Οι λάτρεις του σινεμά που έχουν δει και ξαναδεί όλα τα καθιερωμένα κινηματογραφικά έργα, που συμπεριλαμβάνονται στις αμέτρητες λίστες αξιολόγησης, μένουν πολλές φορές έκπληκτοι όταν ανακαλύπτουν το μεγαλείο άγνωστων ή άδικα υποτιμημένων ταινιών. Συνήθως πρόκειται για έργα άσημων δημιουργών που όμως έκαναν μια εξαιρετική ταινία και μετά εξαφανίστηκαν ή έργα γνωστών σκηνοθετών που ήταν μπροστά από την εποχή τους και δεν έγιναν κατανοητά ή ατυχώς έμειναν στη σκιά των μεγάλων επιτυχιών τους. Αυτή είναι η κατηγορία των ταινιών που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «κρυμμένα κινηματογραφικά διαμάντια». Αναζητήστε τα !!!

 

Ο δολοφόνος του Μανχάταν / Fingers (1978) του James Toback

Αν κάποιος  αρχίσει να παρακολουθεί το φιλμ “Fingers” μετά τους αρχικούς τίτλους σε λιγότερο από  15 λεπτά θα είναι σχεδόν βέβαιος ότι βλέπει μια ταινία του Martin Scorsese .Όλα σε αυτό κατατείνουν :ο  Harvey Keitel στοn ηγετικό ρόλο ,η λερωμένη φωτογραφία του Mike Chapman στους βρώμικους δρόμους της νέας Υόρκης ,η συστηματική χρήση της ποπ μουσικής ,η ευαισθησία και η εμβάθυνση στους χαρακτήρες ,η δαιμονική ένταση στις σπασμικές εκρήξεις βίας. Κι όμως θα κάνει λάθος. Πλήρης δημιουργός-σενάριο και σκηνοθεσία- αυτής της όντως «σκορσεζικής» ταινίας είναι ο μάλλον άγνωστος στο ευρύ κοινό James Toback . Ο Toback ‘εγραψε το σενάριο του “The Gambler”(1974) ,ακολούθησε το εντυπωσιακό σκηνοθετικό του ντεμπούτο με το “Fingers”,που δίχασε την κριτική, και στη συνέχεια λειτούργησε ως παραγωγός, σκηνοθέτης και  ηθοποιός . Ήταν υποψήφιος για Όσκαρ σεναρίου για το  “Bugsy” (1991), και ερμήνευσε τον μικρό ρόλο του καθηγητή στο “Alice” του Woody Allen (1990).

Ο Toback χρησιμοποιεί την ίδια θεματική και πολλές από τις τεχνικές κινηματογράφησης που χρησιμοποίησε ο Martin Scorsese στην πρώιμη δουλειά του. Οξεία κριτική ματιά στην αμερικάνικη κοινωνία, ατμοσφαιρικά γυρίσματα,  αντιστικτικό ντεκουπάζ, περιγραφή με τρυφερότητα των ανθρώπων της νύχτας. Έτσι το ‘Fingers”  θυμίζει έντονα τα“Who’s That Knocking at My Door?” και “Mean Streets” ,  δύο ταινίες στις οποίες  συμμετείχε ο Keitel. Παρόλο που αποδίδει σίγουρα φόρο τιμής στον Scorsese, ο Toback  διαμορφώνει το δικό του   στυλ του  βυθίζοντας τον θεατή σε αυτή το βίαιο, ρεαλιστικό, μη-Χόλιγουντιανό κρεσέντο που φανερώνει την ταραγμένη ψυχοσύνθεση του ήρωα του . Το 2005 ο σημαντικός Γάλλος δημιουργός Jacques Audiard γύρισε το γαλλόφωνο remake «Ο κτύπος που έχασε η καρδια μου» που όμως υπολείπεται από το πρωτότυπο σε φρεσκάδα,  αμεσότητα και φυσικά στην εκρηκτική ερμηνεία του Keitel .

Ο Jimmy Angelelli (Harvey Keitel) είναι ένας ταλαντούχος πιανίστας που φιλοδοξεί να παίξει στο Carnegie Hall. Ο πατέρας του  Ben Angelelli (Μιχαήλ Β. Gazzo), ένας γλοιώδης τοκογλύφος, τον χρησιμοποιεί ως εισπράκτορα χρεών, κάτι που τον φέρνει σε καθημερινή τριβή με τον υπόκοσμο. Μια μέρα που ο Jimmy παίζει στο πιάνο Bach βλέπει από το παράθυρο μια όμορφη, αλλά παράξενη κοπέλα που ονομάζεται Carol (Tisa Farrow). Κατεβαίνει αμέσως στον δρόμο και την ακολουθεί μέχρι στο ατελιέ της, στο κέντρο του Μανχάταν. Είναι γλύπτρια και δείχνει απέναντι του αμφίθυμη συμπεριφορά. Προσπαθεί να την γοητεύσει με άγαρμπο και πιεστικό τρόπο, της υπόσχεται ότι «θα κάνει τα όνειρα της πραγματικότητα», αλλά αυτή δείχνει ασυγκίνητη απαντώντας του ότι λέει «αερολογίες».

Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει επαρκής  λεκτική επικοινωνία μεταξύ οποιουδήποτε σε ολόκληρη την ταινία. Ο Jimmy είναι ένα ερμητικά κλειστό άτομο που η αυτοέκφραση του φαίνεται να είναι πενιχρή, εκτός από τα δάχτυλα του, που όταν δεν χαϊδεύουν τα πλήκτρα του πιάνου, είναι συνεχώς σε κίνηση παίζοντας μαζί με κάθε ποπ μελωδία στο φορητό κασετόφωνο που κουβαλά μονίμως μαζί του. Ως πιανίστας, ο Τζίμι προστατεύει τα χέρια του, ειδικά όταν πρόκειται να εισπράξει τα χρέη για τον πατέρα του, κάτι που θα ήθελε να σταματήσει να κάνει.

Η διπλή ζωή του κάποια στιγμή θα τον οδηγήσει σε εκτροχιασμό. Πρώτα η ακρόασή του στο Carnegie Hall με τον ιμπρεσάριο Arthur Fox (Dominic Chianese) εξελίσσεται σε σκέτη  καταστροφή. Αποδεικνύεται ότι ο Jimmy μπορεί να παίξει άψογα τη μουσική του όταν είναι μόνος στο διαμέρισμά του, αλλά μπροστά σε ένα ακροατήριο, είναι νευρικός και τα δάχτυλά του αποτυγχάνουν. Υπάρχει και η αφόρητη πίεση του πατέρα του να τα βάλει με τον σκληρό γκάγκστερ Riccomonsa (Tony Sirico) που αρνείται πληρώσει τα χρέη.

Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, τον απορρίπτει και η Carol. Την ακολουθεί στο μπαρ του εραστή της, του  πανύψηλου Αφρο-Αμερικανού Dreems (Jim Brown), που πολιορκείται από στρατιά γυναικών. Ο Jimmy δεν μπορεί να αποτρέψει την ταπείνωση του καθώς στον Dreems  αναγνωρίζει  το σεξουαλικό αρπακτικό που φανταζόταν ότι ήταν ο ίδιος. Τότε τα πράγματα  παραμορφώνονται και ο ψυχικός κόσμος του αρχίζει να θρυμματίζεται καθώς βυθίζεται σε μια μορφή σεξουαλικής ψύχωσης.

Η ταινία  έχει εύστοχα χαρακτηριστεί ως ένας περίπλοκος «ψυχοσυναισθηματικός εφιάλτης» και  είναι μια συναρπαστική κινηματογραφική εξερεύνηση ενός ανθρώπου διχασμένου σε όλα τα επίπεδα. Η ζωή του ως καλλιτέχνης έρχεται σε αντίθεση με τη βίαιη πλευρά του, καθώς χρησιμοποιεί τα δάχτυλά του για να παράγει μουσική αλλά και  βία. Δεν ταιριάζει σε κανέναν κόσμο, ούτε σε αυτόν της τέχνης αλλά ούτε και των γκάγκστερ. Δεν έχει φίλους και ο μόνος σταθερός σύντροφος του είναι το φορητό κασετόφωνο που παίζει πάντα τα ίδια τραγούδια, όπως το ‘’Summertime, Summertime”. Παγιδευμένος ανάμεσα στις εγγενείς  αντιθέσεις του, έχει έναν καταρρακωμένο ψυχικό κόσμο και χρησιμοποιεί τη μουσική ως παράγοντα εξισορρόπησης. Η μουσική είναι μια εκστατική απόδραση από την καθημερινότητα, αλλά κι ένα σημάδι  νευρωτικής εμμονής . Ακόμη και τα  μουσικά  γούστα του διχάζονται ανάμεσα στην κλασσική μουσική και στο ροκ εντ ρολ. Είναι φανερό ότι  οι γονείς  ευθύνονται για τον ευνουχιστικό δυισμό στη ζωή του: Ο πατέρας του δεν τον θεωρεί αρκετά σκληρό ενώ η μητέρα του-πρώην πιανίστρια- ήταν πάντα δυσαρεστημένη από το μουσικό του ταλέντο.

Ο Jimmy είναι ετεροφυλόφιλος, αλλά και σεξουαλικά ελκυστικός στους άνδρες, ενώ προκαλεί την απόρριψη στις γυναίκες με τον μισογυνισμό του. Η Carol εύκολα τον διαβάζει και του λέει ότι είναι «φοβισμένος και τρέμει». Η βία του Jimmy είναι η εξωτερίκευση του βαθιά ριζωμένων φόβων του και της έλλειψης επικοινωνίας. Δεν έχει την ψυχική δύναμη να κάνει το σωτήριο άλμα και να ξεφύγει από το κενό του, την ιδιωτική παγίδα του ανάμεσα στην υψηλή τέχνη και το πεζοδρόμιο. Αυτός ο άνθρωπος των αντιφάσεων, της βίας και της συμπόνιας, της τρυφερότητας και της σεξουαλικής βίας είναι βέβαιο ότι κάποια στιγμή θα εκραγεί.

Η τελική αποτυχία του σε κάθε τομέα της ζωής του, η ολική απόρριψη του, τον παγιδεύουν σε μια σπειροειδή κατάδυση προς μια βίαιη, εκδικητική τρέλα. Αυτοεγκλωβίζεται στο διάφανο κλουβί του, γυμνός, σαν παγιδευμένο ζώο, οριστικά δικασμένος να κατατρύχεται από τους προσωπικούς του δαίμονες. Το τελικό βλέμμα του Keitel στην κάμερα συγκλονίζει τον θεατή με την απόγνωση, την τρέλα, την μοναξιά, το ερεβώδες κενό της ψυχής του.