Ο Χινέρ Σαλίμ επιστρέφει με μια ιστορία γεμάτη εκκεντρικούς χαρακτήρες, άρωμα από Τουρκία και άφθονο μυστήριο γύρω από έναν αναπάντεχο φόνο όπου κανένα μυστικό δεν θα μείνει κρυμμένο!

 

Η Λαίδη Γουίνσλεϊ, μία Αμερικανίδα συγγραφέας, δολοφονείται σε ένα από τα Πριγκηπόνησα. Ο διάσημος επιθεωρητής Φεργκάν, απόμακρος αλλά και μεθοδικός στην δουλειά του, καταφθάνει από την Κωνσταντινούπολη για να αναλάβει την έρευνα. Γρήγορα θα βρεθεί αντιμέτωπος με καλά κρυμμένα μυστικά σε αυτό το πανέμορφο νησί, όπου τα ταμπού αφθονούν, οι οικογενειακοί δεσμοί παραμένουν δυνατοί και οι παραδόσεις είναι ισχυρότερες απ’ οτιδήποτε άλλο…

 

Δείτε το τρέιλερ:

 

 

 

Λίγα λόγια για την ταινία

 

Κάτι το εντελώς διαφορετικό

Μετά το «γουέστερν» «My Sweet Pepper Land», o Χινέρ Σαλίμ θέλησε να κάνει το εντελώς αντίθετο, όταν ήρθε η ώρα να επιλέξει το νέο του πρότζεκτ. Και εξηγεί την επιθυμία του αυτή: «Πάνω από όλα, η δουλειά μου είναι να αφηγούμαι ιστορίες, οπότε η ιδέα της ταινίας αυτής ήταν ένα δώρο για τη φαντασία μου, όχι ένας περιορισμός που μου υπέβαλα. Ήθελα να μιλήσω για την τουρκική και κουρδική κοινωνία σήμερα, όπως και για τις σχέσεις μεταξύ τους, χωρίς να παίρνω μέρος κανενός. Το χιούμορ, το παράλογο και η τρέλα συνοδεύουν τους χαρακτήρες της ιστορίας μου, όπως συνοδεύουν κάθε ανθρώπινο πλάσμα που θέλει να ζήσει ή προσπαθεί να επιβιώσει.»

 

Μια σταγόνα αίμα

Το «Ποιος Σκότωσε τη Λαίδη Γουίνσλεϊ;» έχει όλες τις ελκυστικές αρετές μίας πραγματικής αστυνομικής κωμωδίας, η οποία θυμίζει τα μυθιστορήματα της Άγκαθα Κρίστι. Αν και ο Χινέρ Σαλίμ αγαπάει τις νουάρ αμερικανικές ταινίες από τις δεκαετίες του ’40 και του ’50, δεν ήθελε να περιοριστεί στους κώδικες του είδους για την νέα του ταινία. Όπως λέει και ο ίδιος, «το σημείο εκκίνησης ήταν μια σταγόνα αίμα, αυτή που βρίσκεται στο μάτι της Λαίδης Γουίνσλεϊ και η οποία υποθέτουμε ότι ανήκει στον δολοφόνο της. Η Βερονίκ Βούτριχ, που έγραψε μαζί μου το σενάριο, αγαπάει τις ιστορίες της Άγκαθα Κρίστι και χάρη σε εκείνη πραγματοποιήθηκε, ενδεχομένως υποσυνείδητα, μία ολίσθηση προς μία “ρετρό” ατμόσφαιρα που αγάπησα αμέσως. Οι ταινίες μυστηρίου είναι ένα είδος, το οποίο έχει οικειοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό η τηλεόραση τα τελευταία χρόνια, οπότε χρειάστηκε να χαράξουμε την δική μας διαδρομή, με βάση την φαντασία μας, για να βρούμε τον σωστό τόνο για την ιστορία.»

 

Η θέση της γυναίκας στην Τουρκία

Το «Ποιος Σκότωσε τη Λαίδη Γουίνσλεϊ;» πάει παραπέρα από την απλή αστυνομική έρευνα, καθώς εξετάζει την θέση της γυναίκας στην τουρκική κοινωνία. Ο Χινέρ Σαλίμ επεδίωξε να πλησιάσει μετωπικά το ερώτημα της μοιχείας σε μια συντηρητική κοινωνία. Στην κοινωνία αυτή, η άπιστη γυναίκα συστηματικά θεωρείται ένοχη, την στιγμή που δεν συμβαίνει το ίδιο με τον άνδρα, όπως λέει ο σκηνοθέτης. «Η απιστία μπορεί ακόμη και να ενισχύσει την αρρενωπότητά του άνδρα, ενώ η γυναίκα καταδικάζεται από όλους. Αυτή είναι μία από τις συνέπειες ενός πατριαρχικού συστήματος, που το συζητάμε λίγο ή και καθόλου. Παρόλ’ αυτά, δεν ήθελα να αναλωθώ στην κοινωνιολογική ανάλυση.  Έτσι λοιπόν, η οπτική γωνία της ταινίας μυστηρίου και της κωμωδίας ταίριαζαν απόλυτα με την αρχική μου πρόθεση. Υπάρχει κάτι το παράλογο σ’ αυτήν την απιστία που γενικεύεται για όλες τις γυναίκες του νησιού, αλλά η αντίδραση των συζύγων τους σηματοδοτεί την διάθεση ολόκληρης της κοινωνίας.»

 

Το θύμα από την Αμερική

Η Λαίδη Γουίνσλεϊ, το θύμα της δολοφονίας, είναι Αμερικανίδα. Ο Σαλίμ έκανε αυτή την επιλογή, γιατί δεν ήθελε το θύμα να είναι Τούρκος ή Κούρδος υπήκοος, ενώ ήθελε επίσης να δώσει έναν κοσμοπολίτικο αέρα για την ιστορία της ταινίας. «Η Λαίδη Γουίνσλεϊ ήταν ανταποκρίτρια για τους New York Times στην Τουρκία για δέκα χρόνια», εξηγεί. «Ήταν μια γυναίκα μόνη και μοναχική, που είχε αφιερώσει την ζωή της στην δουλειά της ως δημοσιογράφου και ερευνήτριας. Το γεγονός ότι ήταν ξένη υπήκοος τής δίνει την απαραίτητη ελευθερία να γράψει ελεύθερα και χωρίς ταμπού για τα προβλήματα μιας χώρας που δεν ήταν η δική της. Μέσω εκείνης, καθώς και του χαρακτήρα του ντετέκτιβ Φεργκάν, μπορούσα να μιλήσω για τη θέση των Κούρδων στην τουρκική κοινωνία».

 

Η επιλογή της τοποθεσίας

Αρχικά, ο Σαλίμ φαντάστηκε τη δράση της ταινίας προς την Αττάλεια, στην μεσογειακή πλευρά της Τουρκίας. Αλλά όταν έφτασε εκεί, ο Σαλίμ συνειδητοποίησε γρήγορα ότι οι πολυκατοικίες μπροστά στη θάλασσα ήταν ένα ντεκόρ πολύ μοντέρνο σε σχέση με αυτό που ήθελε να κάνει. Όταν, όμως, γύρισε στην Κωνσταντινούπολη, ανακάλυψε το νησάκι της Πριγκήπου, που βρίσκεται καταμεσής στον Βόσπορο. «Ήθελα ένα ντεκόρ που να δίνει την αίσθηση ότι οι κάτοικοι ήταν κάτι σαν πολιορκημένοι, χωρίς δυνατότητα απόδρασης, να τονίζει την εγγύτητα των ανθρώπων που ζουν σε μια μικρή κοινότητα αποκομμένη από τον κόσμο. Το νησί είναι ένα μέρος έξω από τον χρόνο. Τα αυτοκίνητα δεν επιτρέπονται, πέρα από εκείνα της αστυνομίας και ένα ασθενοφόρο. Το νησί κατοικούνταν κυρίως από έλληνες και εβραίους μέχρι τα μέσα του προηγούμενου αιώνα. Στη συνέχεια προτιμήθηκε από την μπουρζουαζία της Κωνσταντινούπολης ως προορισμός για παραθερισμό. Σήμερα, πολλά σπίτια είναι ακόμη άδεια κατά τη διάρκεια του χειμώνα και κάποια από αυτά δεν κατοικούνται εδώ και δεκαετίες, αν και αυτό δεν εμποδίζει τους κηπουρούς και τους φύλακες να τα προσέχουν για λογαριασμό των ιδιοκτητών και των κληρονόμων τους.»

 

 

 

O Χινέρ Σαλίμ μιλά για την ταινία

 

Πώς γεννήθηκε η ιδέα για την ταινία;

 Μετά την εμπειρία μου με το γουέστερν στο “My Sweet Pepper Land”, ήθελα να κάνω μια ταινία μυστηρίου, αλλά με τον δικό μου τρόπο. Πάνω από όλα, η δουλειά μου είναι να αφηγούμαι ιστορίες, οπότε το είδος μυστηρίου έδωσε το έναυσμα για την φαντασία μου, δεν λειτούργησε σαν περιορισμός. Ήθελα να μιλήσω για τους Κούρδους και τους Τούρκους, καθώς και την μεταξύ τους σχέση, χωρίς να παίρνω το μέρος κάποιου. Είναι μια ιστορία που κάνει για όλους, ένα οικουμενικό θέμα που έχει να κάνει με διαχρονικές σχέσεις ανάμεσα στα άτομα. Οι χαρακτήρες που γράφω χαρακτηρίζονται από το χιούμορ, το παράλογο και την τρέλα, όπως κάθε άνθρωπος που θέλει να ζήσει ή προσπαθεί να επιβιώσει.

 

Πως έγινε η επιλογή του χώρου για τα γυρίσματα;

Ήθελα το σκηνικό να δίνει την αίσθηση του εγκλωβισμού, χωρίς δυνατότητα απόδρασης, και να τονίσω το πώς οι άνθρωποι σχετίζονται και αλληλοπαντρεύονται σε ένα μέρος αποκομμένο από τον κόσμο, όπως σε κάποια απομονωμένα χωριά. Όταν πήγα εκεί, κατάλαβα αμέσως ότι ήταν αυτό που έψαχνα. Το πρώτο πλάνο της ταινίας, στο οποίο βλέπουμε το νησί από την βάρκα που μεταφέρει εκεί τον ντετέκτιβ Φεργκάν, είναι ακριβώς η πρώτη εικόνα που είχα κι εγώ από το νησί. Έπειτα φρόντισα να αποφύγω τα τουριστικά κλισέ. Δεν επέμεινα στα όμορφα τοπία ή τα σπίτια – φαίνονται στο πλάνο μόνο όταν πραγματικά υπηρετούν την ιστορία που θέλω να πω.

 

 Για τον ίδιο λόγο τοποθετήσατε την ιστορία μέσα στο χειμώνα;

 Ναι. Η ταινία θα ήταν πολύ διαφορετική, αν είχε γυριστεί το καλοκαίρι – τότε το νησί πλημμυρίζει από τουρίστες. Ήθελα το σκηνικό να υπηρετεί την ιστορία, χωρίς να την πνίγει. Η ομίχλη όπως ανεβαίνει πάνω από τον Βόσπορο και η βροχή όπως καταβρέχει το λιμάνι είναι οπτικά στοιχεία που ενισχύουν την εσωτερικότητα του μέρους αυτού, καθώς και τα μυστήριά του. Πάνω από όλα, σκέφτομαι τις ταινίες μου οπτικά: τις σχεδιάζω στο μυαλό μου μέχρι την τελευταία τους λεπτομέρεια, πριν το γύρισμα. Ξέρω ποια θα είναι τα πλάνα μου, τον φωτισμό, τα κυρίαρχα χρώματα. Στην περίπτωση αυτή είχα φανταστεί άδειους δρόμους, γκρίζους ουρανούς που τονίζουν τους καταπράσινους γκρεμούς. Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, που κράτησαν επτά εβδομάδες, περιμέναμε μερικές φορές τον ήλιο να κρυφτεί πίσω από τα σύννεφα για να γυρίσω μια σκηνή ακριβώς όπως την είχα φανταστεί.

 

Η ταινία υιοθετεί την οπτική γωνία του ερευνητή Φεργκάν. Μέσα από τα δικά του μάτια ανακαλύπτει το νησί ο θεατής.

 Όντως. Προσεγγίζουμε υποκειμενικά την ιστορία μέσα από τα μάτια του Φεργκάν, ανακαλύπτουμε το νησί όπως το κάνει ο ίδιος. Η άφιξή του διαταράσσει την καθημερινότητα των κατοίκων περισσότερο απ’ ό, τι η δολοφονία της Λαίδης Γουίνσλεϊ. Είναι ένας ιδιαίτερος άνδρας: ζει ακόμη με την μητέρα του παρόλο που είναι σαραντάρης, είναι μεθοδικός και αφοσιωμένος στην έρευνά του σε αντίθεση με τους ντόπιους αστυνομικούς, οι οποίοι απλώς ψάχνουν κάποιον για να τον κατηγορήσουν με κάθε κόστος – ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ότι θα κατηγορηθεί κάποιος αθώος. Βασίζεται στο ένστικτό του, αλλά ταυτόχρονα είναι πολύ ευαίσθητος. Δεν ήθελα να τον κάνω αλάνθαστο: ήθελα κάτι πιο χαμηλών τόνων ως χαρακτήρα, κάποιον που είναι έξυπνος αλλά και φοβερά ανθρώπινος.

 

Η ανθρώπινη πλευρά του αναδεικνύεται κι από την ιστορία αγάπης  ανάμεσα σε εκείνον και την Αζρά…

 Η ταινία δεν είναι απλώς μια ιστορία μυστηρίου – είναι κι ένας ύμνος στην αγάπη. Ήταν σημαντικό για μένα να ξεπεράσω τους παραδοσιακούς κώδικες ενός συγκεκριμένου κινηματογραφικού είδους. Εδώ η ιστορία αγάπης αποκαλύπτει πολλά για τον Φεργκάν και την Αζρά, περισσότερα απ’ ό, τι θα ήθελαν: ο Φεργκάν δεν είναι όσο ψυχρός θέλει να δείχνει, ενώ η Αζρά μαθαίνει να είναι πιο ανεκτική, αφότου τον ερωτεύεται.

 

Πώς δουλέψατε με τους ηθοποιούς σας;

 Τους έδωσα το σενάριο την μέρα που συναντηθήκαμε για την πρώτη ανάγνωση. Κάποιοι από αυτούς βρέθηκαν σε δύσκολη θέση λόγω των αναφορών στο κουρδικό ζήτημα, αλλά τους εξήγησα ότι δεν κάνω μια στρατευμένη ταινία, ούτε προπαγάνδα. Μιλάω για τις κουρδικές μου ρίζες χωρίς κόμπλεξ ή ντροπή: είναι πολύ φυσιολογικό για εμένα. Έπρεπε να δημιουργηθεί μια σχέση που να βασίζεται στην εμπιστοσύνη – έτσι δουλεύω πάντα.

 

 

6 ΙΟΥΝΙΟΥ στους κινηματογράφους

από τη Rosebud.21 και την Seven Films

 

Σκηνοθεσία: Χινέρ Σαλίμ
Σενάριο: Βερονίκ Βούτρικ, Χινέρ Σαλίμ
Ηθοποιοί: Μεχμέτ Κουρτουλούς, Εργκούν Κουγιουτσού, Εζγκί Μολά, Τουργκάι Αϊντίν, Αρίν Κουσακσιζόγλου, Μεσούτ Ακούστα
Διάρκεια:
  90 λεπτά
Διανομή: Rosebud .21/ Seven Films