Jacques Audiard: ένας σπουδαίος  αφηγητής ιστοριών

O Jacques Audiard αποτελεί ένα από τα πιο ισχυρά χαρτιά του λεγόμενου «ευρωπαϊκού» σινεμά και πιο ειδικά  είναι η απόδειξη της σταθερά παραγωγικής και ανθούσας γαλλικής κινηματογραφίας των τελευταίων ετών. Ο Audiard είναι ένας εξαίρετος αφηγητής ιστοριών. Στις ιστορίες του συνυπάρχουν  τραυματισμένοι άνδρες, λαμπερές γυναίκες, ανήσυχοι και σκληροί πατέρες κι ευάλωτοι γιοι… χαρακτήρες που η ζωή έχει κακοποιήσει αλλά αυτοί εφευρίσκουν τα μέσα και τους τρόπους για  μια καινούργια ζωή. Έχει γυρίσει μόλις οκτώ  ταινίες σε 25 χρόνια αλλά έχει σαρώσει τα βραβεία στα φεστιβάλ που συμμετείχε.

Είναι γιος του σκηνοθέτη και σεναριογράφου Michel Audiard και ξεκίνησε την καριέρα του γράφοντας τα σενάρια για τις ταινίες «Reveillon chez Bob!», «Mortelle randonnée», «Baxter», «Frequence Meurtre» και «Saxo».

Το 1994 πέρασε στη σκηνοθεσία με το σκοτεινό road movie «Κοίτα τους Άνδρες Όταν Πέφτουν» που απεικονίζει δύο άντρες-Mathieu Kassovitz και Jean-Louis Trintignant – από διαφορετικούς κόσμους κατορθώνοντας να κερδίσει το César για την καλύτερη πρώτη ταινία και το βραβείο Georges Sadoul.

Δύο χρόνια αργότερα, ο Audiard  επιμένει στον Mathieu Kassovitz για τη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του, «Ένας Πολύ Διακριτικός Ήρωας» (Βραβείο καλύτερου Σεναρίου στο Φεστιβάλ των Κανών το 1996),  προσαρμογή του μυθιστορήματος από τον Jean-François Deniau. Μια κομεντί γεμάτη χιούμορ, ειρωνική και δραματική συνιστά ένα μύθο για τη συχνά ύποπτη κατασκευή των ηρώων και της ηθικής στη συλλογική μνήμη.

Στη συνέχεια  κάνει πέντε χρόνια για να ολοκληρώσει την επόμενη ταινία του, «Πάνω στα χείλη μου», μια ιστορία αγάπης σε μαύρο φόντο με την Emmanuelle Devos στο ρόλο μιας απογοητευμένης από τη ζωή κωφής  που διαβάζει τα χείλη και τον Vincent Cassel  ως  αποφυλακισθέντα μικροκακοποιό. Αυτή η τρίτη ταινία του  κέρδισε 9 υποψηφιότητες Cesar και κέρδισε το Βραβείο Καλύτερου Σεναρίου και η  Devos το βραβείο  καλύτερης ηθοποιού.

Αυτή την επιτυχία ακολούθησε ο « Χτύπος που έχασε η καρδιά μου» ελεύθερη διασκευή ενός κλασικού αμερικανικού θρίλερ του Τζέιμς Τόμπακ (“Fingers”, «Δολοφόνος του Μανχάταν» 1978).Ο δημιουργός εκθέτει ένα τυραννισμένο ταξίδι αυτογνωσίας, από τον κατά βάθος ανώριμο και προβληματικό ήρωά του (ένας έξοχος Romain Duris) που είναι διχασμένος ανάμεσα στις καλλιτεχνικές φιλοδοξίες του και την ωμή πραγματικότητα στην οποία δραστηριοποιείται  ως κτηματομεσίτης, μεταξύ της μνήμης της μητέρας πιανίστας και την παρουσία ενός σκληρού και εγωιστή πατέρα (Niels Arestrup).

Το 2009 ο Γάλλος δημιουργός με τον «Προφήτη» μας χαρίζει ένα ζοφερό και βίαιο  φιλμ φυλακής που θυμίζει τα ανάλογα αμερικάνικα  έργα της δεκαετίας του 30. Ταινία με εξαιρετική ατμόσφαιρα και μια θυελλώδη ερμηνεία από τον πρωταγωνιστή-αποκάλυψη Tahar Rahim,  προτάθηκε για Χρυσό Φοίνικα και απέσπασε το Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής στο Φεστιβάλ Κανών 2009, καθώς και το Βραβείο Καλύτερης Ταινίας στο 53ο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ του Λονδίνου. Επίσης, η ταινία ήταν η επίσημη πρόταση της Γαλλίας στα Όσκαρ 2010.

Για την επόμενη ταινία του, «Σώμα με Σώμα»(2012), χρησιμοποιεί τη βραβευμένη με Όσκαρ Marion Cotillard: Είναι η Stephanie, μια εκπαιδεύτρια φαλαινών που μετά από εργατικό ατύχημα θα υποχρεωθεί να ζει με ακρωτηριασμένα από τα γόνατα και τα δυο της πόδια και ενός λούμπεν Βέλγου μποξέρ που ερμηνεύεται από τον Matthias Schoenaerts,  αποκάλυψη της βελγικής ταινίας «Bullhead». Το  φιλμ, στεγνό και λυρικό, βίαιο και  τρυφερό, σκοτεινό και αισθησιακό, φέρνει κοντά δυο θεωρητικά ασύμβατους χαρακτήρες.

Τρία χρόνια αργότερα, ο σκηνοθέτης παρουσιάζει στις Κάννες το δράμα  «Dheepan: Ο Άνθρωπος Χωρίς Πατρίδα» του 2015, αποσπώντας τον  Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες. Το φιλμ αναμειγνύει διαφορετικά είδη, βρίσκεται στο όριο κοινωνικού χρονικού, αισθηματικού μελοδράματος και θρίλερ. Αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στην καθαρή μυθοπλασία και τον κοινωνικό ρεαλισμό και θεωρήθηκε  επίκαιρη λόγω της κινητικότητας των προσφυγικών ρευμάτων.

 Ένα μελαγχολικό ,αλληγορικό γουέστερν 

Το γουέστερν αποτελεί το αμιγώς αμερικάνικο είδος κινηματογράφου. Τα χαρακτηριστικά του είναι η επική παρουσίαση της πρώτης φάσης της αμερικάνικης ιστορίας, η κινηματογράφηση ιστοριών που προέρχονταν άλλοτε από πραγματικά γεγονότα και άλλοτε από μύθους για την κατάκτηση της λεγόμενης Δύσης , με σενάρια στηριγμένα στο κλειστό αναπαραστατικό μοντέλο της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, με αρχή-μέση-σύγκρουση-λύση-κάθαρση.

Ωστόσο από τη δεκαετία του 1950 πολλοί σκηνοθέτες άρχισαν να χρησιμοποιούν τη φόρμα των γουέστερν ως τρόπο για να εξερευνήσουν βαθιά ριζωμένες συμπεριφορές σχετικά με το νόημα της Αμερικής, τον ηρωισμό, τη βία και το θάρρος. Η ηθική ασάφεια άρχισε να εισέρχεται στο είδος, ιδιαίτερα στην ευρωπαϊκή εκδοχή του 1960, με τα σπαγγέτι γουέστερν. Η αυξημένη κοινωνική ευαισθητοποίηση στη δεκαετία του 1970 οδήγησε σε μια σειρά από τα λεγόμενα »ρεβιζιονιστικά» γουέστερν που προσπάθησαν να παρουσιάσουν ιστορικά γεγονότα και συμπεριφορές με πιο ρεαλιστικούς όρους. Αυτά  είχαν μικρή εισπρακτική επιτυχία  μέχρις ότου μια σειρά προσεγμένων, μεγάλων προϋπολογισμών γουέστερν στις αρχές της δεκαετίας του 1990 αναζωπύρωσαν το ενδιαφέρον του κοινού για το είδος.

Οι  «Αδελφοί Σίστερς» είναι ένα μελαγχολικό αλληγορικό γουέστερν  που μεταλλάσσει με ευφυή τρόπο τους κώδικες  του είδους με τον Jacques Audiard, στην πρώτη αγγλόφωνη ταινία του,  να κερδίζει το Αργυρό Λιοντάρι για την καλύτερη σκηνοθεσία στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας. Το σενάριο του Audiard και του Thomas Bidegain βασίστηκε στο μυθιστόρημα του 2011 από τον Patrick Dewitt, νικητή διαφόρων λογοτεχνικών βραβείων, και ακολουθεί τη βασική πλοκή του μυθιστορήματος. Ωστόσο, ο συνήθης συνδυασμός του Audiard με σκληρό ρεαλισμό και λυρική απεικόνιση εμφανίζεται εδώ  και η ιστορία πηγαίνει σε μια διαφορετική κατεύθυνση από ότι αρχικά φαίνεται.

1851.Όρεγκον. Οι Charlie και Eli Sisters ζουν σε έναν άγριο και εχθρικό κόσμο, έχουν αίμα στα χέρια τους: αίμα εγκληματιών, αλλά και αίμα αθώων . Δεν είναι σαδιστές ,δεν αισθάνονται καμία ικανοποίηση όταν σκοτώνουν. Απλά αυτό είναι το επάγγελμα τους . Ο Charlie (Joaquin Phoenix) , δείχνει να γεννήθηκε γι ‘αυτό. Είναι μια μάζα από τεντωμένα νεύρα , αλκοολικός, κτηνώδης. σκοτεινός. Αν και νεότερος , ασκεί μεγάλη επιρροή στον αδελφό του για  λόγους που μαθαίνουμε σταδιακά όταν αποκαλύπτεται ένα τραγικό επεισόδιο στη ζωή τους.

Ο Eli (John C. Reilly) τον ακολουθεί πιστά και τον προστατεύει. Είναι ο πιο συναισθηματικός και πιο στοχαστικός από τους δύο. Προσκολλάται στο άλογό του, υποφέρει γι ‘αυτό όταν τραυματίζεται από μια αρκούδα. Ονειρεύεται μια άλλη ζωή, πιο ειρηνική, που θα σπάσει αυτόν τον κύκλο αίματος. Το αδίστακτο αφεντικό τους, ένας μυστηριώδης ηλικιωμένος άντρας, γνωστός μόνο ως Commodore (Rutger Hauer) τους αναθέτει να εντοπίσουν και να σκοτώσουν έναν ταλαντούχο χημικό που ονομάζεται Hermann Kermit Warm (Riz Ahmed). Ο Warm έχει εφεύρει μια φόρμουλα που  αποκαλύπτει άμεσα τον χρυσό που είναι κρυμμένος  στο νερό των ποταμών. Υπάρχει και ο John Morris (Jake Gyllenhaal), ένας δανδής ντετέκτιβ που κι αυτός αναζητά τον Warm. Ο Morris δεν λερώνει τα χέρια του με αίμα, αλλά λειτουργεί σαν λαγός για τους εκάστοτε εκτελεστές που τον ακολουθούν.

Όμως πριν μπορέσουν τα αδέλφια να φτάσουν στον Warm αυτός συνασπίζεται με τον Morris ,καθώς βρίσκουν σημεία επαφής. Είναι αξιοπρεπείς, μορφωμένοι  σε πλήρη αντίθεση με την κτηνώδη βιαιότητα των Σίστερς. Ο  συμβολισμός είναι ξεκάθαρος, με τον Warm και τον Morris να αντιπροσωπεύουν την πρόοδο του πολιτισμού, ενώ τα αδέλφια  την βάρβαρη άγρια ​​Δύση που πρέπει να εξημερωθεί.

Ο ιδεαλιστής Warm, ελπίζει να ιδρύσει μια νέα κοινότητα στο Τέξας, όπου οι  φιλειρηνικοί ομοϊδεάτες τους θα μπορούν να ζήσουν σύμφωνα με πραγματικά δημοκρατικές αρχές. Είναι ένα ουτοπιστικό όνειρο, αλλά και ένα όμορφο όνειρο. Είναι πρόδηλη η  αναφορά του Audiard στο γαλλικό πολιτικό κίνημα του Σαινσιμονισμού, πρώτη μορφή θεωρητικά επεξεργασμένου σοσιαλισμού, που ευαγγελίζεται την πρόοδο της ανθρωπότητας μέσω της επιστήμης, της εκβιομηχάνισης και ενός δίκαιου νομικού συστήματος.

Οι αρχικά παράλληλες τροχιές αυτών των δυο ασύμβατων ομάδων αναπόφευκτα  συγκλίνουν, με εκπλήξεις και  ανατροπές που καταλήγουν στην άκρη  ενός  μαγευτικού  ποταμού. Όμως  η τρέλα του χρυσού μολύνει όλους εκείνους που με τυφλή μανία τον αναζητούν. Ατέλειωτες σειρές από πόλεις φαντάσματα, συντρίμμια στην άκρη του ωκεανού, εγκαταλελειμμένα ερείπια από μεταλλευτικές έρευνες μαρτυρούν αυτόν τον καταστροφικό πυρετό της απληστίας. Το κάθε μέλος του ετερόκλητου κουαρτέτου σχεδιάζει το μέλλον του. Φυσικά, τίποτα δεν θα λειτουργήσει, όπως το φαντάζονται. Όσοι επιβιώσουν θα μείνουν για πάντα ακρωτηριασμένοι από την αλαζονεία τους και κυνηγημένοι από τους δαίμονες τους. Τότε η αντήχηση του κλασικού «Θησαυρού της Σιέρα Μάντρε» του John Huston γίνεται εκκωφαντική.

Τα πάντα λειτουργούν αρμονικά σε αυτή τη σκοτεινή, υπαρξιακή και φιλοσοφική αλληγορία. Η mise en scène του Audiard είναι λαμπρή, το κτίσιμο των χαρακτήρων υποδειγματικό ,οι μαίανδροι της αφήγησης συναρπαστικοί. Τα δυνατά σημεία των ηθοποιών τονίζονται, με τον  γιγαντόσωμο Reilly, να διαθέτει μια ασταθή δύναμη και τον  Phoenix να προσδίδει στον ρόλο του απίστευτη δυναμική στην τελική πράξη, όταν η σχέση του με τον αδελφό του μετασχηματίζεται με απροσδόκητο τρόπο.

Το τοπίο αιχμαλωτίζεται από τη μαγευτική φωτογραφία του Benoît Debie, με τρόπο παρόμοιο με αυτόν των γουέστερν του Anthony Mann  ως μια πανέμορφη αντανάκλαση των χαρακτήρων, που είναι περίπλοκοι άνθρωποι με συστατικά στοιχεία καλοσύνης όσο και ασυγχώρητης σκληρότητας. Ο Audiard πυροδοτεί τη δράση, με έντονες εκρήξεις βίας που θυμίζουν Peckinpah, αναστέλλοντας περιοδικά το μαύρο χιούμορ της ταινίας. Και η εξαιρετική μουσική του Alexandre Desplat, διαθέτει ειρωνεία και λεπτότητα, χιούμορ και βαρύτητα, συντροφεύοντας την οδυνηρή οδύσσεια της ταινίας.

Όπως έδειξε ο Audiard στα προγενέστερα γαλλόφωνα θρίλερ του είναι ένας συνεπής ουμανιστής, αλλά και ένας πρωτεϊκός ποιητής των τραυματισμένων ανδρών. Εκθέτει την ευπάθεια των χαρακτήρων του που καλύπτεται πίσω από το τραχιά συμπεριφορά τους. Η αιματοβαμμένη πορεία τους  μετατρέπεται  σε  διαδικασία συνειδητοποίησης του αδιεξόδου της  τυφλής  βίας. Το  αδυσώπητο ανθρωποκυνηγητό τους μετασχηματίζεται σε μια υπαρξιακή περιπλάνηση, σε μια βασανιστική ενδοσκόπηση. Είναι άραγε αυτό ένα μονοπάτι για τον τελικό εξανθρωπισμό τους;