«Ο ουμανισμός ορίζει τον άνθρωπο ως υπέρτατη αξία και μέτρο του κόσμου. Πρέπει να παλέψουμε για την πρόοδο του πολιτισμού, τείνοντας προς μια μορφή κοινωνίας, όπου οι άνθρωποι θα είναι ελεύθεροι, ίσοι, δίκαιοι. Υπάρχει λοιπόν ηθική όπως και μια δράση, πράξη προς την ελευθερία, την ισότητα την δικαιοσύνη, στο επίπεδο του ατόμου όσο και της κοινωνίας…»

Γ. Μπακογιαννόπουλος

 

Οι σκηνοθέτες που το έργο τους διαπνέεται από τις αξίες του ουμανισμού, αισθάνονται, σκέπτονται και κινηματογραφούν με αυτές τις ιδέες ανεξάρτητα από το κινηματογραφικό είδος που υπηρετούν. Ας αναφερθούμε λοιπόν στους σημαντικότερους από αυτούς.

  • Ζαν Ρενουάρ

Ο Ρενουάρ υπήρξε ο πιο επιδραστικός σκηνοθέτης που αναδύθηκε από τη «σχολή» του γαλλικού ποιητικού ρεαλισμού. Άρχισε μεθοδικά από τα μέσα της δεκαετίας του ’20, με τις πρώιμες ταινίες του να μαθαίνει τα μυστικά της 7ης τέχνης, προετοιμάζοντας τη μελλοντική, συγκλονιστική κινηματογραφική του κατάθεση που έφτασε στο απώγειο της στην δεκαετία του 30, με μια σειρά από ανεπανάληπτα αριστουργήματα. Το σύνολο του έργου του αναπτύχθηκε σαν μια τοιχογραφία της σύγχρονης Γαλλίας, καλύπτοντας με συνέπεια όλα τα κοινωνικά στρώματα με μια νατουραλιστική αντίληψη.

Έργο διαχρονικό, πολυεδρικό, προφητικό,  κομψό, διαυγές. Ώρες ώρες δίνει την εντύπωση ότι δε σκηνοθετεί, αλλά ζωγραφίζει, όπως ο πατέρας του, κατορθώνοντας να αιχμαλωτίσει το άφατο, το αόρατο. Με ένα απόλυτα προσωπικό στιλ που παλινδρομεί ανάμεσα στο λυρικό και το ρεαλιστικό, ήταν ο πρώτος που παρουσίασε συστηματικά το ύφος που οι ιστορικοί ονομάζουν ποιητικό ρεαλισμό. Ο Ρενουάρ κράτησε αποστάσεις από πολιτικά δόγματα και ιδεολογικές αγκυλώσεις παρά το γεγονός ότι είχε αριστερές πεποιθήσεις. Είναι ο κατεξοχήν ουμανιστής σκηνοθέτης που παρατηρεί  με ευαισθησία και δέος τα μυστήρια της ύπαρξης και της θνητής φύσης. Οι ταινίες του πρεσβεύουν μια κρυστάλλινη ηθική  στάση και την ακλόνητη πίστη του στον άνθρωπο.

Ωστόσο είναι περίεργο το γεγονός, ότι για έναν σκηνοθέτη, που διατηρείται σε τόσο μεγάλη εκτίμηση,  η φήμη του φαίνεται να στηρίζεται μόνο σε μια χούφτα από τις σαράντα περίπου ταινίες που έκανε. Οι ταινίες που ο Renoir σκηνοθέτησε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, μαζί με μεγάλο μέρος της πρώιμης δουλειάς του, τείνουν να αγνοούνται, ενώ η μεγαλύτερη προσοχή εστιάζεται στις δύο ταινίες για τις οποίες είναι πιο γνωστός,  τα όντως αριστουργηματικά «Η Μεγάλη Χίμαιρα» και ο «Κανόνας του παιχνιδιού». Αυτό προφανώς αδικεί το υπόλοιπο έργο του που περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα θεμάτων και στυλ. Η τάση του για πειραματισμό, η περιφρόνησή του για τα κλισέ και η ελεύθερη πνευματική φύση του εμπλουτίζουν με αναρχία, ζωτικότητα και ποικιλία στον κινηματογράφο του, ο οποίος είναι ουσιαστικά ασυναγώνιστος. Το μεγαλείο του Ρενουάρ ως σκηνοθέτη έχει λιγότερη σχέση με την τεχνική του ικανότητα ως metteur-en-scène και πολύ περισσότερο με την ανήσυχη ιδιοσυγκρασία και τη βαθιά αγάπη του για την ανθρωπότητα. Όπως ο ζωγράφος πατέρας του, Ωγκύστ, εμπνεύστηκε από την παροδική ομορφιά της ζωής έτσι και η τέχνη του Ζαν μπορεί να συνοψιστεί ως μια προσπάθεια να συλλάβει αυτή την ομορφιά μέσα σε ένα πλαίσιο και να την διατηρήσει για πάντα.

Στο ουμανιστικό του αριστούργημα η «Μεγάλη Χίμαιρα/ La Grande Illusion» (1937) – όπου αφηγείται τις ιστορίες Γάλλων στρατιωτών που προσπαθούν να διατηρήσουν την αξιοπρέπειά τους σε στρατόπεδο φυλακισμένων – θέτει το διαχρονικό όσο και οικουμενικό ερώτημα: είναι ποτέ δυνατόν, με ποιο τρόπο και κάτω από ποιες συνθήκες, τα ταξικά δεσμά να γκρεμιστούν και να αναπτυχθούν σχέσεις ισότητας, συντροφικότητας και αλληλεγγύης, πέρα και πάνω από τάξεις, φύλα και εθνικότητες μεταξύ των ανθρώπων; Όποιος όμως μπορεί να διατυπώσει αυτό το ερώτημα δε χρειάζεται καν την απάντηση του, όπως υποδηλώνει και ο εύγλωττος τίτλος του φιλμ.

Ένας από του ελάχιστους Γάλλους σκηνοθέτες που δεν είχε κατηγορηθεί από το «Νέο Κύμα» για στείρο ακαδημαϊσμό, ο Ρενουάρ, με τις ταινίες του, θα επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό τον γαλλικό και παγκόσμιο κινηματογράφο με αποτέλεσμα να θεωρείται σήμερα ένας από τους πιο επιδραστικούς δημιουργούς. Ο Jean-Luc Godard θα περιγράψει εύστοχα το έργο του Ρενουάρ:  «Τέχνη ταυτόχρονα με τη θεωρία της τέχνης. Ομορφιά ταυτόχρονα με το μυστικό της ομορφιάς. Κινηματογράφος ταυτόχρονα με την εξήγηση του κινηματογράφου».

Σήμερα, αν και μεγάλο μέρος του έργου του είναι σε μεγάλο βαθμό ξεχασμένο, ο Ρενουάρ κατέχει εξέχουσα θέση στο πάνθεον των μεγάλων κινηματογραφιστών. Η ανθρωπιά του, το καλλιτεχνικό του επίπεδο και η προσπάθειά του για πειραματισμό είναι εμφανή σε όλο του το έργο. Όχι μόνο ήταν μια σημαντική επιρροή στο γαλλικό νέο κύμα, αλλά παραμένει έμπνευση για τις γενιές των κινηματογραφιστών που ήρθαν αργότερα, και όχι μόνο στη Γαλλία. Ο κινηματογράφος του Ρενουάρ έχει μια καθολική και διαχρονική επίκληση. Ίσως ο Chaplin είχε δίκιο, όταν είπε: «Ο μεγαλύτερος σκηνοθέτης στον κόσμο; Κατά τη γνώμη μου, είναι Γάλλος. Ονομάζεται Ζαν Ρενουάρ.

 

  • Γιασουτζίρο Όζου

Ο Γιασουτζίρο Όζου είναι ο πιο ευγενής από όλους τους δημιουργούς του κινηματογράφου, με ένα άμεσα αναγνωρίσιμο στυλ που είναι αδιαχώριστο από την κοσμοθεωρία του. Μακριά από τις επικές αφηγήσεις των “Samurai films” του Kurosawa, οι ταινίες του Όζου είναι απλές, στοχαστικές και βουτηγμένες στη νοσταλγία και σε μια αδιόρατη θλίψη. Μέσα από την πορεία της μακράς καριέρας του, από το 1927 έως το 1962, σταδιακά ραφινάρει και περιορίζει το θεματικό εύρος των ταινιών του χρησιμοποιώντας τα απολύτως απαραίτητα δομικά υλικά. Το έργο του, το οποίο είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου περιορισμένο σε εκείνο των  οικογενειακών δραμάτων( shomen-geki) διαθέτει μια μοναδική θεματική συνοχή. Παρόλο που τα στοιχεία των χαρακτήρων μπορεί να διαφέρουν από ταινία σε ταινία, τελικά όλα τακτοποιούνται στον ίδιο γνώριμο και ήσυχο μικρόκοσμο του. Δεν υπάρχουν ήρωες ή κακοποιοί, δεν υπάρχουν θριαμβικές επιτυχίες ή καταστροφικές αποτυχίες. Οι χαρακτήρες του είναι απλοί άνθρωποι που χαράζουν  συνηθισμένες ζωές. Οι συγκρούσεις προέρχονται από τις φυσικές αλλαγές στη σχέση γονέα και παιδιού, είτε πρόκειται για κόρη που είναι απρόθυμη να παντρευτεί και να εγκαταλείψει τον χήρο πατέρα της στο «Τέλος της Άνοιξης»(1949) , είτε πρόκειται για δυο αγόρια που συνειδητοποιούν τη μέτρια κοινωνική θέση του πατέρα τους στο «Γεννήθηκα , αλλά…»(1932). Η βαθιά ευαισθησία του Όζου για τις καταστάσεις που βιώνουν οι απλοί άνθρωποι και η εκλεπτυσμένη κατανόησή του για τα μοτίβα της καθημερινότητας προσδίδουν σε αυτές τις φαινομενικά τετριμμένες συγκρούσεις μια τεράστια συναισθηματική δύναμη που σπάνια συναντά κανείς στα συνηθισμένα δράματα του Χόλυγουντ.

Η αισθητική του Όζου σέβεται την ουσία και τις αληθινές ανθρώπινες σχέσεις, τις οποίες προβάλει με ριζοσπαστική σκηνοθεσία. Το αργό και ρυθμικό μοντάζ που περνάει από πλάνα με ανθρώπους σε νεκρά πλάνα, δημιουργεί το στιλ του και αναδεικνύει τον Όζου ως ένα σημαντικό auteur.

Αυτό που πρωτοστάτησε στην σκηνοθετική τεχνοτροπία του ήταν το περιβόητο ‘tatami shot’, με το οποίο η κινηματογραφική μηχανή  τοποθετείται σε χαμηλό ύψος για να συναντήσει το βλέμμα κάποιου που κάθεται σε tatami. Χρησιμοποιώντας σχεδόν πάντοτε στατικές λήψεις, ο τρόπος που συνθέτει ο Όζου κάθε σκηνή δημιουργεί  καθαρή ποίηση σε κινούμενη εικόνα.

Το θρυλικό «Τokyo story»(1953) είναι η καλύτερη του ταινία, μια βαθιά συγκινητική ιστορία ενός ηλικιωμένου  ζευγαριού που ταξιδεύει στο Τόκιο για να επισκεφτεί την οικογένειά του, μόνο και μόνο για να διαπιστώσει ότι τα παιδιά τους δεν έχουν διαθέσιμο χρόνο για αυτούς. Ομοίως, το «Φθινοπωρινό απόγευμα»(1962) διαθέτει μια ερμηνεία ζωής από τον μόνιμο πρωταγωνιστή του Chishû Ryû ως ηλικιωμένο που προσπαθεί να διευθετήσει τον γάμο της κόρης του.

Το γαλήνιο, υπερβατικό όραμά του για την ανθρωπότητα έχει αντέξει τη δοκιμασία του χρόνου και έχει επηρεάσει τόσο διαφορετικούς δυτικούς σκηνοθέτες, όπως ο Wim Wenders, ο Jim Jarmusch και ο Martin Scorsese.
Στην προτελευταία ταινία του «Το τέλος του καλοκαιριού»(1961) ακούγεται η φράση: «Το παλιό πεθαίνει και τη θέση του παίρνει το καινούριο». Έτσι απλά, διαλεκτικά, ο Όζου συμπυκνώνει την κοσμοθεωρία του και  αποδέχεται αυτή την φυσική, νομοτελειακή διαδικασία. Αυτή είναι και η ανθρωποκεντρική, φιλοσοφική αντίληψη του που διαπνέει την ανεκτίμητη καλλιτεχνική του κατάθεση.

  • Φρανσουά Τρυφώ

«Οι ταινίες είναι πιο σημαντικές από τη ζωή;» ρωτάει o Jean-Pierre Léaud στην εκτυφλωτική «Αμερικανική νύχτα» (1973). Για τον Τρυφώ η απάντηση πρέπει να ήταν καταφατική. Το ανεξάντλητο πάθος του για το σινεμά, που αναπτύχθηκε από την εφηβική του ηλικία, τον οδήγησε να γίνει αρχικά κριτικός και στην συνέχεια μέγιστος auteur. Για τον Τρυφώ, ο κινηματογράφος έπρεπε να είναι, αφενός, προσωπικός και βιωματικός και, αφετέρου, ένα υπέροχο θέαμα για το κοινό. Το στυλ του ξεχωριστό: ταυτόχρονα ευαίσθητο, λυρικό, ενθουσιώδες, διαυγές. Στον σκληρό πυρήνα του έργου του επανέρχονται δυο βασικά θεματικά μοτίβα: οι δυσκολίες του έρωτα και η χαμένη παιδικότητα.

Το έργο του πολύμορφο και πολυεπίπεδο, γεμάτο από κινηματογραφικές παραλλαγές: Το «Πυροβολήστε τον πιανίστα» (Tirez sur le Pianiste, 1960) είναι ένα αφιέρωμα στον Αμερικανικό film noir, το «Ζιλ και Τζιμ» (1961) κάνει αναφορές στον Chaplin και τον Ζαν Ρενουάρ, το «Τρυφερό δέρμα» (1964) και η «Νύφη φορούσε μαύρα» (1967) εμπνέονται από το έργο του Χίτσκοκ. Αλλά παρ’ όλα αυτά, ο Τρυφώ δεν είναι ένας απλός μιμητής όσων θαύμαζε. Οι  ταινίες του έφεραν αμεσότητα, φρεσκάδα και μια παιδική αθωότητα στην κινηματογραφική κουλτούρα. Αυτό φαίνεται καλύτερα στην ημι-αυτοβιογραφική του σειρά πέντε ταινιών με τον Jean-Pierre Léaud που παίζει τον  Antoine Doinel ,alter ego του Τρυφώ. Ο 12χρονος Doinel στέλνεται στο αναμορφωτήριο στα «400 χτυπήματα»(1959), όπως έγινε και με τον ίδιο τον Τρυφώ. Η σειρά ακολουθεί τον Doinel, καθώς μεγαλώνει στο «Έρωτας στα είκοσι» (1962), ερωτεύεται στα «Κλεμμένα φιλιά»(1968), παντρεύεται και έχει ένα παιδί στο «Παράνομο κρεβάτι»(1970) και χωρίζει και γίνεται συγγραφέας στο «Η αγάπη το βάζει στα πόδια»(1978). Αυτές οι φαινομενικά ελαφρές ταινίες κρύβουν τον πόνο του Τρυφώ για την απώλεια του νεανικού αυθορμητισμού και τις δυσκολίες της αγάπης. Επιδεικνύει ένα ευρύ φάσμα από άποψη μορφής και περιεχομένου, από τον φουτουριστικό εφιάλτη του «Φαρενάιτ 451» (1966), την ταινία εποχής του 19ου αιώνα «Η ιστορία του Adele H.»( 1975) και τη ναζιστική κατοχή στη Γαλλία στο «Τελευταίο Μετρό» ( 1980). Ο Τρυφώ θεωρείται επίσης ένας ιδανικός κινηματογραφιστής της παιδικής ηλικίας ,με ταινίες όπως: «Τα παλιόπαιδα»(1957), «Τα τετρακόσια χτυπήματα»(1959), «Ενα αγρίμι στην πόλη»(1970) και «Το χαρτζιλίκι»(1976). Αυτό οφείλεται στον έμφυτο ανθρωπισμό του  αλλά και στα τραυματικά παιδικά και εφηβικά βιώματά του.

Στο έργο του Τρυφώ είναι εμφανής ο δυισμός των καλλιτεχνικών επιρροών του: Ρενουάρ και Χίτσκοκ. Αγαπά με πάθος τον ρομαντικό ανθρωπιστή Ρενουάρ αλλά παράλληλα είναι αφοσιωμένος θαυμαστής των δεξιοτήτων του Χίτσκοκ, τον οποία προσπάθησε να μιμηθεί σε αρκετά από τα θρίλερ του. Έχει γράψει ένα βιβλίο με μια σειρά συνεντεύξεων με τον Χίτσκοκ, τον οποίο έχει επανειλημμένα αναγνωρίσει ως είδωλό του, αλλά ιδιοσυγκρασιακά και συναισθηματικά η συνάφεια του με τον Ρενουάρ φαίνεται να είναι να είναι η ισχυρότερη πλευρά της διασπασμένης καλλιτεχνικής του προσωπικότητας.

Ο Τρυφώ είναι από τους πιο ταλαντούχους και ειλικρινείς εκπροσώπους του νέου γαλλικού κινηματογράφου, υπήρξε ο πιο τρυφερός δημιουργός της νουβέλ βαγκ και αν και αριστερός δεν άφησε την ιδεολογία του να καταδυναστεύσει το έργο του, όπως αντίθετα έκανε ο Γκοντάρ.

Παρά τον πρόωρο θάνατό του και το γεγονός ότι έκανε μόνο 21 ταινίες μεγάλου μήκους είχε τεράστιο αντίκτυπο στον κινηματογράφο, όχι μόνο ψυχαγωγώντας και διαφωτίζοντας διαδοχικές γενιές σε όλο τον κόσμο με τις ταινίες του, αλλά και επηρεάζοντας τους επιγόνους του. Όπως και ο ήρωας του Χίτσκοκ, έδειξε ότι ήταν δυνατόν να είναι καταξιωμένος auteur, αλλά και εμπορικά επιτυχημένος σκηνοθέτης. Η κατευθυντήρια αρχή του ήταν ότι για να είναι πετυχημένη μια ταινία πρέπει να έχει να πει κάτι για το κοινό και κάτι για την τέχνη του σινεμά. Στις ταινίες του, αυτή η ένωση της ζωής και της τέχνης επιτυγχάνεται με υποδειγματικό τρόπο και μας εντυπωσιάζει τόσο με την αντίληψη του σκηνοθέτη για την ανθρώπινη κατάσταση όσο και με την κινηματογραφική της ομορφιά.

Ο Ζυλ Ζακόμπ συμπυκνώνει έξοχα σε λίγες γραμμές το στυλ του Τρυφώ : «Στον κινηματογράφο του υπάρχει μια γεύση της ευτυχίας και της δυστυχίας την ίδια στιγμή. Η τέχνη του να γίνονται τα πρόσωπα συμπαθητικά… Ο Τρυφώ περιγράφει το πρόσκαιρο, το εύθραυστο, το τρυφερό και το αψηλάφητο των ανθρώπινων σχέσεων, κλείνοντας το μάτι στον θεατή μέσα από τις οικείες συγκινήσεις, τη φρεσκάδα, τη μελαγχολία, τις μικρές ομολογίες και τις ψιθυριστές περιπέτειες που φτιάχνουν απ’ τα μικρά τίποτα της ζωής μια υπέροχη μουσική…»