6 ΙΟΥΝΙΟΥ ΣΤΟΥΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥΣ

 

 

Σκηνοθεσία: Μπενουά Ζακό

Σενάριο: Σαντάλ Τομάς, Ζερόμ Μποζούρ, Μπενουά Ζακό

Πρωταγωνιστούν: Βινσέντ Λιντόν, Στέισι Μάρτιν, Βαλέρια Γκολινό, Τζούλια Ρόι, Νάνσι Τέιτ

 

 

 

Διεύθυνση Φωτογραφίας: Κριστόφ Μποκάρν

Σκηνικά: Κάτια Γουιζκόπ

Κοστούμια: Πασκαλίν Σαβάν

Μοντάζ: Τζούλια Γκρέγκορι

Ημερομηνία Εξόδου: 6 Ιουνίου 2019

Διάρκεια: 1ώρα 38 λεπτά

 

Ένα μοναδικό πορτρέτο του Καζανόβα μέσα από τη γοητευτική ματιά του Μπενουά Ζακό (Αντίο, Βασίλισσα μου) με ιδιαίτερη ατμόσφαιρα, ερωτισμό και βάθος. Πρωταγωνιστεί ο Βινσέντ Λιντόν (Ο Νόμος της Αγοράς) πλάι στη Στέισι Μάρτιν (Nymphomaniac). Μία τολμηρή ταινία με εκπληκτικές ερμηνείες  που απογυμνώνει τον μύθο του μεγάλου καρδιοκατακτητή, καθώς ερωτεύεται, για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή του, τη μοναδική γυναίκα που του αντιστέκεται.

 

Σύνοψη

Λονδίνο, 18ος αιώνας. Ο Καζανόβα, διάσημος για το πάθος του για τις απολαύσεις και τον τζόγο, υποχρεώνεται σε εξορία μακριά από το Παρίσι. Μη γνωρίζοντας τίποτα για το Λονδίνο, συναντά μία νεαρή πόρνη, τη Μαριάν ντε Σαρπιγιόν. Τον γοητεύει σε τέτοια βαθμό που αγνοεί τις γυναίκες γύρω του. Ο θρυλικός γόης είναι έτοιμος να κάνει τα πάντα για να την αποκτήσει, αλλά η Σαρπιγιόν καταφέρνει να ξεφύγει από τα δίχτυα του με διάφορα τεχνάσματα. Τον προκαλεί λέγοντας του ότι θα την αποκτήσει μόνο, όταν θα σταματήσει να την ποθεί!

 

Σημείωμα του σκηνοθέτη

 

Ο Καζανόβα (1725-1798) δεν είναι ο Δον Ζουάν. Η ιστορία της ζωής του δεν είναι απλώς μια σειρά από κατακτήσεις ενός αρπακτικού. Αγαπούσε τις γυναίκες και η φιλία ήταν ο σκοπός του, είτε ήταν ερωτευμένος είτε όχι. Αυτό εξηγεί την απίστευτη ευκολία με την οποία προσέγγιζε τις γυναίκες που συναντούσε στον δρόμου του, κάτι που διαφέρει πολύ από την εγωκεντρική στάση ενός έκφυλου άντρα.

O Καζανόβα είχε το ταλέντο να ζήσει δύο φορές. Την πρώτη φορά έζησε έντονα και μετά, κατά τη διάρκεια της μίζερης υποχώρησης του στη Βοημία, δημιούργησε ο ίδιος τον μύθο του γράφοντας τα απομνημονεύματα του: ο μύθος ενός άντρα που είναι αιώνια ερωτευμένος. To σενάριο συνδέει αυτές τις δύο περιόδους της ζωής του δημιουργώντας έναν παραλληλισμό ανάμεσα στην εξορία του στο Λονδίνο και την τελική του υποχώρηση που αφηγείται τη μόνιμη εξορία –εκούσια ή ακούσια- στην οποία πέρασε τη ζωή του. Μερικά επεισόδια αναφέρονται στο παρελθόν του στη Βενετία, στην απόφαση του να γράψει τα απομνημονεύματα του στη γαλλική, κάτι που τον απομάκρυνε από τη μητρική του γλώσσα. Αυτό που τον κινητοποιεί δεν είναι οι κατακτήσεις, αλλά τα παιχνίδια της επιθυμίας. Θέλουμε να δείξουμε τη σημασία που έχει για αυτόν η ηδονή της παρτενέρ του, κάτι που τον ξεχωρίζει από τον Δον Ζουάν. Η μοναδικότητα της κάθε γυναίκας, ο κόσμος των γυναικών (μία τη φορά), αυτό τον πυροδοτεί.

Η αμεσότητα με την οποία ικανοποιεί τις επιθυμίες του έρχεται σε αντίθεση με την καθυστέρηση που του επιβάλει η Μαριάν Σαρπιγιόν και αυτός ο ανεκπλήρωτος έρωτας τον οδηγεί στη βία σε βάρος της και στον πειρασμό της αυτοκτονίας. O Καζανόβα είναι ερωτευμένος με τη Σαρπιγιόν. Αυτό που ξεχωρίζει το επεισόδιο στο Λονδίνο είναι ότι μία πόρνη του επιβάλλει να είναι υπομονετικός, μία γυναίκα που πληρώνεται προκαταβολικά τον υποχρεώνει να παίξει ένα παιχνίδι, του οποίου τους κανόνες δεν κατέχει. Η Σαρπιγιόν είναι η πρώτη γυναίκα που κλυδωνίζει την εικόνα του, σε σημείο που εγκαταλείπει κάθε απόπειρα να ελέγξει αυτό που του συμβαίνει: Θα αναγκαστεί να τη θεωρήσει νεκρή για να ξεφύγει από την έλξη που νιώθει, αφού γνωρίζει ότι με κάθε ανάσα η φλόγα μπορεί να φουντώσει ξανά. Εμείς υπονοούμε, μέσα από την ερμηνεία της ηθοποιού, ότι ο Καζανόβα μπορεί να κάνει λάθος για τη Σαρπιγιόν και τα συναισθήματα της. Κι εκείνη έχει χάσει τον εαυτό της και έχει υποκύψει, απρόθυμα, στις επιθυμίες της μητέρας της. Ίσως αμφιβάλλει για την ικανότητα του Καζανόβα να αγαπήσει ένα κορίτσι σαν αυτή, κάποια που οι άντρες δεν φλερτάρουν. Την πιστεύουμε όταν λέει ότι πειρασμός είναι μεγάλος και για την ίδια. Καθώς η νεαρή γυναίκα επιστρέφει στον Καζανόβα κάθε φορά που αποφασίζει να ξεφύγει από τα δεσμά της, εκτός από τα διεστραμμένα παιχνίδια που παίζουν για να έχουν τον έλεγχο ο ένας του άλλου, βλέπουμε τα αποτελέσματα μιας γνήσιας δικής της ανάγκης να είναι μέρος της ζωής του.

Μέσα από τις ερμηνείες και το ύφος της ταινίας θέλουμε να παρουσιάσουμε έναν κόσμο όπου τα συναισθήματα του τότε αφορούν το σήμερα. Θέλουμε η αναπαράσταση του παρελθόντος στην ταινία να έχει την επίδραση του εδώ και τώρα. Μπενουά Ζακό

 

 

Συνέντευξη με τον Μπενουά Ζακό

 

Γιατί διαλέξατε αυτόν τον τίτλο, την τελευταία αγάπη, αφού ο Καζανόβα συναντά τη Σαρπιγιόν στο μέσο της ζωής του;

 

Γιατί ήταν η πρώτη και τελευταία του αγάπη. Στο παρελθόν, είχε συνάψει φιλίες, συνενοχές, σχέσεις ερωτικές, αλλά δεν είχε νιώσει ποτέ το πάθος του έρωτα. Το πάθος, με την ετυμολογική του έννοια, μας κάνει να υποφέρουμε. Στα απομνημονεύματα του Καζανόβα, φαίνεται ότι μέχρι τότε αυτός ο τύπος έρωτα του ήταν άγνωστος.

 

Σας ενδιέφερε από παλιά η περίπτωση του Καζανόβα;

 

Η ταινία είναι πρόσφατο εγχείρημα, αλλά είχα διαβάσει τα απομνημονεύματα του πολύ νέος και με είχαν καθηλώσει. Μου άρεσε αυτή η ελευθερία, αυτή η ειλικρίνεια, αυτή η αυθεντικότητα, η αλήθεια σε μία γραφή που ήταν ευρηματική από μόνη της, καθώς επέλεξε να γράψει στα γαλλικά, παρόλο που δεν ήταν η μητρική του γλώσσα. Δεν ήμουν ούτε 20 χρονών και όλα αυτά με εντυπωσίασαν πολύ. Είναι ένα κείμενο στα γαλλικά που το διαβάζω συχνά.

 

Οι ταινίες για τον Καζανόβα, που έχουν προηγηθεί, σας απασχόλησαν;

 

Καθόλου, γιατί αυτές οι ταινίες μου έδιναν την εντύπωση ότι έτρεφαν μια απόσταση και μία ειρωνεία απέναντι στον Καζανόβα… Είναι προφανές ότι ο Φελίνι απεχθανόταν τον Καζανόβα, ενώ για μένα, ο Καζανόβα είναι ένας από τους καλύτερους μου φίλους. Όπως ο Οδυσσέας, ο Καζανόβα ήταν περιπετειώδης και αριβίστας, αλλά την ίδια στιγμή πιστός στη διαδρομή του.

 

Τι κάνει αυτή την ταινία για τον Καζανόβα πρωτότυπη;

 

Είναι η πρώτη φορά που ο Καζανόβα ερωτεύεται σφόδρα, είναι η πρώτη του ερωτική απογοήτευση. Αυτός ο άντρας είχε πολλές επιτυχίες με τις γυναίκες και ξαφνικά συναντά μία γυναίκα που τον κρατάει χάρη στη μόνιμη άρνηση να του δοθεί. Οπότε, όταν διαβάζουμε αυτό το μοναδικό επεισόδιο στα απομνημονεύματα του, βλέπουμε την ερωτική απογοήτευση από τη μεριά ενός άντρα, μια αποτυχία που φέρνει έναν άντρα αντιμέτωπο με τις δικές του αδυναμίες και ευαισθησίες. Αντί για τις απανωτές αισθησιακές απολαύσεις, καταπιανόμαστε με ένα πάθος που κλιμακώνεται, όσο μεγαλώνουν τα εμπόδια. Έτσι, τον βλέπουμε ως ευάλωτο άντρα. Αυτή η ευαισθησία κάνει την επιλογή του Βινσέντ Λιντόν ενδιαφέρουσα. Αυτή η ταινία λέει την ιστορία ενός άντρα που έγινε ανήμπορος μπροστά σε μία γυναίκα που δεν είναι καθόλου ανήμπορη.

 

Εκτός από το γεγονός ότι σας άρεσαν τα απομνημονεύματα του Καζανόβα, σας επηρέασε το γεγονός ότι ο Βινσέντ Λιντόν ήθελε διακαώς να παίξει τον ρόλο;

 

Όταν ένας ηθοποιός θέλει πολύ έναν ρόλο, ως δημιουργός, που ξέρει καλά τους ηθοποιούς, σκέφτομαι ότι υπάρχει μία ακαταμάχητη επιθυμία να νιώσει μοναδικός και πρωτότυπος στα μάτια αυτού που κάνει την ταινία. Η αρχική μου αντίσταση στο να επιλέξω τον Βινσέντ μετατράπηκε σε περιέργεια και επιθυμία να εκπληρώσω την επιθυμία του, γιατί ξέρω ότι έτσι γεννιούνται οι πιο δυνατές στιγμές ανάμεσα σε έναν σκηνοθέτη και τον ηθοποιό του. O Βινσέντ μάλιστα με οδήγησε στο συγκεκριμένο επεισόδιο από τα απομνημονεύματα.

 

Πώς επιλέξατε τη Στέισι Μάρτιν για τον ρόλο της Σαρπιγιόν;

 

Την πρώτη φορά που την είδα, ήταν στο Nymphomaniac του Λαρς Φον Τρίερ, όπου με καθήλωσε με την αθώα της αυθάδεια, την άνεση της να δείχνει αυτά που γενικά δεν δείχνουμε. Όταν τη συνάντησα, τη βρήκα πολύ ταπεινή, πολύ κοντά σ’ αυτό που ελπίζαμε να είναι σαν ηθοποιός, δηλαδή να θέτει τον εαυτό της στην υπηρεσία της ταινίας, χωρίς προκαταλήψεις. Ήταν διαθέσιμη και ανεχτική στο γύρισμα.

 

Πώς χειριστήκατε τις γυμνές και ερωτικές σκηνές;

 

Η ταινία είναι ερωτική αλλά όχι ακραία. Η ταινία προσεγγίζει το θέμα όπως η Σαρπιγιόν. Δεν μου αρέσει ιδιαίτερα να κινηματογραφώ σκηνές σεξ, ούτε να ζητάω από τους ηθοποιούς κάτι τέτοιο. Αν θέλουν, μπορεί να τις γυρίσω, αλλά αν όχι… Όταν γυρίζουμε γυμνές σκηνές, αφήνω τον διευθυντή φωτογραφίας να κάνει τη δουλειά του. Δεν πρόκειται για σεμνοτυφία, δεν ντρέπομαι για τον εαυτό μου, αλλά περισσότερο για εκείνους που κινηματογραφώ.