Άγιο φως 

Το συνήθιζε, να νηστεύει τις μέρες της σαρακοστής. Άλλοτε λιγότερο και άλλοτε περισσότερο. Φέτος όμως, όπως τα τελευταία τρία χρόνια το έκανε πιο συνειδητά. Και καθώς έμπαινε η Μεγάλη βδομάδα, αυτό το συναίσθημα της κατάνυξης και της θλίψης γινόταν πιο έντονο μέσα του. Ειδικά από τότε που την έχασε, αυτή γινόταν διπλή  και πιο βαριά. Όχι μόνο που τις βίωνε μόνος, αλλά επειδή όσο πλησίαζε το Πάσχα, ή η Λαμπρή όπως την έλεγε εκείνη, όλα του την θύμιζαν όλο και πιότερο πολύ. Ήταν Μ. Παρασκευή, μέρα μαύρη, συννεφιασμένη, βροχερή, και βαριά πένθιμη που σταύρωσαν τον Χριστό, τον λυτρωτή, όταν την έχασε. Ότι πιότερο αγαπούσε στην ζωή και το θάνατο. Την ευτυχία του την γυναίκα του. Κι όπως εκείνη αγαπούσε κι κρατούσε όλα τα έθιμα και ήθη, ιδίως τις μέρες της λαμπρής, έτσι κι κείνος έκανε ό,τι του την θύμιζε. Έτσι θέλοντας να την κρατά ζωντανή μέσα του, κι ας τον πονούσε, ας τον δέσμευε βαθιά λύπη και μοναξιά. «Δεν ξέρω τι θα κάνεις, φέτος σε θέλω μαζί μας στο τραπέζι της Λαμπρής. Φτάνει πια, πολύ καιρό την έκλαψες. Θα φάμε, θα πιούμε όλοι μαζί, να ξεσκάσεις κι συ λίγο. Θα ‘ρθείς πάει και τελείωσε, τα ανίψια σου σε περιμένουν». Του είπε, η μεγάλη του αδερφή, παντρεμένη με τρία παιδιά, που την στεναχωρούσε να τον βλέπει, να γυρίζει μόνος του. Και πώς να τις αρνηθεί, πώς να την αποφύγει. Δεν είχε κι άδικο.

Βράδυ Μ. Σαββάτου, είχε ετοιμαστεί από νωρίς, δεν είχε λόγῳ να βιάζεται, όπως δεν βιαζόταν ποτέ κι κείνη, αλλά τελικά βιάστηκε ο θάνατος για εκείνη. Όπως δεν τις άρεσε η τελευταία στιγμή, και να συνωστίζεται με τους πολλούς. Ίσως γι’ αυτό έφυγε νωρίς και τον άφησε μονάχο του. Στην εκκλησία είχε σταθεί όρθιος πίσω από τον πολύ κόσμο. Βγήκε το Άγιο φως μαζί με το πρώτο «Χριστός Ανέστη», αγκαλιές, φίλια γύρω του. Στο δεύτερο η εκκλησία είχε σχεδόν αδειάσει. Κάθισε με την λευκή του λαμπάδα αναμμένη να παρακολουθήσεις την αναστάσιμη λειτουργία, μέχρι το τέλος της, όπως έκαναν μαζί. Απέναντι του, πρόσεξε μια κοπέλα, απλή κι απέριττη μέσα στην ομορφιά της, τα ξανθιά μαλλιά, τα καστανά μάτια, προς στιγμήν του φάνηκε τόσο να της μοιάζει. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν ξανά και ξανά. Με το τελευταίο «Χριστός Ανέστη»,  με το φως στο χέρι ξεκίνησε για το σπίτι, στο δρόμο λιγοστοί, ζευγάρια νέα και γερόντων πιασμένα από το χέρι, σε μια εικόνα του κύκλου της ζωής με το ίδιο φως στο χέρι, όπου αν έσβηνε του ενός, άναβε απ’ το δικό της και πάλι απ’ την αρχή, σε μια ανταλλαγή αγάπης που τους ένωνε παντοτινά. Έτσι το θέλε, μέχρι τα γεράματα μαζί της, αχ! Πόσο τους ζήλευε. «Συγγνώμη», μια γλυκιά φωνή ακούστηκε πίσω του «Χριστός Ανέστη», «Αληθώς ο Κύριος», απάντησε. «Θα μου δώσετε λίγο απ’ το φως σας. Ξέρετε μου έσβησε κι δεν θέλω, να φτάσω σπίτι με σβησμένη λαμπάδα δεν το έχω σε καλό ξέρετε». «Μετά χαράς». Είπε εκείνος και τις πρόσφερε την λαμπάδα του. «Σας ευχαριστώ πολύ, δεν ξέρω, θα σας πείραζε, να με συνοδεύσετε, μέχρι το σπίτι μου, εδώ κοντά μένω, δεν μ’ αρέσει να κυκλοφορώ μονάχη τις νύχτες, γίνονται πολλά, καταλαβαίνετε». «Βεβαία καταλαβαίνω». Προς στιγμήν σάστισε με την αμεσότητα, τον ίδιο φόβο είχε για την νύχτα κι κείνη, σκέφτηκε, του φάνηκε σαν θαύμα αναστάσιμο. «Λοιπόν, προχωράμε», είπε. «Προχωράμε», είπε εκείνος. Από κι ύστερα το Άγιο φως, άναψε όχι μόνο την λευκή της λαμπάδα με τα περίτεχνα λευκά τριαντάφυλλα, αλλά και το φως μιας νέας αγάπης.  Το Άγιο φως ήταν που τους ένωσε μέχρι το τέλος, μέχρι ν’ ακολουθήσουν το ύστατο φως μαζί.

Οδυσσέας Νασιόπουλος

Βιογραφικό:

Ὁ Ὁδυσσέας Νασίοπουλος γεννήθηκε τὸ Σεπτέμβρη τοῦ 1982, σ ‘ἕνα ὁρεινό χωριό τῆς ἐπαρχίας Καλαμπάκας-Τρικάλων, ὀνόματι Κακοπλεύρι. Μαθήτευσε στην Καλαμπάκα, οἱ σπουδές του στὸ Τ.Ε.Ι. Κοζανής Ἡλεκτρολογίας, ἔμελλαν να μείνουν ἀνολοκλήρωτες, λόγῳ δυσμενῶν οἰκονομικῶν συγκηριῶν, και στροφῆς του προς τὸ γράψιμο, και δὴ τὴν ποίηση, διήγημα, σενάριο.Ἡ ἀδιάλλειπτη και συνεχής μελέτη τῶν ἀρχαίων Ἑλληνικῶν και τὸ διάβασμα, τὸν βοήθησαν, ὡς προς την βελτιώση τοῦ τρόπου γραφῆς. Ἔχει συμμετάσχει σὲ πλῆθος λογοτεχνικῶν διαγωνισμῶν πανελλήνιων και διεθνῶν ἀποσπώντας πολλά βραβεία, ἐπαίνους και τιμητικὲς διακρίσεις, ὅπως ἐπίσης καὶ συμμετοχές σ’ ανθολογίες και Λογοτεχνικά-Καλλιτεχνικά ἡμερολόγια. Ἡ «Ματαιοπονία», εἶναι ἡ πρώτη του ὁλοκληρωμένη ποιητικὴ συλλογή ποῦ ἔχει ἐκδοθεῖ, ὡς ἀποτέλεσμα, Α΄Βραβείου Πανθεσσαλικοῦ λογοτεχνικοῦ διαγωνισμοῦ τῶν Ἑκδόσεων Ἥρα Ἑκδοτική το 2012, στὸ Βόλο. Ζεῖ και ἐργάζεται στὰ Τρίκαλα, βοηθώντας στην οἰκογενειακή ἐπιχείρηση Ἀρτοποιεῖο. Ἡ «Πάλη για ἥλιο» εἶναι ἡ δεύτερη ποιητική του συλλογή που ἐκδίδεται, ἀπ’ τις  Πρότυπες Ἑκδόσεις Πηγή, Θεσσαλονίκη 2016.