Οι λάτρεις του σινεμά που έχουν δει και ξαναδεί όλα τα καθιερωμένα κινηματογραφικά έργα, που συμπεριλαμβάνονται στις αμέτρητες λίστες αξιολόγησης, μένουν πολλές φορές έκπληκτοι όταν ανακαλύπτουν το μεγαλείο άγνωστων ή άδικα υποτιμημένων ταινιών. Συνήθως πρόκειται για έργα άσημων δημιουργών που όμως έκαναν μια εξαιρετική ταινία και μετά εξαφανίστηκαν ή έργα γνωστών σκηνοθετών που ήταν μπροστά από την εποχή τους και δεν έγιναν κατανοητά ή ατυχώς έμειναν στη σκιά των μεγάλων επιτυχιών τους. Αυτή είναι η κατηγορία των ταινιών που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «κρυμμένα κινηματογραφικά διαμάντια». Αναζητήστε τα  !!!

 

Τόπο στα νιάτα /Make way for tomorrow (1937) του Leo McCarey

Leo McCarey :Ένας «αόρατος» σκηνοθέτης

Ο γεννημένος στο Λος Άντζελες Leo McCarey ήταν, μαζί με τον Frank Capra,  από τους πιο δημοφιλείς και επιτυχημένους σκηνοθέτες κωμωδιών την εποχή πριν από τον Β ‘Παγκόσμιο Πόλεμο. Αντίθετα από τον Capra, ωστόσο, η επιτυχία του McCarey άντεξε πολύ μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, και το έργο του εξακολουθούσε να επηρεάζει τους κινηματογραφιστές μέχρι τη δεκαετία του 1990. Οι ταινίες του ήταν συχνά εξαιρετικά επιτυχημένες στο κοινό, και οι συνάδελφοί του θαύμαζαν το έργο του (τρία Όσκαρ και 36 υποψηφιότητες για τις ταινίες του) .Ο Jean Renoir εξέφρασε μια ευρέως διαδεδομένη αίσθηση όταν παρατήρησε ότι «ο McCarey καταλαβαίνει τους ανθρώπους καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο στο Χόλιγουντ».

Ωστόσο, σήμερα, 50 χρόνια μετά το θάνατό του, ενώ αυξάνεται η φήμη των θρυλικών σύγχρονων του “auteurs” όπως οι Frank Capra, John Ford , Alfred Hitchcock και έχουν καταξιωθεί σκηνοθέτες όπως οι Howard Hawks, Douglas Sirk και  Nicholas Ray  ,ο  McCarey αγνοείται σχεδόν από όλους τους σινεφίλ. Στην σύγχρονη εποχή όταν αναφερόμαστε σε ταινίες του McCarey συζητάμε για την «Σούπα πάπιας»(1933) ή το «Μεγάλε μου Έρωτα» (1957), δύο έργα που έχουν τα πλεονεκτήματά τους αλλά απέχουν πολύ από το την ισχυρότερο και πιο προσωπικό έργο του δεν είναι άλλο από το «Τόπο στα νιάτα»(1937), μια απίστευτα απλή, εκπληκτικά όμορφη ταινία που αγγίζει την καρδιά χωρίς μελοδραματισμό και Χολιγουντιανά κλισέ.

Μια πιθανή αιτία αυτής  της παραμέλησης είναι το πρόβλημα πρόσβασης στις ταινίες του. Από τις 23 ομιλούσες ταινίες του , 11 είτε δεν έχουν αποκατασταθεί ψηφιακά είτε δεν έχουν κυκλοφορήσει ποτέ στο βίντεο ενώ προβάλλονται σπάνια στην τηλεόραση. Επίσης οι κριτικοί στέκουν διχασμένοι απέναντι του καθώς κάποιοι τον θεωρούν απλά έναν πολύ καλό τεχνίτη και διεκπεραιωτή ενώ άλλοι τον θεωρούν έναν αληθινό auteur .

Υπήρξαν τρεις φάσεις στη λαμπρή καριέρα του Leo McCarey : τα μικρού μήκους φιλμ των «Laurel και Hardy», οι σκρούμπολ κωμωδίες και τα συναισθηματικά  ρομαντικά έργα.

Μεταξύ των μικρού μήκους των Laurel και Hardy που σκηνοθέτησε ο Leo McCarey από το 1927 έως το 1931 είναι το “Putting Pants on Philip’’ (1927), η πρώτη ταινία που οι θρυλικοί κωμικοί έκαναν μαζί σαν ένα πραγματικό δίδυμο. Μεταξύ 1932 και 1937, o McCarey σκηνοθέτησε τους κωμικούς  Eddie Cantor (Το παιδί από την Ισπανία, 1932), W.C. Fields (Six of A Kind, 1934), τους Marx Brothers (Duck Soup,1933), τον Harold Lloyd (The Milky Way,1936),  καθώς και τον Cary Grant στο «The Awful Truth» (1937), μία από τις καλύτερες screwball κωμωδίες που έγιναν ποτέ. Η τρίτη φάση της καριέρας του McCarey, μετά το 1937, περιλαμβάνει το «Love Affair» (1939), το οποίο ξαναγυρίστηκε ως   « An Affair to Remember» (1957) ,ένα κλασικό ρομάντσο που διαδραματίζεται σε ταξίδι με πλοίο.

Ο Bing Crosby εμφανίστηκε ως αντισυμβατικός αλλά αξιαγάπητος ιερέας στο «Going My Way» (1944) και στο «The Bells of St Mary’s» (1945), και οι δύο με ουμανιστικά και αισιόδοξα μηνύματα που προσπάθησαν να δώσουν κουράγιο στο κοινό που αγωνιούσε για το μέλλον της ανθρωπότητας.

Μετά τον πόλεμο, το όραμα του McCarey σκοτείνιασε και το κοινό αντέδρασε αρνητικά. Το «My Son, John» (1952)  ένας  υπερβολικά αντι-κομμουνιστικός λίβελλος , απέτυχε στο box office.Όπως ο Frank Capra, με τον οποίο συγκρίνεται συχνά, ο  McCarey δεν μπόρεσε να διατηρήσει την επιτυχία του. Μετά από σχεδόν μια δεκαετία αδράνειας σκηνοθέτησε την τελευταία του ταινία “Satan Never Sleeps”(1962), επιστρέφοντας με ένα ενοχλητικά αντικομμουνιστικό  θέμα και απέτυχε. Ήταν ένα αδύναμο τέλος στην καριέρα ενός κάποτε μεγάλου ταλέντου.

Τα αναμφισβήτητα χαρίσματα του McCarey ως auteur είναι  δύσκολο να περιγραφούν ή να εκτιμηθούν από την άποψη της οπτικής «υπογραφής» και γι αυτό χαρακτηρίστηκε ως ο «αόρατος σκηνοθέτης» του Χόλιγουντ .Η λαμπρότητα του πήγαζε από την πλαστικότητα της αφήγησης, τη δομή και το ρυθμό των ταινιών του και τη ισορροπία ανάμεσα στο εξευγενισμένο χιούμορ και την γνήσια συγκίνηση που δεν ολίσθαινε ποτέ στον φτηνό μελοδραματισμό.


Κάνοντας τον κόσμο καλύτερο

O Leo McCarey  στήριξε την απλή και ρεαλιστική ιστορία της ταινίας του στο βιβλίο της Josephine Lawrence “The Years Are So Long”. Είναι το 1937 και η λεγόμενη ύφεση Roosevelt προκαλεί ένα μεγάλο κύμα απολύσεων ,πτώχευσης και κατασχέσεων. Η αφήγηση ξεκινά  με μια οικογενειακή συγκέντρωση , μια χιονισμένη μέρα, σε ένα φαινομενικά τέλειο σκηνικό. Ο Barkley (VictorMoore ), ο πατριάρχης , κάθεται στην πολυθρόνα του δίπλα στο αναμμένο τζάκι. Η σύζυγός του, Lucy (Beulah Bondi), υποδέχεται τα ενήλικα παιδιά τους: ο George (Thomas Mitchell), η Cora (Elisabeth Risdon), η Nellie (Minna Gombell) και ο Robert (Ray Meyer). Μια τρίτη κόρη, η Addie, δεν μπορεί να είναι εκεί επειδή ζει στην Καλιφόρνια. Ωστόσο ο  σκοπός της συγκέντρωσης δεν είναι ευχάριστος. Ο Bark που απέφευγε να πει στα παιδιά του την  δεινή οικονομική θέση του ,για να μην τα στενοχωρήσει, τώρα είναι αναγκασμένος να το κάνει :έχει απολυθεί , δεν είναι πλέον σε θέση να ανταποκριθεί στις πληρωμές του, και η τράπεζα τους παίρνει το σπίτι. Τώρα ο Bark και η Lucy πρέπει να το εγκαταλείψουν χωρίς να έχουν πουθενά  να πάνε.

Παρόλο που κανένα από τα παιδιά δεν θέλει να πάρει τους γονείς του – δεν έχουν ούτε το χώρο ούτε και τα χρήματα – έρχονται σε μια συμβιβαστική συμφωνία, αλλά αναγκάζουν το ζευγάρι να ζήσει χωριστά για πρώτη φορά μετά από 50 χρόνια γάμου. Η  νεώτερη κόρη του ζευγαριού Nellie, υπόσχεται αόριστα ότι  μπορεί να πάρει και τους δύο, αλλά πρώτα πρέπει να  μιλήσει με τον σύζυγό της. Δύο άλλα αδέλφια είναι πρόθυμα να δώσουν μια προσωρινή λύση αλλά ο καθένας έχει χώρο μόνο για έναν από τους δυο γονείς. Η Lucy αρχικά αντιδρά στην προοπτική αυτή : «Ο πατέρας σου και εγώ  πιστεύαμε ότι θα είμαστε για πάντα μαζί». Αλλά τελικά συμβιβάζεται αφού δεν υπάρχει άλλη επιλογή. Η Lucy πηγαίνει με τον George και τη γυναίκα του Anita (Fay Bainter), όπου μοιράζεται ένα υπνοδωμάτιο με την εγγονή της Rhoda (Barbara Read), ενώ ο Barkley στριμώχνεται στον καναπέ της Cora .

Ωστόσο χάνουν ο ένας τον άλλον ,μιλούν στο τηλέφωνο και ανταλλάσσουν επιστολές, αλλά δεν είναι το ίδιο ενώ ταυτόχρονα νοιώθουν ότι αποτελούν  βάρος για τα παιδιά τους . Ο Barkley  περνά σχεδόν όλη τη μέρα του, στο μαγαζί  του νέου φίλου του, Max (Maurice Moscovitch), μέχρι που ένα βαρύ κρύωμα τον κλείνει στο σπίτι . Η Lucy,  που πλήττει χωρίς δουλειά, γίνεται ενοχλητική για την Anita (η οποία διδάσκει μαθήματα μπριτζ στο σπίτι) και για την  Rhoda που δεν  μπορεί να φέρει τους φίλους της στο σπίτι γιατί η γιαγιά της μονοπωλεί τη συζήτηση. Συνειδητοποιώντας ότι δεν ταιριάζει στην οικογένεια του George , όταν αντιλαμβάνεται ότι θέλουν να την πάνε σε οίκο ευγηρίας , το προτείνει μόνη της για να τους βγάλει από τη δύσκολη θέση. Ζητάει από τον γιο της να υποσχεθεί ότι δεν θα το πει στον Barkley γιατί θα ήταν τρομερά απογοητευμένος από την απόφασή της. Ντροπιασμένος και ταυτόχρονα ικανοποιημένος με το αίτημα της μητέρας του, ο George συμφωνεί. Παράλληλα η Cora συνεννοείται να στείλει τον πατέρα της στην Καλιφόρνια για να ζήσει μαζί με την Addie, επικαλούμενη ως δικαιολογία τη «κακή του υγεία».

Και στο σημείο αυτό ,όπου κυριαρχεί μια διάχυτη θλίψη και μελαγχολία  ,ο McCarey κάνει μια εκπληκτική στροφή χαρίζοντας στην κινηματογραφική ιστορία , ίσως τα πιο όμορφα και συγκινητικά 30 λεπτά της . Η κάμερα εγκαταλείπει τα θλιβερά στενόχωρα δωμάτια των σπιτιών και ανοίγει το πεδίο της στους φωτισμένους δρόμους της πόλης και της νυχτερινής διασκέδασης. Το ηλικιωμένο ζευγάρι αρνείται να  επιστρέψει στο σπίτι των παιδιών τους που τους περιμένουν για το  αποχαιρετιστήριο γεύμα . (Άραγε πόσο ανάλγητοι  είναι ώστε να θέλουν να γιορτάσουν τον καταναγκαστικό χωρισμό των γονιών τους; ). Αποφασίζουν λοιπόν να περάσουν τις τελευταίες  ώρες της κοινής ζωής τους στην πόλη, ξαναζώντας τα νιάτα τους. Καθώς κινούνται στο κέντρο της πόλης, αναβιώνοντας την πορεία του γαμήλιου ταξιδιού τους , η πόλη φαίνεται να ανθίζει γι ‘αυτούς. Το θαύμα  είναι ότι όλοι φαίνεται να τους εκτιμούν και να τους τιμούν πραγματικά. Τους προσφέρεται μια βόλτα με αυτοκίνητο από ένα φορτικό πωλητή .Ο  υπεύθυνος του ξενοδοχείου  τους προσφέρει ποτά και ακούει τις υπέροχες ιστορίες τους για παρελθόν. Ακόμη και ο μαέστρος παίζει αργό βαλς μόνο για τους δύο. Είναι μια όμορφη εκτεταμένη παρένθεση ευτυχίας που έρχεται  σε αντίθεση με τις προηγούμενες σκηνές θλιβερές σκηνές. Αυτοί είναι δύο άνθρωποι που, παρά την ηλικία τους, λάμπουν στη διάρκεια αυτής της τελευταίας  ρομαντικής εξόδου και εκπέμπουν μεγάλη αφοσίωση και ευγένεια ο ένας για τον άλλο. Άραγε αυτό συγκινεί  αυτούς τους ξένους που τους φέρονται με καλοσύνη και γενναιοδωρία ή μήπως τους θυμίζουν τους δικούς τους γονείς που ίσως έχουν παραμελήσει ;

Φυσικά  αυτή η παρένθεση μαγείας κάποια στιγμή θα τελειώσει, τα φώτα θα χαμηλώσουν, η μουσική θα σιγήσει και θα σημάνει η ώρα του αποχωρισμού στο σιδηροδρομικό σταθμό .Μπορούμε να μαντέψουμε τι θα τους συμβεί  αλλά ο McCarey με το μαγικό του άγγιγμα προτιμά να μας αφήσει με μια γλυκόπικρη γεύση στο στόμα.

Φημολογείται ότι ο Yasujiro Ozu εμπνεύστηκε από αυτή την ταινία για να δημιουργήσει στα 1955 το magnus opus του ,το θρυλικό  «Toyko Story». Το αόρατο νήμα που συνδέει τα δυο αυτά μνημειώδη έργα είναι το  ήρεμο, γαλήνιο , ειλικρινές βλέμμα  και ο αφοπλιστικός ουμανισμός τους . O Mc Carey συλλαμβάνει με  ευαισθησία  , συμπόνια και λεπτό χιούμορ την ντροπή της αποτυχίας , την απογοήτευση από την απώλεια της ανεξαρτησίας και την ευθραυστότητα  των ηλικιωμένων, ενώ παράλληλα αναγνωρίζει και τις δυσκολίες των παιδιών που έχουν μπροστά τους την ζωή και τη σταδιοδρομία τους. Χωρίς  ίχνος διδακτισμού μας παραδίδει ένα ανεκτίμητο μάθημα ζωής.

Είναι δύσκολο να μιλήσει κανείς για την ταινία αυτή χωρίς συναισθηματική μέθεξη. Είναι τόσο πανανθρώπινο το θέμα, τέτοια η τρυφερότητα και η μελαγχολία της κινηματογραφικής γραφής του  McCarey, τόση η νοσταλγία  για τα πράγματα που χάνονται στο πέρασμα του χρόνου. Όπως συμβαίνει με πολλά αριστουργήματα, η δράση αυξάνεται προοδευτικά και ο θεατής αφού μεθοδικά εξοικειωθεί με το περιβάλλον και τους χαρακτήρες θα ανταμειφθεί πλουσιοπάροχα  στην τελευταία περίοδο της ταινίας από  ένα απαράμιλλο συγκινησιακό κρεσέντο .Αυτή είναι μια πραγματικά  μεγάλη, πολύ μεγάλη στιγμή του κινηματογράφου, ένα έργο συγκινητικό και βαθιά ανθρώπινο, οδυνηρό όσο και όμορφο που κάνει τον κόσμο μας καλύτερο.