαυρο με τους Όρνιθες. Μπήκαμε στο αρχαίο θέατρο και πετάγαμε! Κλαίγαμε όλοι από συγκίνηση, γιατί μπήκαμε σ’ αυτό τον ιερό χώρο. Έβλεπα τα χέρια των παιδιών και το σώμα τους, αλλά και το δικό μου… να γίνομαι πουλί επιθετικό, να πηδώ γρήγορα ψηλά και να κατεβαίνω αργά με τρόπο αυτοσχεδιαστικό.

Από εκεί και πέρα ερχόταν πολύς κόσμος να μας δει. Αναγνωρίστηκε το έργο του Κουν, κάναμε κάθε χρόνο σπουδαία έργα. Για είκοσι χρόνια δεν είχα άλλη σκέψη, παρά μόνο το Υπόγειο. Ενώ μου έλεγαν: «πότε θα σας αφήσει ο δάσκαλος να κάνετε τηλεόραση;», ποτέ μου δεν το λιμπίστηκα. Όταν πέθανε ο Κουν, το μέτρο αυτό που κράταγε με την παρουσία του άρχισε να χάνεται – όχι μόνο στο Θέατρο Τέχνης… γιατί μπήκαν στη θεατρική αγορά άνθρωποι χωρίς σεμνότητα και ήθος. Όταν βγήκε η τηλεόραση και οι ηθοποιοί έγιναν αναγνωρίσιμοι σε πολύ κόσμο, δεν χρειαζόταν και πολύ για να καβαλήσουν το καλάμι. Δίνανε τηλέφωνα, κοιτούσαν πάνω από τη σκηνή, ερωτοτροπούσαν. Σήμερα είναι πιο χύμα τα πράγματα. Λένε λόγια, γελάνε πολύ στα παρασκήνια, εδώ κι εκεί. Δεν υπάρχει ο σεβασμός στο επάγγελμά μας, αν θέλουμε να λεγόμαστε ηθοποιοί και ν’ ασκούμε ένα λειτούργημα.

Όταν έφυγε από τη ζωή ο Κουν, άφησε τρεις άνδρες κληρονόμους του Θεάτρου Τέχνης: τον Λαζάνη, τον Κουγιουμτζή κι εμένα, κανέναν άλλο, γυναίκες καθόλου, άσχετα τι λέγεται σήμερα. Εγώ όμως παραιτήθηκα. Ήταν η σειρά μου να μπω στην Επίδαυρο με μια σκηνοθεσία και μαζεύτηκαν αμέσως μετά τον θάνατο του Κουν δυο-τρεις άλλοι στο Διοικητικό Συμβούλιο και με πέταξαν έξω, ενώ το έργο είχε εγκριθεί και ο Κουν τους είχε πει να βοηθήσετε τον Γιώργο να κάνει την παράστασή του. Δεν το λέω από μικρότητα, αλλά 22 χρόνια που ήμουν στο Θέατρο Τέχνης έδωσα τα πάντα και θα μπορούσα να είχα πάρει τιμητική σύνταξη. Το θέατρο δεν είναι μόνο παίζω, είναι και τι κάνω πριν παίξω, το πώς θα βγω στην κουίντα, το πώς θα ετοιμαστώ, το πώς δεν θα λέω σαχλαμάρες λίγο πριν βγω στη σκηνή για να παίξω τον σοβαρό. Αυτά έχουν χαθεί.

Δεν είμαι κακός, αγαπάω τους νέους ηθοποιούς και πιστεύω ότι κάποια στιγμή θ’ αλλάξουν τα πράγματα. Σημασία έχει το πόσο δουλεύουμε για ν΄ ανδρωθούμε σωστά, θέλει κόπο. Και ο κόπος κουράζει. Και τα εξώφυλλα των περιοδικών και τα φώτα των partys δεν πρέπει να είναι το ζητούμενο, γιατί στην πορεία χάνεσαι και αναλώνεσαι. Εγώ αν βγω για ένα ποτό, θα πάω στο Παρασκήνιο που είναι δίπλα στο σπίτι μου και αυτό είναι όλο. Δεν μπορεί ένας καλλιτέχνης ν’ ασχημονεί στους δρόμους ή στις πλατείες και μετά να είναι σοβαρός. Θα πρέπει να υποδυθεί τον σοβαρό. Θέλει παίδεμα το θέατρο. Πώς θα πιάσεις μετά τους μεγάλους συγγραφείς; Υπάρχει μια βιασύνη και η βιασύνη κρύβει μέσα της προχειρότητα, κάτι εύπεπτο. Τρελαίνονται πια για το εύπεπτο και έτσι διαπαιδαγωγούν και τον κόσμο να γελάει με το παραμικρό αστειάκι.

 

Είστε κι εσείς θεατρικός συγγραφέας. Έχετε γράψει πολλά έργα όπως τα Πρόβα, Το σόι, Βασικά με λεν Θανάση, Τέσσερα πρόσωπα και ο Θεός απ’ έξω, Μαντζουράνα στο κατώφλι, γάιδαρος στα κεραμίδια. Πώς προέκυψε η ανάγκη να γράψετε θέατρο;

Γράφω σαν ηθοποιός. «Το σόι», το σκηνοθέτησε ο Κουν και έκανε σαν παιδί, μου είχε πει: «πού τα ξέρεις όλα αυτά;». Η παράσταση παίχτηκε για τέσσερα χρόνια. Ξεκίνησε από το Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης, μετά πήγε στο καλοκαιρινό, Ιουλιανού και 3ης Σεπτεμβρίου και μετά ήρθε στο εδώ στο θέατρο Βεάκη και κλείσαμε τρία χρόνια. Έχω γράψει επίσης τα έργα «Λήσταρχος Νταβέλης», «Το σεξ, ο θείος και το κόμμα», «Αμερικανός στο Κεφάλι», «Άσε να μη μιλήσω καλύτερα».

Το ήθελα να γράψω, όταν πήγα στον Κουν του είπα ότι θέλω να γίνω συγγραφέας κι εκείνος μου απάντησε ότι, «ας γίνετε πρώτα ηθοποιός και μετά γίνεστε και συγγραφέας». Όταν βάζεις τη σκέψη σου για να γράψεις κάτι, έρχονται όλοι οι ήρωες, μικροί και μεγάλοι, που σε ζαλίζουν και σου λένε «βάλε εμένα» κι εσύ καλείσαι να επιλέξεις. Και υπάρχει και ο φόβος του άσπρου χαρτιού. Αν σε πιάσει αυτός ο φόβος, δεν θα γράψεις, καλύτερα να σβήσεις, να μουτζουρώσεις, να το σκίσεις, να το πετάξεις και να ξαναγράψεις. Είναι μια ιεροτελεστία, μπορώ να πω. Πάντα έφτιαχνα τις ιστορίες μέσα μου. Και πάντα παρατηρούσα κι από εκεί έπιανα τους ρόλους. Τους έπαιζα και τους έγραφα. Έχω γράψει και διηγήματα και μυθιστορήματα και πήγανε όλα καλά. Είμαι τυχερός, γιατί θεωρήθηκα εμπορικός. Το «Βασικά με λεν Θανάση» που το έκανε ο Θύμιος Καρακατσάνης εδώ απέναντι στο Αλάμπρα για δυο-τρία χρόνια, ήταν μεγάλη επιτυχία.

Έχω παρακολουθήσει τέσσερις παραστάσεις σας στο Νέο Ελληνικό Θέατρο Γιώργου Αρμένη, το θέατρό σας στα Εξάρχεια, ένα πολύ ωραίο νεοκλασικό κτίριο: «Η Κασέτα» της Λούλας Αναγνωστάκη, «Η Πρόβα», ένα δικό σας έργο, «Ο Θείος Βάνιας» του Τσέχωφ και «Το Ψέμα έχει μακριά ποδάρια» του Εντουάρντο Ντε Φιλίππο. Να μιλήσουμε για εκείνη την ωραία εποχή και να φτάσουμε και στο σήμερα;  

Η πρώτη μου παράσταση που έκανα, όταν δημιούργησα το Νέο Ελληνικό Θέατρο ήταν μέσα στην Πλατεία Αβησσυνίας, εκεί που είναι τα παλιατζίδικα. Μαζεύτηκε τρεισήμισι χιλιάδες κόσμος. Είχα φέρει κλαρίνα, είχε γίνει χαμός. Το κτίριο ακόμα δεν είχε αγοραστεί το 1995-1996. Έκανα περιοδεία στην πολιτιστική πρωτεύουσα Θεσσαλονίκη και σε όλη την Ελλάδα και μάζεψα χρήματα, γιατί κάποια στιγμή θύμωσα και έκανα ένα μπαμ. Δύο χρόνια μετά το θάνατο του Καρόλου Κουν, που έφυγα, δεν μου μιλούσε κανείς. Και όσους είχα ευεργετήσει, σχεδόν με μισούσαν, με είχαν διαγράψει. Είπα, πως δεν θα πεθάνω. Πήρα το βιβλίο του Δημήτρη Παπαχρήστου, εκφωνητή τότε στο Πολυτεχνείο, και φτιάξαμε μαζί ένα κείμενο μέσα από εκεί, Τον Ιερέα Βάρα. Μετά από αυτό μου έδωσε ο Παντελής Βούλγαρης άλλες δέκα παραστάσεις στο Φεστιβάλ Εγνατίας. Όλα αυτά τα κινούσε η Ελισάβετ μου, η γυναίκα μου έκανε το επικοινωνιακό κομμάτι και έκλεινε παραστάσεις. Πήραμε το κτίριο αυτό που είχαμε βάλει στο μάτι, κάναμε την έναρξη εκεί, στο Νέο Ελληνικό Θέατρο, κι έξι χρόνια το είχα χωρίς άδεια. Με πιάσανε κάποια στιγμή, μου λένε θα πληρώσετε εξακόσιες χιλιάδες, τα είχα, τους τα έδωσα. Το γκρέμισα τότε με τη βοήθεια του Κώστα Λαλιώτη και της Βάσως Παπανδρέου μετά, γιατί μου χρηματοδοτήσανε ένα μέρος της επισκευής, επειδή ήταν νεοκλασικό διατηρητέο. Το πρώτο έργο που ανεβάσαμε ήταν το έργο του Γιώργου Σκούρτη, Κομμάτια και Θρύψαλα, που πήγε για δύο χρόνια, ήταν η χρονιά που πήρα και το βραβείο Α’ ανδρικού ρόλου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για τη συμμετοχή μου στην ταινία του Παντελή Βούλγαρη, Όλα είναι δρόμος, έγινε χαμός εκείνη τη χρονιά, διώχναμε κόσμο. Και ό, τι ανέβαζα μετά, πήγαινε πολύ καλά και η σχολή μας ήταν γεμάτη.

 

Τα τελευταία έξι χρόνια δεν μπορώ να κάνω θέατρο εκεί, λόγω του ότι τα Εξάρχεια που βρίσκεται το Νέο Ελληνικό Θέατρο είναι μια εμπόλεμη ζώνη, μια χαβούζα πλέον. Δεν κατεβαίνει ο κόσμος στα Εξάρχεια. Πήγα σε Υπουργούς, τον κύριο Τόσκα τότε, στην Περιφερειάρχη κυρία Δούρου, στην συνάδελφό μου και Υπουργό Πολιτισμού Λυδία Κονιόρδου, κανείς δεν μπόρεσε να με βοηθήσει. Οι πιο πολλοί μου είπανε, κλείσε το ή πούλησέ το. Μα, λέω, δεν θέλετε να βοηθήσετε μια ιστορική, κεντρική περιοχή της Αθήνας που όλοι, μικροί και μεγάλοι, πολιτικοί και καλλιτέχνες γαλουχήθηκαν; Eδώ υπήρχε το Θέατρο των Εξαρχείων, που είχε ο Τάκης Βουτέρης… αν το κλείσω κι εγώ το δικό μου, θα σκοτεινιάσει εντελώς η περιοχή. H τελευταία παράσταση που έπαιξα στο Νέο Ελληνικό Θέατρο ήταν πέρσι στον Πατέρα του Στρίντμπεργκ. Αλλά τα λειτουργικά έξοδα σε σχέση με τα έσοδα είναι πολύ μεγαλύτερα. Είχα ανάγκη να έχω ένα εισόδημα και είμαι πολύ ευτυχής που είμαι εδώ στους Αδερφούς Τάγαρη. Και φυσικά για να δουλέψω στο θέατρο, μου μειώνουν τη σύνταξη, παίρνω το 40%, έτσι είναι το καινούριο δόγμα.

Θέλω να παίζω. Αν δεν παίζω, μου λείπει πολύ το θέατρο. Θέλω ακόμα να βρω χρόνο και να έχω χρόνο μπροστά μου για να γράψω. Όταν μου δώσανε σύνταξη, άργησα να την πάρω και μου δώσανε κάποια λεφτά μαζεμένα. Μου είπαν να υπογράψω το χαρτί που έλεγε: «λόγω γήρατος». Άρχισαν τα μάτια μου να τρέχουνε χωρίς να το θέλω. Κι είχα και τα λεφτά από την άλλη και κατέβαινα με τα λεφτά εκτεθειμένα στα χέρια, έτσι που θα μπορούσαν να μου τα πάρουν, δεν μπορούσα να συνειδητοποιήσω πότε γέρασα. Έτσι είναι η ζωή όμως…

Τι σας στενοχωρεί στο θέατρο σήμερα και τι σας ευχαριστεί;

Μόνο χαρά μου δίνει το θέατρο. Από εκεί και πέρα εξαρτάται πια από εμάς τους ίδιους τι θα προσφέρουμε στο θέατρο που εμπεριέχει μέσα τόσα πράγματα, λογοτεχνίες, ποίηση, σκηνικό ήθος, ήθος ζωής, στάση ζωής, το πώς ν’ αποφύγουμε τη φτήνια. Το θέατρο μπορεί να σου αλλάξει όλη τη ζωή, αλλά αν μπεις μέσα για να κάνει σαχλαμαρίτσες, ας μην το κάνεις καλύτερα! Είναι σπουδαία τέχνη, εφήμερη μεν, αλλά σπουδαία!

Στο σκηνοθετικό σημείωμα του θεατρικού σας, Η Πρόβα, γράφατε: «…το μόνο που μας μένει, είναι ν’ αντισταθούμε στη λαίλαπα της προχειρότητας και της καπατσοσύνης, που γεννάει την ανηθικότητα, την έλλειψη ήθους». Και ρωτώ χρησιμοποιώντας πάλι αρχή της φράσης σας, «στις μέρες που όλοι ζούμε, η ρηχότητα και η φτήνια περισσεύουν»; Υπάρχει φως στο τούνελ ή μας έχουν περικυκλώσει από παντού; 

Τα προσυπογράφω πάλι όλα αυτά που διάβασες. Αλλά νομίζω μια μικρή χαραμάδα πρέπει να την αφήνουμε πάντα για ελπίδα. Από την άλλη αυτό τι είναι, το ότι έξι βουλευτές λένε ότι θα ψηφίσω τα πάντα; Αυτό είναι Σταλινισμός, είναι η χειρότερη περίοδος του Στάλιν! Δεν θέλω να μπω στο κομμάτι της πολιτικής, γιατί θ’ αρχίσω να ουρλιάζω ή θα πρέπει να βρω κι άλλους να ουρλιάζουμε μαζί, γιατί κοιμόμαστε!

 

Φωτογραφίες συλλογής για την παράσταση «Λωξάντρα» – Copyright marilenaphotography