Η «Σύζυγος» είναι πέρα και πάνω από όλα τα άλλα μια ταινία δυο πολύ μεγάλων ερμηνειών. Ο Jonathan Pryce παίζει τον Joe Castleman, έναν διάσημο μυθιστοριογράφο υψηλού ταλέντου, επιτυχίας και φήμης, ο οποίος βρίσκεται στο επίκεντρο ως η μεγαλύτερη λογοτεχνική πένα της γενιάς του. Είναι χαρισματικός ,επικοινωνιακός αλλά και απίστευτα εγωκεντρικός.

Η  Glenn Close είναι η σύζυγος του, Joan, που τον ερωτεύτηκε όταν ήταν η πολύ ταλαντούχα μαθήτρια του στο Smith College στα τέλη της δεκαετίας του 1950 και εγκατέλειψε τις δικές της συγγραφικές φιλοδοξίες. Τώρα είναι μια γυναίκα που καλύπτει τις ανάγκες του Joe, οργανώνει τα χάπια του, οργανώνει το πρόγραμμά του και παραμένει στη σκιά της διασημότητας του. Η ήσυχη αποδοχή της άδικης αυτής παρτίδας έχει πάρει πολύ καιρό, περίπου 35 χρόνια. Εν τω μεταξύ, το ανεξέλεγκτο εγώ του Joe τον έχει οδηγήσει σε αμέτρητες απιστίες που έχουν προκαλέσει τραύματα χωρίς να καταστρέψουν τον ιδιότυπο γάμο του.

Νωρίς το πρωί μιας μέρας  του 1992, το τηλέφωνο χτυπάει στο πανέμορφο σπίτι τους στο Κονέκτικατ και ο Joe σηκώνεται και ζητά από  την  Joan να τρέξει για να ακούσει στην άλλη γραμμή ( σε μια σκηνή προοικονομίας). Μαζί λοιπόν μαθαίνουν τα πολυπόθητα νέα: στον Joe θα απονεμηθεί το βραβείο Νόμπελ  λογοτεχνίας. Αμέσως μετά γιορτάζουν ιδιωτικά τον θρίαμβο τους  χοροπηδώντας σαν παιδιά πάνω-κάτω στο κρεβάτι σαν σε τραμπολίνο, σε μια  αστεία, αλλά και βαθιά συγκινητική σκηνή.

Αυτό ξεκινάει μια αλυσιδωτή σειρά εκδηλώσεων, αρχίζοντας από μια υποδοχή στο σπίτι τους, στην οποία συμμετέχουν συνάδελφοι του Joe, μερικοί από τους μαθητές του, δημοσιογράφοι από αναγνωρισμένες εκδόσεις, όπως οι New York Times, και τα δύο παιδιά των Joe και Joan: η Susannah (Alix Wilton Regan), η οποία είναι έγκυος, φαίνεται ευτυχισμένη και προφανώς έχει συμβιβαστεί με το γεγονός ότι ο αξιαγάπητος πατέρας της  βάζει πάντα την καριέρα του  μπροστά από την οικογένεια και ο David (Max Irons), ο μόνιμα θλιμμένος γιος, επίδοξος συγγραφέας που λαχταράει τον έπαινο του πατέρα που ποτέ δεν  παίρνει.

Καθώς ο Joe φουσκώνει από περηφάνια στο προσκήνιο, φροντίζει πάντοτε να ευχαριστεί δημόσια τη Joan και να λέει ότι δεν θα μπορούσε να πετύχει τίποτα χωρίς αυτήν – ακόμα κι όταν η Joan συνεχίζει να λέει στον Joe ότι δεν θέλει να αποδεχθεί τον ρόλο της συζύγου που ζει μόνιμα στη σκιά του. Η δυσαρέσκεια της μεγεθύνεται στη Στοκχόλμη, καθώς οι νικητές των Νόμπελ αντιμετωπίζονται σαν αυθεντίες, ενώ οι σύζυγοι τους ενθαρρύνονται να κάνουν εξόδους για αγορές και να απολαύσουν ημερήσιες εκδρομές. Εν τω μεταξύ, ένας ενοχλητικός και γλοιώδης  συγγραφέας (Christian Slater)  πιέζει φορτικά – ενίοτε με εκβιαστικό τόνο- για να αναλάβει το γράψιμο της βιογραφίας του Joe, περιμένοντας με τυχοδιωκτισμό τη σωστή στιγμή για να κερδίσει την εμπιστοσύνη τουλάχιστον ενός μέλους της οικογένειας. ‘Αραγε γνωρίζει κάποιο καλά φυλαγμένο μυστικό για το ζευγάρι ;

Οι αναδρομές από τη δεκαετία του 1950 δείχνουν πώς ο τότε νέος  Joe (Harry Lloyd), ένας παντρεμένος καθηγητής κολλεγίου, γοητεύει την μαθήτρια του Joan (Annie Starke, κόρη της Close που δίνει μια πραγματική αναγέννηση μιας νεότερης εκδοχής της μητέρας της). Κατά ένα παράδοξο τρόπο ,η «γραφή» αποτελεί κυριολεκτικά τον συνδετικό ιστό της ύπαρξης του ζευγαριού. Και με κάθε νέα αναδρομή, μαθαίνουμε όλο και περισσότερα για τη σχέση τους, και πως ακριβώς  έφτασαν εκεί που είναι τώρα.

Ο Σουηδός σκηνοθέτης Bjorn Runge, που εργάστηκε με την διασκευή  της Jane Anderson σε ένα μυθιστόρημα της Meg Wolitzer ,εμφανίζει μια ευέλικτη αφήγηση με σωστό timing για τις  αναδρομές στο παρελθόν. Ο Runge σοφά επιλέγει μια απλή προσέγγιση χωρίς εξεζητημένα σκηνοθετικά τρικ  και δίνει βαρύνουσα σημασία στους καλογραμμένους διαλόγους και τους ηθοποιούς. Ο Pryce μας χαρίζει μια δαιμονικά αποτελεσματική ερμηνεία ως ο αδιαμφισβήτητα χαρισματικός αλλά και αρρωστημένα  εγωπαθής Joe Castleman. Η Glenn Close είναι αληθινά συνταρακτική. Μεταλλάσσει τα συναισθηματικά της εργαλεία με υποδειγματική  ακρίβεια ,μερικές φορές μέσα σε ένα λεπτό και είναι εξίσου εξαιρετική στις έντονες, αλλά και τις ήσυχες στιγμές της.

Υπάρχουν αρκετοί λόγοι για να παρακολουθήσει κάποιος μια ταινία, αλλά μερικές φορές είναι ωραίο να καθίσει και να απολαύσει  σπουδαίους ηθοποιούς να δίνουν ερμηνευτικό ρεσιτάλ. Αυτή είναι η περίπτωση της  «Συζύγου», της εξαίσιας ταινίας του Björn Runge για τον γάμο, την συντροφικότητα, την αλήθεια, την ενδυνάμωση και, σε κάθε περίπτωση, τη λογοτεχνία. Η ιστορία είναι θαυμάσια, αλλά αυτό που απογειώνει την ταινία είναι η λάμψη που εκπέμπουν ο Jonathan Pryce και η Glenn Close που μας χαρίζουν  δυο ερμηνείες ζωής.