Από τη Ντίμη Θεοδωράκη

 

Ödön von Horváth

 «Είμαι Βαυαρέζος. Οι γονείς μου έχουν ένα κτήμα στο Murnau: ο Βαυαρέζος προέρχεται από τη διασταύρωση πιθήκου και Τυρολέζου»

Το πιο διάσημο λαϊκό έργο του Aυστρο-ούγγρου, γερμανομαθή συγγραφέα Έντεν φον Χόρβατ (Ödön von Horváth 1901 -1938) «Ιστορίες από το Δάσος της Βιέννης» παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1931 στο Βερολίνο. Tην ίδια χρονιά ο συγγραφέας πήρε το βραβείο Kleist για το έργο του «Ιταλική Νύχτα».

Ο Χόρβατ έλεγε ότι το δραματικό θέμα των έργων του ήταν κυρίως ο συνεχής πόλεμος ανάμεσα στο συνειδητό και το υποσυνείδητο. O στόχος του Χόρβατ ήταν το ξεμασκάρεμα της συνείδησης για να χτυπήσει τα καταστροφικά ένστικτα του ανθρώπου. Μέσα από το έργο του προβλέπει τον εφιάλτη του Ναζισμού που είναι προ των πυλών…

 

«Πολλοί άνθρωποι βρίσκουν τα έργα μου απαίσια κι αντιπαθητικά, γιατί ακριβώς δεν μπορούν να ταυτιστούν με τις φρικιαστικές πράξεις που συμβαίνουν. Οι αποτρόπαιες πράξεις τους απωθούν. Τις αναγνωρίζουν και δεν μπορούν να τις ζήσουν. Για μένα υπάρχει μόνο ένας νόμος: ο νόμος της αλήθειας»

Για τον Ödön von Horváth έχουν πει:

WALTER MEHRING: «Χθες πρεμιέρα οι «Ιστορίες από το δάσος της Βιέννης» του Χόρβατ. Ένας νέος Βέντεκιντ! Απόηχοι των εντικτώδικων παραφωνιών του Μπύχνερ – Βόϋτσεκ…».

HANS WEIGEL: «Είναι μεγάλος δάσκαλος ηθικής. Είναι πολύ τίμιος και συμπάσχων πολίτης των χρόνων του μεσοπολέμου. Αν δεν υπήρχε η λέξη «λαϊκό έργο» πριν τον Χόρβατ, θα έπρεπε να καθιερωθεί από τα έργα του Χόρβατ και πέρα. Η Αυστρία δεν του συγχωρεί το «Ιστορίες από το δάσος της Βιέννης». Κριτικοί και κοινό δεν μπορούν να δεχθούν εύκολα το σοβαρό ανακατεμένο με το φτηνό, την ποίηση με την σάτιρα, την πραγματικότητα με τη φαντασία (εδώ κόντεψαν να αγνοήσουν ένα Βέντεκιντ!)».

«Μας διηγούνταν αδιάκοπα ιστορίες τετριμμένες. Είχε μια τάση αυτοκαταστροφής, να κάνει ανόητα πράγματα γιατί τον πλήγωνε βαθιά η ανοησία της ζωής«.

«Ήξερε πολύ καλά τις καταπληκτικές του ικανότητες, αλλά είχε υπερβολική ταπεινοφροσύνη».

«Εξαφανιζόταν ξαφνικά… όλοι τον συμπαθούσαν, ειδικά οι γυναίκες ξετρελαίνονταν, στην ουσία όμως παρέμενε μόνος του».

«Γελαστός άνθρωπος, αν και μελαγχολικός».

«Μισούσε τα καινούρια ρούχα, την τσάκιση στα παντελόνια, το σμόκιν, τα γιλέκα και τους σκληρούς γιακάδες, ήταν όμως πάντοτε κομψός».

«Μισούσε τα μεγάλα καφενεία, τα μπαρ και τα χορευτικά κέντρα και αγαπούσε τα καπηλειά, τα καφενεδάκια και τις ταβέρνες».

 

To έργο

Η Μαριάννε, η κόρη του ιδιοκτήτη του καταστήματος παιχνιδιών, γνωστού ως «Μάγου», είναι αρραβωνιασμένη με τον Όσκαρ, ο οποίος έχει το χασάπικο του δίπλα στου πατέρα της, στον όγδοο τομέα της Βιέννης. Κατά τη διάρκεια ενός ομαδικού πικ-νικ στο Δάσος της Βιέννης, στις όχθες του γαλάζιου Δούναβη, η Μαριάννε ερωτεύεται τον εμφανίσιμο Άλφρεντ, ο οποίος ζει από στοιχήματα αγώνων και τον ιππόδρομο, ενώ μέχρι τότε σχετίζεται με την Βαλερί, μια πενηντάρα, που έχει το μικρό καπνοπωλείο, και η Valerie με τη σειρά της γοητεύει τον φοιτητή Έριχ από το Κάσελ.

Η Μαριάννε διαλύει τον αρραβώνα της και μένει μαζί με τον Άλφρεντ εκτός γάμου από τον οποίο αποκτά ένα παιδί. Ο πατέρας της Marianne αποκηρύσσει την κόρη του.  Το παιδί πηγαίνει στη μητέρα του Alfred στο Wachau και ο Άλφρεντ παρατάει την Μαριάννε. Εν τω μεταξύ, η Valerie αναλαμβάνει τον Erich, που είναι μέλος της Χιτλερικής Νεολαίας. Η Μαριάννε καταλήγει να δουλεύει ως στρίπερ στο νυχτερινό κέντρο διασκέδασης «Μαξίμ». Ο Oskar εξακολουθεί ν’ αγαπά τη Marianne, θέλει να  την παντρευτεί, αλλά όχι όσο υπάρχει το παιδί. Εκείνη, μετά την απόρριψη όλων και αφού φτάνει στο χαμηλότερο σημείο της ταπείνωσης της, όταν ο πατέρας της την βλέπει να χορεύει στο Μαξίμ και καταλήγει στη φυλακή για μια περιστασιακή κλοπή, επιστρέφει απελπισμένα στο σπίτι των γονιών της. Ο πατέρας της τη συγχωρεί και ο Oskar θέλει να την παντρευτεί – ακόμη και με το παιδί της. Η Μαριάννε γυρίζει από ανάγκη στον Όσκαρ. Ο Άλφρεντ επιστρέφει στη Valerie. Ένα ευτυχές τέλος διαφαίνεται στον ορίζοντα, καθώς όλοι πάνε στο Wachau, στη γιαγιά του Alfred. Όμως το παιδί είναι νεκρό και η γιαγιά είναι υπεύθυνη για το θάνατο του. Η συνέχιση μιας άλογης βιαιότητας επιβεβαιώνεται γι’ ακόμη μια φορά.

Δεν υπάρχει ευτυχές τέλος για τον Ödön von Horváth. Ο ίδιος ασχολήθηκε με την οικονομική κρίση της δεκαετίας του 1920, παρακολουθούσε τη ζωή της κατώτερης μικροαστικής τάξης ως επί το πλείστον και εξέθεσε αμείλικτα το  περιβάλλον αυτό στα Volksstücke του.

«Πατρίδα μου είναι ο λαός»

Ο Χόρβατ σκοτώνεται το 1938 από ένα κλαδί δέντρου στη Λεωφόρο Champs-Elysées.

 

Η παράσταση

Η φτώχεια των γλωσσικών κλισέ των χαρακτήρων του Χόρβατ

«Μου αρέσουν αυτές οι λανθασμένες φράσεις που δείχνουν τα χάλια και τις αντιφάσεις της συνείδησης, που συνήθως συναντώνται μόνο στον Τσέχωφ και τον Σαίξπηρ», γράφει ο Peter Handke το 1972.

Η αγλωσσία των ηρώων του Χόρβατ, δηλαδή οι παπαγαλισμοί, οι παροιμίες, οι κοινοτυπίες, οι φόρμες ευγένειας και δυσανασχέτησης είναι μια γλώσσα κλισέ ημιμάθειας, λέει ο Franz Xaver Kroetz. Από την έναρξη ήδη του έργου μπαίνουμε στο κλίμα αυτό, καθώς ακούμε τους ηθοποιούς Νίκο Αλεξίου (Άλφρεντ) και Κατερίνα Λυπηρίδου (η μητέρα του) να συζητούν κατ’ αυτόν τον τρόπο με ανόητες επαναλήψεις λέξεων (μπράβο-μπράβο) και λανθασμένη χρήση λέξεων.

Ανάμεσα στις μουσικές του Γιόχαν Στράους «Ιστορίες από το Δάσος της Βιέννης», “Γαλάζιος Δούναβης” και «Ανοιξιάτικες Φωνές», το υπέροχο πιάνο της Μαρίνας Χρονοπούλου που παίζει live, παρεμβάλλεται πολύ συχνά ανάμεσα στους διαλόγους και ομορφαίνει την παράσταση. Υπό τους ήχους του πιάνου και του ρυθμικού χτύπου του μαχαιριού πάνω στις λειτουργικές ορθογώνιες τάβλες της σκηνογράφου Χριστίνας Κάλμπαρη ιδιαίτερα προσφιλείς στους Γερμανο-Αυστριακούς λαούς (Stammtisch)- που δεσπόζουν στη σκηνή, οδηγεί η σκηνοθέτης Μαριάννα Κάλμπαρη τους ηθοποιούς της σε μια ενδιαφέρουσα επαναληπτικότητα λέξεων και κινήσεων, απόλυτα χορογραφημένη.

Η σύνδεση του έργου με την σημερινή παγκόσμια κρίση είναι εμφανής.  Αυξανόμενη ανεργία, γενικευμένη φτώχεια, φτώχεια των εκφραστικών μέσων. «Η εργασία με την παλιά έννοια δεν είναι πλέον κερδοφόρα», λέει ο τυχοδιώχτης Άλφρεντ του Νίκου Αλεξίου. Ο κόσμος βρίσκεται σ’ ένα μαζικό εμφύλιο πόλεμο όσον αφορά στην εργασία και στο εισόδημα. Σ’ ένα πόλεμο υπάρχουν νικητές και ηττημένοι. Νικητής εδώ αναδεικνύεται ο Όσκαρ του Νικόλα Χανακούλα, γιατί έχει το κρεοπωλείο που βασίζεται άμεσα στις ανάγκες της ζωής, όπως η τροφή («ένα χασάπικο είναι πάντα σίγουρο»), και φυσικά ένας οικονομικά επιτυχημένος Χριστιανός είναι κι ένα καλό μέλος της κοινωνίας.

«…στη σημερινή εποχή έχουν έρθει τα πάνω-κάτω. Πάει η τιμιότητα, η πίστη, οι ηθικές αρχές. Όλα παραπαίουν…όλα είναι ώριμα για τον κατακλυσμό» λέει ο Μάγος του Νίκου Χατζόπουλου, ηθοποιός με πλούσια παλέτα εκφραστικών διαφοροποιήσεων.

Η Κωνσταντίνα Τάκαλου δεν φοβάται την πρόκληση και την υπερβολή. Οι δραματικές κορυφώσεις της διακρίνονται για την θαυμαστή ισορροπία ανάμεσα στον προφορικό λόγο και τη σωματική έκφραση. Η Μαριάννε της είναι ένα κορίτσι με ιδεαλιστικές ιδέες για την ευτυχία και τον άνθρωπο. Εύθραυστη και αδύναμη, σπάει, ανίκανη να εξηγήσει την πορεία της και την κατάληξή της.

Η Ιωάννα Μαυρέα σκιαγραφεί με άνεση τη Βαλερί, μια γυναίκα με εγωισμό, επιφανειακή και αισθησιακή.

Η δουλειά των ηθοποιών (Νίκος Αλεξίου, Νικόλας Χανακούλας, Κατερίνα Λυπηρίδου, Σμαράγδα Σμυρναίου, Βασίλης Μαγουλιώτης, Θόδωρος Γράμψας, Δημήτρης Δεγαΐτης, Μαριλένα Μόσχου) ανταποκρίνεται  αποτελεσματικά στο σκηνοθετικό εγχείρημα της Μαριάννας Κάλμπαρη και  με τη συμβολή των μαθητών της Δραματικής Σχολής του Θεάτρου Τέχνης (Κωνσταντίνος Καραντζής, Αλέξανδρος Σκουρλέτης, Άννα-Μαρία Παπαϊωάννου, Ματίλντα Τουμπουρού) παρουσιάζουν ατομικά και ως σύνολο την ανθρώπινη αλλοτρίωση σε κάθε της μορφή.

 

Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν

Υπόγειο

Πεσμαζόγλου 5 | Τηλ. 2103228706

 

“ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΔΑΣΟΣ ΤΗΣ ΒΙΕΝΝΗΣ”

Έντεν Φον Χόρβατ 

Πρεμιέρα: Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2019 

 Η πολυαναμενόμενη μεγάλη παραγωγή του Θέατρου Τέχνης κάνει πρεμιέρα στις 21 Φεβρουαρίου  στο Υπόγειο. Το αριστούργημα του Χόρβατ παρουσιάζεται από δεκαεξαμελή θίασο και συνοδεύεται από ζωντανή μουσική  και τραγούδια. Όλα τα εισιτήρια διατίθενται σε προσφορά 10 ευρώ, μέσω www.viva.gr, έως και μια μέρα πριν την πρεμιέρα.

Τίποτε δε μας δίνει τόσο την αίσθηση του άπειρου όσο η βλακεία”: αυτή τη φράση χρησιμοποιεί ο Χόρβατ για να προλογίσει το έργο του.

Και αν ένα πράγμα χαρακτηρίζει όλους τους ήρωες του έργου είναι η βλακεία…Η βλακεία που συνοδεύει την αμορφωσιά, τη θρησκοληψία, το συντηρητισμό, την ημιμάθεια, την αδιαφορία, τον ατομικισμό και φυσικά το φασισμό στον οποίο αναπόφευκτα οδηγείται μια κοινωνία με όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά.

Το 1931, έξι μόλις χρόνια πριν τον πρόωρο θάνατό του, ο Χόρβατ γράφει τις “Ιστορίες από το δάσος της Βιέννης” προβλέποντας την άνοδο του Χίτλερ και την έλευση ενός ακόμα παγκοσμίου πολέμου.

Με πολύ χιούμορ, σκληρότητα αλλά και συμπόνοια σκύβει πάνω από τους μικροαστούς ήρωές του. Αυτούς τους ήρωες που πιστεύουν στο Θεό από συνήθεια και υποστηρίζουν το ναζισμό από απάθεια και αμάθεια. Αυτούς τους ήρωες που δεν είναι ούτε “καλοί”, ούτε “κακοί”…απλώς “μικροί” και “φτηνοί”. Άρα δίχως ελπίδα, λέει ο Χόρβατ.

Ιστορίες από το δάσος της Βιέννης” είναι στην πραγματικότητα ο τίτλος του ομώνυμου βαλς του Γιόχαν Στράους που επανέρχεται ως επωδός στο έργο, συνοδευόμενο από μερικά ακόμα πασίγνωστα βαλς του συνθέτη, όπως ο “Γαλάζιος Δούναβης”. Τι σχέση μπορεί να έχει αυτή η υπέροχη, λαμπερή  μουσική με τους ήρωες του έργου; Καμμία! Κι όμως τη νοσταλγούν, όπως νοσταλγούν μια ‘άλλη ζωή’, ένα λαμπερό, ένδοξο παρελθόν της πόλης τους. Ένα παρελθόν που δε γνώρισαν, ούτε τους συμπεριέλαβε ποτέ…

Υπόθεση

Η νεαρή Μαριάννε θέλει να αντισταθεί στην ανοησία του κόσμου που την περιβάλλει. Προσπαθεί να ξεφύγει από το τέλμα της καθημερινότητας, διαλύει τον αρραβώνα που της έχει επιβάλει ο πατέρας της και ρισκάρει τη ζωή της ακολουθώντας ένα γοητευτικό τυχοδιώκτη που ζει από τον ιππόδρομο. Όμως, πολύ σύντομα μέσα από ένα δύσβατο οδοιπορικό και πολλές άτυχες, δραματικές περιπέτειες θα οδηγηθεί εξαντλημένη, και πάλι στην αγκαλιά του πρώην αρραβωνιαστικού της: ό,τι πεισματικά και ηρωικά προσπάθησε να αποφύγει, της απονέμεται στο τέλος ως νομοτελειακή δικαιοσύνη, ενώ γύρω της–και μέσα της- η ανοησία συνεχίζει να βασιλεύει θριαμβευτικά.

Μετάφραση: Γιώργος Δεπάστας

Σκηνοθεσία: Μαριάννα Κάλμπαρη με τη συνεργασία του θιάσου

Βοηθός σκηνοθέτη: Μαριλένα Μόσχου

Δραματολόγος παράστασης: Έλενα Τριανταφυλλοπούλου

Σκηνικά: Χριστίνα Κάλμπαρη

Κοστούμια: Ιφιγένεια Νταουντάκη

Μουσική Επιμέλεια: Μαρίνα Χρονοπούλου – Μαριάννα Κάλμπαρη

Φωτισμοί: Στέλλα Κάλτσου

Βοηθός σκηνογράφου: Σοφία Αρβανίτη-Φλώρου

Φωτογραφίες: Μυρτώ Αποστολίδου 

Πρωταγωνιστούν (αλφαβητικά):

Νίκος Αλεξίου,  Θόδωρος Γράμψας, Δημήτρης Δεγαΐτης, Κατερίνα Λυπηρίδου, Βασίλης Μαγουλιώτης, Ιωάννα Μαυρέα, Σμαράγδα Σμυρναίου, Κωνσταντίνα Τάκαλου, Νικόλας Χανακούλας, Νίκος Χατζόπουλος.

Στο πιάνο η Μαρίνα Χρονοπούλου

Συμμετέχουν: Μαριλένα Μόσχου και οι μαθητές της Δραματικής Σχολής του Θεάτρου Τέχνης Κωνσταντίνος Καραντζής, Αλέξανδρος Σκουρλέτης, Άννα-Μαρία Παπαϊωάννου, Ματίλντα Τουμπουρού.

Η παράσταση επιχορηγείται από το Υπουργείο Πολιτισμού

Παραστάσεις: Τετάρτη και Κυριακή στις 8μμ (εκτός Τετάρτης 3 Απριλίου)

Πέμπτη-Παρασκευή-Σάββατο στις 9.15μμ

Απογευματινή: Σάββατο 6.15μμ

Τιμές εισιτηρίων:

Τετάρτη και Κυριακή: 16 κανονικό, 12 μειωμένο, 8 ανέργων

Σάββατο: 18 κανονικό, 12 μειωμένο- ανέργων

Πέμπτη και Παρασκευή γενική είσοδος 12 ευρώ (και ανέργων)