Όλοι οι σινεφίλ έχουν νοιώσει αυτό το περίεργο συναίσθημα , όταν κάποιος δεν έχει ακούσει για μια ταινία που αυτοί αγαπούν ή όταν αυτή δεν έχει πάρει τη θέση που της αξίζει στην ιστορία των έργων τέχνης . Άλλωστε η  ιστορία του κινηματογράφου είναι πλούσια σε ξεχασμένα και παραμελημένα αριστουργήματα  που έχουν αγνοηθεί αδικαιολόγητα ενώ θα έπρεπε να είναι ευρύτερα γνωστά και αναγνωρισμένα .Οι λάτρεις του σινεμά  που έχουν δει και ξαναδεί όλα τα καθιερωμένα κινηματογραφικά έργα , που συμπεριλαμβάνονται στις αμέτρητες λίστες αξιολόγησης, μένουν πολλές φορές έκπληκτοι όταν ανακαλύπτουν το μεγαλείο άγνωστων ή άδικα υποτιμημένων ταινιών. Συνήθως  πρόκειται για έργα άσημων δημιουργών που όμως έκαναν μια εξαιρετική ταινία και μετά εξαφανίστηκαν ή έργα γνωστών σκηνοθετών που ήταν μπροστά από την εποχή τους και δεν έγιναν κατανοητά ή ατυχώς έμειναν στη σκιά των μεγάλων επιτυχιών τους . Αυτή είναι η κατηγορία των  ταινιών που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «κρυμμένα κινηματογραφικά διαμάντια». Αναζητήστε τα  !!!

 

Μια Κυριακή του Αυγούστου/Domenica d’agosto (1951) του Luciano Emmer 

Ένας «ροζ» νεορεαλιστής

Ο Luciano Emmer, μαζί με άλλους σκηνοθέτες της δεκαετίας του ’50,  χαρακτηρίστηκε με την ετικέτα του «ρόζ» νεορεαλιστή. Γύρισε μια σειρά απίστευτα φρέσκων ταινιών κατά τη διάρκεια αυτής της δεκαετίας, συμβάλλοντας στον επαναπροσδιορισμό των αισθητικών χαρακτηριστικών του ιταλικού κινηματογράφου. Μετά την κρίση του νεορεαλισμού και πριν από την commedia all’italiana, ο κινηματογράφος του βρήκε έναν αυτόνομο χώρο: ήταν ο ποιητής της νεολαίας και των αναπτυσσόμενων τάξεων, στο κατώφλι της νεωτερικότητας.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’30, και ο ίδιος μόλις τριάντα ετών, ο Emmer  εφηύρε το ντοκιμαντέρ  τέχνης που ξεκίνησαν με το «Racconto di un affresco» (1938), για τους πίνακες του Giotto στο Κάστρο Scrovegni. Πριν και μετά τον πόλεμο, το ταλέντο του για την περιγραφή της ζωγραφικής μέσω του κινηματογράφου παρέμεινε απαράμιλλη. Οι ταινίες μυθοπλασίας του, ξεκινώντας από το «Domenica d’agosto» (1950), πήγαν σε μια διαφορετική κατεύθυνση: όχι από την εικαστική δεινότητα στην ιστορία, αλλά από την ιστορία στο βλέμμα, την ατμόσφαιρα, την ενσυναίσθηση. Ο κινηματογράφος του Emmer καταγράφει πάντα μια στιγμή μετάβασης: μια γιορτή («Domenica d’agosto», «Parigi è semper Parigi», 1951, «La ragazza in vetrina», 1960), την είσοδο στην ενηλικίωση («Terza liceo», 1954, «Le ragazze di Piazza di Spagna», 1952) και γενικότερα με τρυφερή ματιά, την είσοδο της μεταπολεμικής Ιταλίας στην εποχή της ευημερίας. Οι σημερινές πτυχές του κινηματογράφου του μπορούν να θεωρηθούν ως μια ιστορική μεταφορά: το βλέμμα του προσεκτικά προσαρμοσμένο στις γυναίκες, τους νέους και την αναδυόμενη μικροαστική τάξη, την «ατμοσφαιρική» ευαισθησία του,την τάση για προσεκτική ύφανση των ιστοριών του γύρω από μια καθορισμένη χρονική περίοδο. Το σκηνικό των ταινιών του της δεκαετίας του ’50 είναι σχεδόν πάντα η σύγχρονη περιοχή της εργατικής τάξης της Ρώμης, που είναι πάντα πολύβουη (Camilla, 1955, είναι ένα πρωταρχικό παράδειγμα) και παλινδρομεί ανάμεσα στην πόλη και την ύπαιθρο. Ο αστικός χώρος γίνεται επίσης ένα μέσο που αντιπροσωπεύει το πέρασμα του χρόνου.

Ο σκηνοθέτης εγκατέλειψε τον κινηματογράφο στις αρχές της δεκαετίας του 60 όταν οι μεγάλοι κινηματογραφικοί μοντερνισμοί, από το Αντονιόνι προς το Φελίνι, καθιερώθηκαν και όταν η Commedia all’italiana (την οποία ο Emmer μισούσε) ήταν έτοιμη να κληρονομήσει ορισμένα στοιχεία του κινηματογράφου του. Όντας θύμα της λογοκρισίας με το «La ragazza in vetrina» (1961), μια ταινία που θα μπορούσε να εγκαινιάσει μια νέα φάση στο έργο του, ο σκηνοθέτης αντ’ αυτού αφιερώθηκε για τα επόμενα τριάντα χρόνια στην τηλεόραση και ιδιαίτερα την περίεργη μορφή του carosello, που ήταν η μόνη μορφή διαφήμισης που επιτρεπόταν στην ιταλική τηλεόραση την εποχή εκείνη. Με τον τρόπο του, αυτός ήταν ο νεωτερισμός του: ένας χώρος για αφηγηματικούς πειραματισμούς, ένας τρόπος να διατηρηθεί η αλλαγή της χώρας, ενώ ο κόσμος που είχε αποθανατίσει σε μια εύθραυστη στιγμή μετάβασης άρχισε να εξαφανίζεται. Ο Emmer είπε αργότερα: «Δεν εγκατέλειψα τον κινηματογράφο. Ήταν ο κινηματογράφος που με εγκατέλειψε.»

 

Ο ζεστός μήνας Αύγουστος

Το 1949, όταν ο ιταλικός νεορεαλιστικός κινηματογράφος κερδίζει την καταξίωση από την διεθνή κριτική, αλλά δεν ήταν ιδαίτερα δημοφιλής στο ιταλικό κοινό, ο Sergio Amidei, ο βασικός σεναριογράφος της «Ρώμης,Ανοιχτής Πόλης» του Ρόμπερτο Ροσελίνι  που γνώριζε το ταλέντο του Emmer στην αφήγηση, του βρήκε τη χρηματοδότηση,  ώστε να γυρίσει ένα φιλμ για τους Ρωμαίους που ξοδεύουν τις Κυριακές του Αυγούστου στην παραλία της Όστιας. Η ταινία έγινε δεκτή στο φεστιβάλ κινηματογράφου του Εδιμβούργου το 1950 και είχε καλή πορεία στο Λονδίνο, στην ηπειρωτική Ευρώπη και αλλού.

Ο Emmer, στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, δημιουργεί μια δραματοποιημένη  αναφορά εκείνης της ημέρας και εκείνων των ανθρώπων των οποίων η ζωή  αποφασίζεται από την τύχη ή την μοίρα. Γυρίστηκε εξ ολοκλήρου σε εξωτερικούς χώρους και έγιναν πολλές ακροάσεις  για να βρεθούν  οι ερασιτέχνες και οι λίγοι επαγγελματίες (ανάμεσα τους ο Marcello Mastroianni, και ο Franco Interlenghi). Το σενάριο δομείται από διαπλεκόμενες ιστορίες Ρωμαίων με διαφορετικό κοινωνικό υπόβαθρο και τρόπο ζωής που απολαμβάνουν (ή όχι) την ημέρα τους στην παραλία. Νιάτα, καλοκαίρι, έρωτας ορίζουν το πλαίσιο και το πνεύμα της ταινίας. Όλοι κινούνται προς τον «Κυριακάτικο παράδεισο» της Όστια, με τα πόδια, με αυτοκίνητα, με ποδήλατα θέλοντας να επουλώσουν τις  χαίνουσες πληγές του πολέμου. Όλες οι τάξεις εκπροσωπούνται. Υπάρχει αγάπη, υπάρχει δράμα, υπάρχει χορός για τους νέους. Έτσι, αυτή η σειρά από παράλληλες ιστορίες ξεδιπλώνονται, θλιβερές ή χαρούμενες και το βράδυ αυτής της Κυριακής του Αυγούστου, κάποια σημαντικά πράγματα θα αλλάξουν.

Ο Enrico και οι νέοι του φίλοι φθάνουν στο Lido di Ostiα, όπως και η δροσερή έφηβη Marcella  με την μεγάλη οικογένεια της. Ο χήρος Alberto και η δύστροπη φίλη του Ines, συνοδεύουν την κόρη του Cristina σε μια παραθαλάσσια κατασκήνωση. Η Luciana  η οποία μάλωσε με τον φίλο της Renato, συνοδευόμενη από τον playboy Ρομπέρτο. Άλλοι, ωστόσο, παραμένουν στη Ρώμη: ο Renato, βετεράνος του πολέμου, είναι απελπισμένος λόγω ανεργίας, και ο αστυνομικός Ercole, που έχει σχέση με την υπηρέτρια Rosetta. Ο Enrico και η Marcella γνωρίζονται στην παραλία, προσποιούνται ότι είναι πλουσιόπαιδα, ερωτεύονται και το βράδυ, στην επιστροφή τους στη Ρώμη, ανακαλύπτουν ότι είναι γείτονες.

Η ταινία διατηρεί τις αποδεκτές κατευθυντήριες γραμμές του ιταλικού νεορεαλισμού, αν και με τονισμένη ζεστασιά και χιούμορ. Οι άπειροι  ερασιτέχνες  με την αβίαστη ζωτικότητα τους εντείνουν το στοιχείο της αυθεντικότητας απεικονίζοντας μια σειρά από χαριτωμένες βινιέτες για τους παραθεριστές των μεγαλουπόλεων. Η άριστη ικανότητα του σκηνοθέτη και των σεναριογράφων του (συμπεριλαμβανομένου του πανταχού παρόντα Cesare Zavattini) είναι τέτοια, ώστε είναι δύσκολο για τον θεατή να καθορίσει πού τελειώνουν οι πραγματικές κι που αρχίζουν οι σκηνοθετημένες σκηνές.

Μετά από περισσότερο από εβδομήντα χρόνια, η ταινία διατηρεί την αλήθεια ενός ντοκουμέντου. Η ηχώ του πολέμου είναι παρούσα τόσο στα χαρακτήρες  και τις τοποθεσίες (σε ένα τμήμα της παραλίας της Ostia εξορύσσονται νάρκες), αλλά τα τεράστια πλήθη δεν είναι πλέον εκείνα του φασισμού, ακόμη και εκείνων που πεινούν στην  άμεση μεταπολεμική περίοδο. Υπάρχει μια συλλογική επιθυμία για την ευτυχία που ενώνει τα παιδιά που με τα ποδήλατα τους τρέχουν για να φτάσουν στη θάλασσα.

Αν και η ταινία αποτελεί αναμφισβήτητο πρόδρομο της λαϊκής ιταλικής κωμωδίας, η αισθητική της παραμένει άρρηκτα συνδεδεμένη με τον νεορεαλισμό και το  ντοκιμαντέρ. Έναν νεορεαλισμό σε ηπιότερο τόνο, που χαρακτηρίστηκε ροζ, που βρισκόταν σε αρμονία με την τότε προσπάθεια ανάκαμψης της μεταπολεμικής Ιταλίας.

Ο Emmer εκθέτει  τα ντοκυμαντερίστικα δεδομένα και αφηγείται τις ιστορίες του με σαφήνεια και επιγραμματικότητα ξεδιπλώνοντας μια σειρά από ανθρώπινα πορτραίτα. Η ματιά του είναι διαυγής, λιτή, θερμή. Παράλληλα όμως υπάρχει μια λανθάνουσα αναζήτηση της αιτιότητας των ανθρώπινων πράξεων και συμπεριφορών, κάτι σαν ηθικολογικός ντετερμινισμός. Τελικά σχηματοποιείται  ένα γοητευτικό ψηφιδωτό μια ανθρωπογεωγραφία της μεταπολεμικής Ιταλίας. Ο έρωτας, στο κέντρο, η συγκολλητική δύναμη της ζωής. Ταυτόχρονα γλυκός και κοφτερός, φωτίζει τα εφηβικά μάτια και λερώνει τους ενήλικες με την αμοραλιστική του έκφανση.

Παρά τους ελαφρούς ήχους κωμωδίας, η «Κυριακή του Αυγούστου» είναι ένα θεμελιώδες ντοκουμέντο για την κατανόηση της μεταπολεμικής λαϊκής Ιταλίας. Αλλά είναι πάνω απ όλα μια πολύ ευχάριστη ταινία χάρη στη δυναμική σκηνοθεσία του Emmer που με την ευαίσθητη κάμερα του συλλαμβάνει την αλληλεπίδραση των διαφόρων αναγνωρίσιμων καθημερινών χαρακτήρων δημιουργώντας ένα μικρό κινηματογραφικό κόσμημα.