Οι λάτρεις του σινεμά που έχουν δει και ξαναδεί όλα τα καθιερωμένα κινηματογραφικά έργα, που συμπεριλαμβάνονται στις αμέτρητες λίστες αξιολόγησης, μένουν πολλές φορές έκπληκτοι όταν ανακαλύπτουν το μεγαλείο άγνωστων ή άδικα υποτιμημένων ταινιών. Συνήθως πρόκειται για έργα άσημων δημιουργών που όμως έκαναν μια εξαιρετική ταινία και μετά εξαφανίστηκαν ή έργα γνωστών σκηνοθετών που ήταν μπροστά από την εποχή τους και δεν έγιναν κατανοητά ή ατυχώς έμειναν στη σκιά των μεγάλων επιτυχιών τους. Αυτή είναι η κατηγορία των ταινιών που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «κρυμμένα κινηματογραφικά διαμάντια». Αναζητήστε τα  !!!

Ο Κολυμβητής/The Swimmer(1968) του Frank Perry

Ο ξεχασμένος Frank Perry

Ο Frank Perry εργάστηκε ως θεατρικός παραγωγός προτού μετακομίσει στην τηλεόραση και το σινεμά. Σπούδασε σκηνοθεσία με τον Lee Strasberg και εφάρμοσε αυτά που είχε μάθει στο πρώτο του φιλμ, το χαμηλού προϋπολογισμού David και Lisa (1962), ανεξάρτητη ταινία για δύο ψυχικά διαταραγμένους έφηβους (Keir Dullea και Janet Margolin), ενώ βρίσκονται σ’ ένα ίδρυμα. Το αυτό ευαίσθητο δράμα γράφτηκε από τη σύζυγο του Perry, Eleanor, που δραματοποίησε μια ιστορία από ένα βιβλίο του Theodore Isaac Rubin. Το φιλμ αποτέλεσε μια εκπληκτική επιτυχία στο box-office, αποσπώντας και καλές κριτικές ενώ ο Perry κέρδισε μια υποψηφιότητα για Όσκαρ σκηνοθεσίας. Οι επόμενες ταινίες του Perry, οι οποίες περιελάμβαναν επίσης σενάρια της Eleanor, ήταν λιγότερο επιτυχημένες. Το ρεαλιστικό «Ladybug, Ladybug» (1963) ήταν ένα μάλλον βαρύ δράμα για μια ομάδα  παιδιών στην ύπαιθρο που αναζητούν καταφύγιο μετά από ένα άκυρο συναγερμό πυρηνικής επίθεσης .Ο άδικα παραγνωρισμένος «Κολυμβητής» (1968), βασισμένος σε διήγημα του John Cheever, είναι ένα  συνταρακτικό υπαρξιακό δράμα για ένα άντρα που επιχειρεί να βυθιστεί σε μια ζωή που δεν είναι πλέον διαθέσιμη σε αυτόν . Το τελευταίο καλοκαίρι (1969) ήταν μια προκλητική προσαρμογή του μυθιστορήματος του Evan Hunter για  τρεις έφηβους (Richard Thomas, Bruce Davison και Barbara Hershey) που πίνουν άσκοπα και συμμετέχουν σε σεξουαλικούς πειραματισμούς, αλλά τα πράγματα παίρνουν μια σκληρή και βίαιη τροπή,  όταν ένα ντροπαλό, ευάλωτο κορίτσι (Catherine Burns) ενώνεται με την ομάδα τους.

Η μεγαλύτερη επιτυχία του Perry θα μπορούσε να ήταν το «Diary of a Mad Housewife» μια ψυχρή μαύρη κωμωδία (προσαρμοσμένη από τον Eleanor από το μυθιστόρημα της Sue Kaufman) για την αδυσώπητη κάθοδο μιας μητέρας  των προαστίων(η προτεινόμενη για Όσκαρ Carrie Snodgress) της οποίας ο εγωκεντρικός σύζυγος (Richard Benjamin) και τα αχάριστα παιδιά την οδηγούν στην αγκαλιά ενός κλεισμένου στον εαυτό του συγγραφέα  (Frank Langella).

Η επόμενη ταινία του Perry ήταν το western «Doc» (1971), μια απομυθοποίηση  του θρύλου του Wyatt Earp-Doc Holliday που γράφτηκε από τον Pete Hamill, με πρωταγωνιστές τους Stacy Keach, Harris Yulin και Faye Dunaway. Ακολούθησε το «Play It As It Lays» (1972), μια προσαρμογή ενός μυθιστορήματος από τον Joan Didion, ο οποίος συνέγραψε το σενάριο με τον σύζυγό του John Gregory Dunne. Η δραματική κωμωδία  έχει ως πρωταγωνίστρια την Tuesday Weld  ως ηθοποιό που υποφέρει από νευρική κατάρρευση μετά από μια σειρά τραυματικών περιστατικών, συμπεριλαμβανομένης της αυτοκτονίας του στενού φίλου της (Anthony Perkins).

Μετά το μπερδεμένο θρίλερ «Man on a Swing» (1974), ο Perry σκηνοθέτησε το «Rancho Deluxe» (1975), ένα ασυνήθιστο σύγχρονο western  με τους Jeff Bridges και Sam Waterston. Το 1981  σκηνοθέτησε τη «Mommie Dearest», βιογραφία της Joan Crawford με βάση τα απομνημονεύματα της κόρης της Christina, με την Dunaway  στον ρόλο του τίτλου. Οι πιο πρόσφατες ταινίες του Perry είναι εν πολλοίς ξεχασμένες. Στον αποτυχημένο «Monsignor» (1982), ο Christopher Reeve, ερμήνευσε τον επίσκοπο που παλεύει με τους όρκους του ενώ ανεβαίνει στην ιεραρχία του Βατικανού. Ο Perry έκανε δύο ταινίες, που βασίστηκαν στα μυθιστορήματα της Susan Isaacs: το «Compromising Positions» (1985) και το «Hello Again» (1987), μια κωμωδία μετενσάρκωσης. Η τελευταία ταινία του Perry ήταν το αυτοβιογραφικό «On the Bridge» (1992) το οποίο απεικόνιζε τη μάχη του κατά της ασθένειας που τον κατέτρωγε.

Μια μέρα της ζωής ή η ζωή σε μια μέρα;

 Ποιο είναι άραγε το μυστικό του «Κολυμβητή»;

Ο Ned Merrill (Burt Lancaster) είναι φαινομενικά αξιοζήλευτος. Αν και μεσήλικας έχει επιβλητική σωματική  διάπλαση, είναι γοητευτικός, έχει ένα μόνιμο λαμπερό χαμόγελο και δείχνει πολύ πετυχημένος. Ωστόσο έχει εξαφανιστεί για καιρό από τις μεγαλοαστικές παρέες του στα προάστιο του Κονέκτικατ. Ξαφνικά ένα ηλιόλουστο πρωινό εμφανίζεται, στην πισίνα ενός παλιού φίλου του φορώντας μόνο το μαγιό του. Πέφτει στην πισίνα κολυμπώντας σαν αληθινός πρωταθλητής και στη συνέχεια ανακοινώνει στους έκπληκτους φίλους του την πρόθεση του να κολυμπήσει στις πισίνες όλων των γνωστών στη διάρκεια της μέρας του καθ’ οδόν προς το σπίτι του που είναι πέρα από έναν λόφο. Κατά μήκος της διαδρομής του, συναντιέται με διαφορετικούς ανθρώπους από το παρελθόν του, όπως  με την πρώην babysitter των παιδιών του (Landgard), με μια ηθοποιό που υπήρξε  ερωμένη του (Janice Rule) προσπαθώντας φορτικά να επανασυνδεθεί μαζί τους. Από την αρχή, είναι ξεκάθαρο ότι κάτι περίεργο συμβαίνει με τον Ned, εκτός από το εξωφρενικό σχέδιο του και την τάση του να κοιτάζει τον καθαρό γαλάζιο ουρανό και να μιλά  με αδιόρατη μελαγχολία. Μιλάει με μηχανική αυτοπεποίθηση για τη δουλειά του, τη σύζυγό του και τις κόρες του με τρόπους που ξενίζουν τους φίλους του, που φαίνεται να ξέρουν μια αλήθεια πολύ διαφορετική. Ο Ned φαίνεται μπερδεμένος όταν οι φίλοι του αναφέρονται σε οτιδήποτε του συνέβη τα τελευταία χρόνια. Είναι σαν ο Ned να έχει περάσει από χειμερία νάρκη και ξύπνησε σε έναν κόσμο που είναι αλλαγμένος και ανησυχητικά αφιλόξενος. Ο χρόνος κυλάει πέρα από το φυσιολογικό: ο αρχικά ηλιόλουστος καιρός σταδιακά αλλάζει, δυναμώνει ο άνεμος, ξεσπά  βροχή, τα φύλλα στα δέντρα αλλάζουν χρώμα, και το σκοτάδι πέφτει σταδιακά. Η αρχικά επιβλητική και αυτάρεσκη παρουσία του Burt Lancaster όσο περνά ο χρόνος φθίνει, μαραζώνει, λαβώνεται. Παράλληλα οι γείτονες που συναντά σταδιακά αλλάζουν στάση,τον περιγελούν φανερά ή πίσω από την πλάτη του. Καθώς πλησιάζει το σπίτι του στο λόφο, γίνεται φανερό ότι υπάρχει κάτι δεν πάει καθόλου καλά με την φαινομενικά ιδανική ζωή του Ned και το φιλμ έχει φροντίσει στο μεταξύ να βάλει τον σαστισμένο θεατή στην διαδικασία να ανακαλύψει τι είναι αυτό.

Τα μοτίβα της ταινίας προφανή: Ευρύχωρα σπίτια, πράσινοι κήποι, πισίνες, γήπεδα τένις . Η ζωή κυλά χαλαρά και ράθυμα με κοκτέιλ πάρτι, διακριτικό φλερτ με τις γυναίκες των άλλων αλλά και αδυναμία επικοινωνίας στις διαπροσωπικές σχέσεις, κοινωνική υποκρισία και μια υποβόσκουσα μεταφυσική αγωνία. Το φιλμ ξεκινά ρεαλιστικά για να προστεθούν σιγά-σιγά στοιχεία του παραλόγου  μέχρι το καφκικό φινάλε όπου ο Ned μαθαίνει την τραγική φύση της ζωής.

Ο σκηνοθέτης Frank Perry με την σεναριογράφο-σύζυγο του Eleanor Perry έκαναν αυτή τη προσαρμογή του ομώνυμου εξαιρετικού διηγήματος του John Cheever, του επονομαζόμενου και «Τσέχωφ των προαστίων». Ο  Perry διατήρησε τη μεθοδική δομή και το πνεύμα  του Cheever ,με μια σειρά από ελλειπτικές σκηνές που αφήνουν υπαινιγμούς για την κατάσταση των πραγμάτων χωρίς να λένε τίποτα ξεκάθαρο. Να σημειωθεί ότι ο  Sydney Pollack σκηνοθέτησε μια από τις πιο αξέχαστες σεκάνς, στην οποία ο Ned βρίσκεται αντιμέτωπος με την πρώην ερωμένη του (Janice Rule). Η πένθιμη ομορφιά της φωτογραφίας του David L. Quaid καταγράφει  την ανθρώπινη μοναξιά και μελαγχολία στις μητροπόλεις ,φέρνοντας στο νου πίνακες του Έντουαρντ Χόπερ. Οι λαμπρές ηλιόλουστες εικόνες της αρχής σταδιακά αποκτούν μια σκοτεινή χροιά μέχρι τον βροχερό σούρουπο του φινάλε. Όσο για τον Burt Lancaster μας χαρίζει μια μνημειώδη ερμηνεία ζωής κουβαλώντας στις πλάτες του όλη την ταινία.

Ο «Kολυμβητής» είναι μια ταινία επηρεασμένη από το φαινομενολογικό σινεμά του Antonioni, το γαλλικό νέο κύμα, το Αγγλικό free cinema  ή τις τότε αναδυόμενες ταινίες του ‘Νέου Χόλιγουντ’. Το βλέμμα και το περιβάλλον είναι ασταθές και η μουσική επένδυση του πρωτοεμφανιζόμενου Marvin Hamlisch είναι πλούσια ενορχηστρωμένη και διαθέτει ένα πεισιθάνατο  ρομαντισμό.

Το 1968 του ο «Κολυμβητής» ήταν πολύ μπροστά από την εποχή του και αναμενόμενα συνάντησε την πλήρη αδιαφορία του κοινού. Ωστόσο μετά από τις συχνές τηλεοπτικές μεταδόσεις του  εξελίχθηκε αρχικά σε μια  σε cult περίπτωση και τελικά σε ένα από τα αγαπημένα φιλμ όσων το έχουν δει. O κορυφαίος κριτικός Roger Ebert σχολίασε με την παροιμιώδη ευστοχία του: «Η  κίνηση της ταινίας είναι από το πρωινό έως το σούρουπο, από τον ήλιο έως τη βροχή, από την νιότη στα γηρατειά  και από τη ψευδαίσθηση στην αλήθεια. Φαίνεται επίσης ότι οι εμπειρίες του κολυμβητή δεν προορίζονται να αντιπροσωπεύσουν μια μόνο μέρα, αλλά τη ζωή ενός ανθρώπου».

Ποιο είναι τελικά το μυστικό του «Κολυμβητή»; Τι υπερκόσμιο κρύβει αυτό το αινιγματικό, ποιητικό και ανησυχητικό φιλμ  που έχει την ιδιότητα να  κολλάει στη μνήμη του θεατή μια για πάντα; Μήπως είναι μια καλειδοσκοπική μελέτη για το πώς βλέπουμε τους εαυτούς μας, σε σχέση με τον τρόπο που μας βλέπουν οι άλλοι; Μήπως είναι μια  γριφώδης , αλλά συμπονετική αλληγορία για την λάμψη της νιότης και το έρεβος των γηρατειών; Μήπως απεικονίζει ένα αρχικά γλυκό όνειρο που εξελίσσεται σε τρομακτικό εφιάλτη; Μήπως είναι ο απολογισμός  ζωής ενός άντρα  που τον κυριεύει το ρίγος του θανάτου; Και όταν ο θεατής αυτού του σπάνιου αριστουργήματος μιλά για τον «Κολυμβητή» άραγε θα μιλήσει και για τον εαυτό του;