Μοναχικό λουλούδι

 -Μα τι κοιτάς, τόση ώρα μονάχος;

-Έλα! Κάτσε μαζί μου, για λίγο μόνο, είναι τόσο ωραία και γαλήνια εδώ τώρα το δειλινό που βραδιάζει μοναξιά.

Ήταν άνοιξη, σαν και τώρα, Μάης μήνας και ατενίζαμε τον ανοιξιάτικο ουρανό, το άρωμα των λουλουδιών μεθούσε τις αισθήσεις στο κήπο, στα κατάφυτα μπαλκόνια. Έδυε και ανέτειλε μισό φεγγάρι, νύχτωνε όμορφα εκείνη την μέρα.

-Έλα! Κράτα μου το χέρι, για λίγο μόνο, τόσο όσο διαρκή μια στιγμή, έτσι στην πολύχρονη φιλία μας και ανόθευτη αγάπη μας. Βήμα-βήμα εσύ περπάτησες σ’ όλους τους δρόμους φύτεψες παντού το μοναχικό λουλούδι σου, εσύ γνώρισες τον κόσμο. Τον αποτύπωσες γράφοντας με φως την εικόνα του πόσο κουράστηκες καρδιά μου, αδιάκοπα μονάχη να πας κι να ‘ρχέσαι, εσύ ξέρεις.

-Εγώ ξέρω. Εγώ ξέρω, πως περίεργα μου μιλάς απόψε. Και ακόμα προσπαθώ, να καταλάβω αν και τι έχεις; Υπάρχει κάτι που δεν ξέρω; Κάτι, να μάθω;

Μη ρωτάς, όλα στην ώρα τους. Τώρα, χαμογέλα μου, για λίγο μόνο, σαν νάναι η τελευταία φορά είσαι τόσο αληθινά όμορφη όταν το κάνεις, πώς, πες μου,  πώς να σε  κάνω, να με πιστέψεις. Πώς, πες μου. Πώς να σου το ξεπληρώσω αυτό, οι εποχές δεν μ’ αγγίζουν πια, τα λόγια μου βάρυναν, θέλω μόνο να μου χαμογελάς.

Εξακολουθώ, να μη σε καταλαβαίνω, για πια τελευταία φορά μου μιλάς, με τρομάζεις, πιστεύω ό, τι διαβάζω στο βλέμμα σου. Και διαβάζω εμένα, και πίσω μας μια μαύρη σκιά να σε καλεί.

-Ξέρεις τι θάθελα, να σ’ ανεβάσω ψηλά. Από μένα πιο μακριά, πιο ψηλά απ’ τον καθένα,

απ’ την ανεπάρκεια ενός αλλήθωρου και ψεύτη κόσμου να ξεφύγεις. Να φτιάξω και να σε πᾶω, σ’ ένα κόσμο μοναδικό για σένα μόνο, κατά δικό σου, που να χωρά όλα, όσα ποθείς και αγαπάς.

-Κι ‘κει όπως εδώ δεν θα ‘χει αξία αν ζω μόνη σ’ αυτόν, το ξέρεις; Κι αυτή η σκιά νιώθω να έχει μπει ήδη ανάμεσά μας, να μας απειλεί, να σε πάρει μαζί της, να σε πάρει μακριά μου. Και πώς να την διώξω.

Μα εκείνος χαμογέλασε, και μ’ αγκάλιασε τρυφερά μη σπάσω. Έτσι έκανε πάντα, όταν ένιωθε τον φόβο μου, σαν να θέλε να με καθησυχάσει, κι ύστερα σημάδευε ένα αστέρι στον ουρανό και του δίνε τ’ όνομα του, να εκεί ψηλά θα είμαι, κι δίπλα εσύ κι θα περιμένουμε ο ένας τον άλλον, αλλά έχουμε καιρό έτσι, μου έλεγε.  Αλλά το ένιωθα πλέον, πως δεν είχαμε, άλλο καιρό.

-Πώς, πες μου πώς αλλιώς να σε κοιτάξω, να μη φοβάσαι την μοναξιά,  όπως κανείς δεν το ’χει κάνει. Πες μου, πώς την άνοιξη να φέρω, ν’ ανθίζει για σένα μόνο. Πώς αλλιώς το σ’ αγαπώ να σου πω, όπως κανείς δεν το ‘χει κάνει που να ταιριάζει σ’ εσένα μόνο.

Κι ήταν η τελευταία του λέξη, μετά σιώπησε για πάντα. Μετά έγινε άνεμος, χαραυγή, κι έφυγε έτσι απλά και σιωπηλά σαν πτερό στην σιγαλιά, μια μέρα του Μαγιού με νωχελική συννεφιά απ’ την επάρατο κι έγινε λουλούδι άλικο τριαντάφυλλο ριγμένο στο λευκό μάρμαρο. Έτσι ήρθε, έτσι χάθηκε ο πρώτος, ο ύστατος μου αιώνιος αγαπημένος που άργησα να καταλάβω πώς διπλά τον είχα. Κι από τότε κάθε άνοιξη, εδώ στο ίδιο σημείο, στρέφω το βλέμμα ψηλά και τον βλέπω, να μου χαμογελά με την υπόσχεση, σε περιμένω μοναχικό λουλούδι μου ν’ ανθίσεις εκεί ψηλά.

Οδυσσέας Νασιόπουλος

 

 

Βιογραφικό:

Ὁ Ὁδυσσέας Νασίοπουλος γεννήθηκε τὸ Σεπτέμβρη τοῦ 1982, σ ‘ἕνα ὁρεινό χωριό τῆς ἐπαρχίας Καλαμπάκας-Τρικάλων, ὀνόματι Κακοπλεύρι. Μαθήτευσε στην Καλαμπάκα, οἱ σπουδές του στὸ Τ.Ε.Ι. Κοζανής Ἡλεκτρολογίας, ἔμελλαν να μείνουν ἀνολοκλήρωτες, λόγῳ δυσμενῶν οἰκονομικῶν συγκηριῶν, και στροφῆς του προς τὸ γράψιμο, και δὴ τὴν ποίηση, διήγημα, σενάριο.Ἡ ἀδιάλλειπτη και συνεχής μελέτη τῶν ἀρχαίων Ἑλληνικῶν και τὸ διάβασμα, τὸν βοήθησαν, ὡς προς την βελτιώση τοῦ τρόπου γραφῆς. Ἔχει συμμετάσχει σὲ πλῆθος λογοτεχνικῶν διαγωνισμῶν πανελλήνιων και διεθνῶν ἀποσπώντας πολλά βραβεία, ἐπαίνους και τιμητικὲς διακρίσεις, ὅπως ἐπίσης καὶ συμμετοχές σ’ ανθολογίες και Λογοτεχνικά-Καλλιτεχνικά ἡμερολόγια. Ἡ «Ματαιοπονία», εἶναι ἡ πρώτη του ὁλοκληρωμένη ποιητικὴ συλλογή ποῦ ἔχει ἐκδοθεῖ, ὡς ἀποτέλεσμα, Α΄Βραβείου Πανθεσσαλικοῦ λογοτεχνικοῦ διαγωνισμοῦ τῶν Ἑκδόσεων Ἥρα Ἑκδοτική το 2012, στὸ Βόλο. Ζεῖ και ἐργάζεται στὰ Τρίκαλα, βοηθώντας στην οἰκογενειακή ἐπιχείρηση Ἀρτοποιεῖο. Ἡ «Πάλη για ἥλιο» εἶναι ἡ δεύτερη ποιητική του συλλογή που ἐκδίδεται, ἀπ’ τις  Πρότυπες Ἑκδόσεις Πηγή, Θεσσαλονίκη 2016.