Βραβείο Σεναρίου

70o Φεστιβάλ Καννών

 

ΕYΤΥΧΙΣΜΕΝΟΣ ΛΑΖΑΡΟΣ

(Ηappy As Lazzaro / Lazzaro Felice)

 

Μια ταινία της: Αλίτσε Ρορβάχερ

Με τους:  Αντριάνο Ταρντιόλο, Λούκα Τσικοβάνι, Άλμπα Ρορβάχερ, Σέρζι Λόπεζ, Νικολέτα Μπράτσι

28 Μαρτίου στους κινηματογράφους από την Seven Films

«Σε παρασύρει στους απρόβλεπτους ρυθμούς του και τις καθηλωτικές ποιητικές εικόνες του» INDIEWIRE

 

«Πανέμορφα σκηνοθετημένο, σαν ένα πολύτιμο κειμήλιο μιας χαμένης κινηματογραφικής εποχής» SCREEN INTERNATIONAL

 

«Mια ειρωνική ματιά στην ανθρώπινη συμπεριφορά με γενναιόδωρες δόσεις συναισθημάτων» VARIETY

 

Μετά τις ταινίες «Ουράνιο Σώμα» και «Τα Θαύματα», που συμμετείχαν στο Φεστιβάλ Καννών – με τη δεύτερη να κερδίζει και το Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής το 2014 – η πολυβραβευμένη δημιουργός Αλίτσε Ρορβάχερ επιστρέφει με μια αντισυμβατική αλληγορία, μια σύγχρονη ματιά στον Ιταλικό Νεορεαλισμό και βραβεύεται ξανά στις Κάννες, με το Βραβείο Καλύτερου Σεναρίου.

Σύνοψη

Αυτή είναι η ιστορία του Λάζαρο, ενός νεαρού χωρικού τόσο καλόκαρδου που περνιέται για αφελής και του Τανκρέντι, ενός νέου αριστοκρατικής καταγωγής, καταραμένου από την ίδια του την φαντασία. Ένας ισχυρός δεσμός δημιουργείται μεταξύ τους, όταν ο Τανκρέντι ζητά από τον Λάζαρο να τον βοηθήσει να σκηνοθετήσει την ίδια του την απαγωγή. Αυτή η περίεργη κι απρόσμενη συμμαχία είναι μια αποκάλυψη για τον Λάζαρο. Μια φιλία τόσο πολύτιμη που θα ταξιδέψει τον Λάζαρο στον χώρο – και τον χρόνο –  σε αναζήτηση του Τανκρέντι. Στην πρώτη του φορά στη σύγχρονη μεγαλούπολη ο Λάζαρο είναι σαν ένα θραύσμα του παρελθόντος, χαμένο στο μοντέρνο κόσμο. 

Σημειώσεις της Αλίτσε Ρορβάχερ

Ο «ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΣ ΛΑΖΑΡΟΣ» είναι η ιστορία μιας, μικρότερης σε σημασία για τους ανθρώπους, αρετής. Χωρίς θαύματα, χωρίς εξουσίες ή υπερδυνάμεις, χωρίς ειδικά εφέ. Είναι η αρετή του να ζεις σε αυτόν τον κόσμο χωρίς να σκέφτεσαι τίποτα κακό για κανέναν και απλά να πιστεύεις στους ανθρώπους – γιατί υπάρχει άλλος δρόμος, ο δρόμος της καλοσύνης, που οι άνθρωποι επέλεγαν πάντα να αγνοούν, αλλά που πάντα επανεμφανίζεται για να τους αμφισβητήσει. Σαν κάτι που θα μπορούσαμε να έχουμε, αλλά ποτέ δεν το θέλαμε.

Ταξιδεύοντας στη χώρα μου και στον χρόνο, έχω συναντήσει πολλούς «Ευτυχισμένους Λάζαρους”, ανθρώπους που θα χαρακτήριζα καλούς, αλλά που δεν αφιέρωσαν τη ζωή τους στο να κάνουν οι ίδιοι το καλό, γιατί δεν γνώριζαν τι σημαίνει να «κάνεις το καλό». Είναι αυτοί που μένουν στο παρασκήνιο, αυτοί που παραιτούνται για να αφήσουν χώρο στους άλλους, που δεν θέλουν να «ενοχλούν». Δεν ξέρουν καν πώς να ξεχωρίσουν, ή μάλλον δεν θεωρούν ότι είναι δυνατόν να ξεχωρίσουν. Είναι αυτοί που ολοκληρώνουν τις βαριές, δυσάρεστες δουλειές που αφήνουν οι υπόλοιποι, βάζοντας στη θέση τους τα πράγματα που οι άλλοι προσπερνάνε και που κανείς δεν τους παρατηρεί όταν το κάνουν, κανείς δεν τους προσέχει. Τα βιβλία και οι ταινίες μιλούν πολύ συχνά για τους ήρωες που επαναστατούν, που πολεμούν την αδικία, που μεταμορφώνουν τον εαυτό τους θέλοντας να αλλάξουν τον κόσμο. Αλλά ο δικός μας Λάζαρος δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο και η αρετή του δεν μπορεί να αναγνωριστεί. Έτσι όπως τους φανταζόμαστε, οι ενάρετοι πρέπει να έχουν δύναμη και χάρισμα, πρέπει να επιβάλλουν τους εαυτούς τους. Αλλά δεν πιστεύω η αρετή, η ιερότητα, είναι χάρισμα. Αντίθετα, πιστεύω ότι αν ένας άγιος  εμφανιζόταν σήμερα με μια ουτοπική έκκληση για έναν άλλον τρόπο ζωής, εάν εμφανιζόταν στον σημερινό, σύγχρονο τρόπο ζωής μας, δεν θα τον αναγνωρίζαμε καν, θα βρίσκαμε τον τρόπο να απαλλαγούμε απ αυτόν χωρίς δεύτερη σκέψη. Μιλάμε, βέβαια, για μια θρησκεία με βάση την ανθρωπιά, όχι για μια επίσημη θρησκεία με τα εκθαμβωτικά ρούχα της και τους εβδομαδιαίους κανόνες της.

Ήθελα να χρησιμοποιήσω τις περιπέτειες του Λάζαρο για να μιλήσω – με όσο το δυνατόν πιο ήπιο τρόπο, με αγάπη και χιούμορ – για την τραγωδία που έχει καταστρέψει τη χώρα μου, δηλαδή το πέρασμα από έναν υλικό Μεσαίωνα σε έναν ανθρώπινο Μεσαίωνα: το τέλος του αγροτικoύ πολιτισμού, τη μετανάστευση σε πόλεις χιλιάδων ανθρώπων, που δεν γνώριζαν τίποτα για το σύγχρονο, το μοντέρνο, την απόφαση τους να αφήσουν τα λίγα που είχαν, για ακόμη λιγότερα. Έναν κόσμο  βρώμικων εκμεταλλεύσεων που τελειώνει και μετατρέπεται σε έναν νέο κόσμο, πιο γυαλιστερών, πιο ελκυστικών εκμεταλλεύσεων.

Χωρίς να το γνωρίζει, ο Λάζαρο ταξιδεύει στον χρόνο και με μεγάλα φιλικά ανοιχτά μάτια αντιμετωπίζει τις σύγχρονες εικόνες ως αινίγματα. Γιατί ταξιδεύει στον χρόνο; Για να αναδιπλώσει τις σελίδες της Ιστορίας, βλέποντας εποχές που είναι τόσο αντιφατικές αλλά παρόλα αυτά παρόμοιες – ήταν πάντα μια επιθυμία μου όταν ήμουν στο σχολείο να ταρακουνήσω το βιβλίο και να ανακατέψω τις κάρτες. Κι ο κινηματογράφος μπορεί να το κάνει αυτό.

Για να δημιουργήσω την ιστορία ξεκίνησα από ένα πραγματικό γεγονός που με είχε συγκλονίσει:  Μια ιστορία, στην οποία μια Μαρκησία στην κεντρική Ιταλία εκμεταλλεύτηκε την απομόνωση μερικών από τα κτήματά της για να κρατήσει τους αγρότες στο σκοτάδι για το ότι είχε έρθει το τέλος της εποχής της «επίμορτης αγροληψίας». Όταν, το 1982, τα συμβόλαια μερικής καλλιέργειας μετατράπηκαν σε συμβόλαια με μισθώσεις ή με αμειβόμενη εργασία, η Μαρκησία έκανε σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Έτσι, για μερικά χρόνια ακόμα, οι αγρότες της συνέχισαν να ζουν σε συνθήκες ημι-δουλοπρέπειας, παρά το ότι η κατάργηση της «επίμορτης αγροληψίας» μετέτρεψε μια εκμετάλλευση αιώνων, ή ακόμη και χιλιετίας, σε συμβάσεις επί ίσοις όροις που ρυθμίζονται από τους νόμους του κράτους. Ήμουν πάντα βαθιά συγκινημένη από την ιστορία αυτών των αγροτών που άργησαν σ’ αυτό το  ραντεβού με την ιστορία, που είχαν αποκοπεί από την αλλαγή και θα μπορούσαν να πάρουν μόνο τα απομεινάρια μιας τόσο σημαντικής μεταρρύθμισης.

 28 Μαρτίου στους κινηματογράφους

από την Seven Films  

Δείτε το τρέιλερ εδώ:

      Διάρκεια: 125’