Οι λάτρεις του σινεμά  που έχουν δει και ξαναδεί όλα τα καθιερωμένα κινηματογραφικά έργα ,που συμπεριλαμβάνονται στις αμέτρητες λίστες αξιολόγησης, μένουν πολλές φορές έκπληκτοι όταν ανακαλύπτουν το μεγαλείο άγνωστων ή άδικα υποτιμημένων ταινιών. Συνήθως  πρόκειται για έργα άσημων δημιουργών που όμως έκαναν μια εξαιρετική ταινία και μετά εξαφανίστηκαν ή έργα γνωστών σκηνοθετών που ήταν μπροστά από την εποχή τους και δεν έγιναν κατανοητά ή ατυχώς έμειναν στη σκιά των μεγάλων επιτυχιών τους . Αυτή είναι η κατηγορία των  ταινιών που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «κρυμμένα κινηματογραφικά διαμάντια».

Ερίκ Ρομέρ, ο «Μπαλζάκ» του κινηματογράφου

Το πιο διαυγές και φωτισμένο μυαλό του Γαλλικού «Νέου Κύματος», ο Eric Rohmer, καθιερώθηκε στο κινηματογραφικό στερέωμα  δημιουργώντας αιθέριες ρομαντικές κωμωδίες και δράματα δωματίου. Στην πενηντάχρονη πορεία του στον κινηματογράφο υπέγραψε 24 μεγάλου μήκους ταινίες, ένα ντοκιμαντέρ και εκπαιδευτικά προγράμματα για την τηλεόραση.Το εντελώς προσωπικό στυλ που επινόησε διακρίνεται για την οικονομία στα εκφραστικά μέσα ,τον ζεστό ειρωνικό τόνο, την στοργή για τη νεολαία και την συναισθηματική πλαστικότητα των χαρακτήρων του. Οι ταινίες του διερευνούν  με οικεία και φωτεινή λεπτομέρεια τις εμπλοκές, τις απογοητεύσεις και τις δυνατότητες που αντιμετωπίζουν οι σύγχρονες ερωτικές σχέσεις, συνήθως μεταξύ των νέων που βιώνουν τα πρώτα τραύματα της ρομαντικής αγάπης και  εμπλέκονται σε  ηθικά διλήμματα. Χάρη στη χρησιμοποίηση μη επαγγελματικών και άπειρων ηθοποιών και αυτοσχέδιου διαλόγου, οι ταινίες του έχουν φυσικό αυθορμητισμό και απατηλή αθωότητα που τις καθιστά διεισδυτικές και αυθεντικές εξερευνήσεις της ανθρώπινης ψυχής.

Αν και οι περισσότερες από τις ταινίες του είναι διάλογο-κεντρικές  απέχουν πολύ από το να χαρακτηριστούν απλά κομμάτια συνομιλίας. Οι χαρακτήρες καθορίζονται σε μεγάλο βαθμό από τις σχέσεις τους με το αντίθετο φύλο. Οι πολυτελείς, ηδονιστικές συνθέσεις και οι σαγηνευτικοί χαρακτήρες καθορίζουν ουσιαστικά την πλοκή μέσα από ατέρμονες συζητήσεις, αφηγήσεις και  αποστάγματα ημερολογίου. Για ταινίες που ασχολούνται σε μεγάλο βαθμό με την αντοχή στον πειρασμό, είναι βαθιά ερωτικές.

Ο Rohmer έγινε γνωστός για τις τρεις σειρές ταινιών που παρήγαγε από το 1963 έως το 1998. Σε κάθε φιλμ της πρώτης σειράς ‘’Έξι Μύθοι περί Ηθικής’’, ένας άνθρωπος παραιτείται από το σεξ με μια γυναίκα για ηθικούς λόγους. Στην «Συλλέκτρια» (1966) ένας διανοούμενος  απορρίπτει τις ερωτικές προκλήσεις ενός μπερδεμένου νυμφίδιου. Στη «Νύχτα με την Μωντ» ( 1969), ένας άντρας ξοδεύει μια ενάρετη νύχτα στο κρεβάτι με μια όμορφη γυναίκα. Στο «Γόνατο της Κλερ»(1970) ένας  φετιχιστής διπλωμάτης που περνάει το καλοκαίρι σε ένα θέρετρο λίμνης, συγκινείται από την ομορφιά και την φινέτσα  μιας  νεαρής κοπέλας.

Στη συνειδητοποίηση ότι η εμμονή μπορεί να αντικαταστήσει την πραγματικότητα στηρίχτηκε η δεύτερη σειρά του ‘’Κωμωδίες και Παροιμίες’’  : «Η γυναίκα του αεροπόρου» (1980), «Ο τέλειος γάμος»(1981), «Η Πωλίν στην πλάζ» (1982), «Νύχτες με πανσέληνο»(1984), «Η πράσινη ακτίνα» (1986) και «Ο Φίλος της φίλης μου» (1987).

Οι πνευματικές του αναζητήσεις για τις αυταπάτες του έρωτα συνεχίστηκαν με τον τελευταίο κύκλο ταινιών του  τις «Ιστορίες των Τεσσάρων Εποχών»: «Μια ιστορία της άνοιξης» (1989), «Μια ιστορία του χειμώνα» (1992), «Μια καλοκαιρινή ιστορία» (1996) και «Μια φθινοπωρινή ιστορία» (1998).

Οι τελευταίες τρεις ταινίες του Ρόμερ δείχνουν μια εκπληκτική ποικιλομορφία στην τεχνική, αν και κάθε μία είναι βασικά αφοσιωμένη στα επαναλαμβανόμενα Rohmer-esque θέματα του έρωτα και της πίστης. Η «Αγγλίδα και ο Δούκας»(2001) είναι ένα κινούμενο ιστορικό δράμα, που δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια της γαλλικής επανάστασης, η οποία χρησιμοποίησε την τελευταία ψηφιακή τεχνολογία, με τους ηθοποιούς ενσωματωμένους σε ζωγραφισμένα σκηνικά. Ο «Τριπλός πράκτορας» (2004) παρέχει μια συγκλονιστική εικόνα του τρόπου με τον οποίο τα εξωτερικά γεγονότα μπορούν να διαβρώσουν την εμπιστοσύνη μεταξύ συζύγων. Το «Les Amours d’Astrée et de Céladon» (2007), η τελευταία ταινία του Ρόμερ, είναι ένα λυρικό, εξαιρετικά στυλιζαρισμένο έργο στη Γαλλία του 5ου αιώνα, που είναι τόσο μια γιορτή της ομορφιάς του φυσικού κόσμου όσο είναι η ειλικρινής έκφραση του ποιητή εξαγοράζοντας την δύναμη της αγάπης.

Σχεδόν σε όλες τις ταινίες του τα συναισθηματικά ευάλωτα άτομα υποχρεούνται να λαμβάνουν σημαντικές αποφάσεις για ερωτικές υποθέσεις, επαγγελματικές σταδιοδρομίες και διακοπές και χαίρονται, κάνουν λάθη, μετανιώνουν και καταλήγουν σε συμπεράσματα, καθώς η επιθυμία συγκρούεται με την πραγματικότητα, την ηθική, την καπρίτσια και την κοινή λογική. Με άλλα λόγια, ο Rohmer έκανε ταινίες για αληθινούς ανθρώπους και όχι για κινηματογραφικούς χαρακτήρες.

“Από τους Μύθους περί Ηθικής ως τις Ιστορίες των 4 Εποχών περνώντας από τις Κωμωδίες και Παροιμίες, υπάρχει ο ίδιος κεντρικός ιστός που συνδέει πυκνές αφηγήσεις τοποθετημένες σε έναν συγκεκριμένο τόπο της Γαλλίας, στη διάρκεια μιας επίσης συγκεκριμένης εποχής του χρόνου, με ήρωες νεαρούς άντρες και νεαρές γυναίκες, και τις ηθικές, συναισθηματικές, ερωτικές συγκρούσεις τους” γράφει ο Μισέλ Δημόπουλος στον πρόλογο του βιβλίου του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για τον Έρικ Ρομέρ.

Ιστορίες του καλοκαιριού/Conte d’ été(1996) του Eric Rohmer

Μια χορογραφία των λέξεων

Οι «Ιστορίες του καλοκαιριού» είναι ένας ανάλαφρος ύμνος στη νεότητα , τις αντιφάσεις και τις αβεβαιότητες της .Αν και βρισκόμενος στη έβδομη δεκαετία της ζωής του ,όταν γύρισε την ταινία, ο Rohmer εμφανίζει μια αναπάντεχη κατανόηση της ψυχολογίας και της συμπεριφοράς των νέων  κάτι που θα περιμέναμε από κάποιο πολύ νεότερο σκηνοθέτη.

Η ταινία υφαίνεται πάνω σε ένα στοιχειώδη αφηγηματικό ιστό. Ένας όμορφος, μοναχικός και εσωστρεφής νεαρός, ο Gaspard ( Melvil Poupaud),  φθάνει στο Dinard στην  παραθαλάσσια Βρετάνη. Έχει  σπουδάσει  μαθηματικά, αλλά το όνειρο του, όπως δείχνει η κιθάρα που τον συνοδεύει , είναι να κάνει  καριέρα μέσω της μουσικής.
Όταν η φίλη του Léna δεν εμφανίζεται όπως είχαν συμφωνήσει, κάνει μόνος του βόλτες στην παραλία. Γνωρίζεται με τη φοιτήτρια εθνολογίας Margot (Amanda Langlet, πρωταγωνίστρια του «Η Πωλίν στην πλαζ») που εργάζεται με μερική απασχόληση σε ένα καφέ. Με το μυαλό του  ακόμα στη Léna, ο Gaspard είναι απρόθυμος να εμπλακεί συναισθηματικά με τη Margot κι έτσι παραμένουν απλώς καλοί φίλοι. Τις ημέρες που ακολουθούν, παραμένει η πιο έμπιστη συντροφιά του. Στη συνέχεια συναντά τη Solène(Gwenaelle Simon), μια πολύ πιο γοητευτική κοπέλα. Ο Gaspard ήθελε από καιρό να ταξιδέψει στο απομακρυσμένο νησί Ushant και φαντάζεται ότι η Solène θα γίνει η ιδανικός σύντροφος σε ένα τέτοιο ταξίδι. Ακόμη της αφιερώνει ένα από τα τραγούδια του – σημάδι ότι έλκεται από αυτήν. Αλλά τότε ξαφνικά εμφανίζεται η Léna(Aurelia Nolin),  και ο Gaspard βρίσκει τον εαυτό του μπερδεμένο ανάμεσα σε τρεις ελκυστικές νεαρές γυναίκες, που καμία από αυτές δεν είναι ακριβώς αυτό που ψάχνει.

Οι «Ιστορίες του καλοκαιριού» είναι η τρίτη, η πιο ηλιόλουστη ,η πιο δροσερή και ευχάριστη από τις «Ιστορίες των τεσσάρων εποχών» από την οποία απουσιάζει η αίσθηση της ξηρής μελαγχολίας των υπόλοιπων ταινιών του κύκλου. Δέκα χρόνια μετά την «Πράσινη ακτίδα», ο Rohmer επέστρεψε με ένα φιλμ για το καλοκαίρι, την  αγαπημένη του εποχή , την οποία γνωρίζει καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον για να αναδείξει το λαμπρό φως, την ελαφρότητα και επιπολαιότητα που κυριαρχεί στους θερμούς μήνες. Οι διακοπές εμπνέουν σαφώς στον Rohmer για πολλούς λόγους: επιτρέπουν επιπλέον χρόνο και ευκαιρίες για συζήτηση, για συναντήσεις με αγνώστους, για χαλάρωση και αποφυγή από τους περιορισμούς της συνήθειας ή της ευθύνης. Είναι εποχή για  ρομαντισμό, για στοχασμό, για ανατροπή της τύχης, για διλήμματα και αναποφασιστικότητα.

Ο Melvil Poupaud είναι η αληθινή αποκάλυψη του φιλμ,  αρχικά χωρίς αυτοπεποίθηση , μετά κολακευμένος όταν διεκδικείται από τρία δροσερά κορίτσια την τολμηρή Solene, την απόμακρη Léna και την καλή φίλη Margot με την οποία αισθάνεται πιο κοντά. Ο κλειστός χαρακτήρας του ανοίγει σταδιακά, ανακαλύπτει τα λεκτική του ικανότητα , τη δύναμη της γοητείας του. Πραγματοποιεί συνεχείς περιπάτους με την Margot σε γραφικές τοποθεσίες με συνομιλίες που ξεκινούν αθώα αλλά γίνονται καθημερινά πιο οικείες σε ένα μακρύ crescendo αμοιβαίας γοητείας που καταγράφονται με τρυφερή αισθαντικότητα  από τη κάμερα της Diane Baratier. Μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, ο Gaspard καταλήγει στην απίστευτη θέση της επιλογής μεταξύ τριών γυναικών – όχι για ισόβια δέσμευση , αλλά για μια ρομαντική σχέση. Μπορεί φαινομενικά να είναι ένα ασήμαντο γεγονός στη ζωή του, αλλά  ο Gaspard το βλέπει σαν ένα ανυπέρβλητο δίλημμα και έτσι κερδίζει πολύ εύκολα την ταύτιση και την  συμπάθεια μας .Δεν υπάρχει κανένα μεγάλο δράμα, καμία βαρύγδουπη ιστορία, καμία μεγάλη συγκίνηση σε αυτή την ταινία. Αντίθετα, αντιμετωπίζουμε μια  καθημερινή ιστορία καλοκαιρινού φλερτ , που όμως έχει πολλά να πει για τη ζωή των χαρακτήρων και έχει πολλά  να θυμίσει στον θεατή.

Με την υπέροχη γαλλική παραλία ως σκηνικό, ο Rohmer βλέπει τους χαρακτήρες να λένε πολλά ενδιαφέροντα πράγματα μεταξύ τους,  να κινούνται σε κύκλους προς ή μακριά ο ένας από τον άλλο. Ο Rohmer, νιώθει κανείς, απολαμβάνει να κινηματογραφεί για μια ακόμη φορά τα παιχνίδια του έρωτα, τις ήσυχες παραλίες, τα διστακτικά αγγίγματα , τις αψιμαχίες των ερωτευμένων. Οι ταινίες του είναι ομιλητικές, όπως και η ζωή, οι χαρακτήρες και οι καταστάσεις που απεικονίζει είναι απλές, καθημερινές, αναγνωρίσιμες . Αυτό είναι που κάνει τον κινηματογράφο του τόσο προσιτό, τόσο κοντά στη ζωή των απλών ανθρώπων ,τόσο προκλητικό στην ταύτιση με τους πρωταγωνιστές και τελικά τόσο ευχάριστο αλλά και βαθιά συγκινητικό.

Ο Rohmer αποδεικνύεται μοναδικός στο να συλλάβει την ιδιόμορφη φύση των φιλικών πλατωνικών σχέσεων, με τις περιστασιακά διασταυρούμενες ροές της ανέκφραστης επιθυμίας και το ενδεχόμενο  να μετατραπούν σε ερωτοτροπία ή ερωτική σχέση. Στην περίπτωση του Gaspard και του Margot, οι γραμμές παραβίασης οφείλονται στο χάσμα μεταξύ της άνετης φιλικής συντροφιάς τους  ,της  αμοιβαίας  έλξης τους που μαρτυρούν τα θερμά βλέμματα  και της παράλληλης ατολμίας τους να την παραδεχτούν ανοιχτά . Οι αλληλεπιδράσεις του ζευγαριού σχεδόν πάντοτε παίρνουν τη μορφή ατέρμονων συνομιλιών καθώς κινούνται κυκλικά, καθώς αγγίζονται φευγαλέα και στη συνέχεια  αποσύρονται, καθώς γίνονται δεκτικοί και αμέσως μετά επιπλήττουν. «Είναι ευκολότερο να είσαι ο εαυτός σου με έναν φίλο παρά με έναν εραστή. Δεν χρειάζεται να προσποιείσαι» λέει η Margot  με αυτοπεποίθησή που επιβεβαιώνει τη θέση της και διαμορφώνει την επιδέξια  κοινωνική συμπεριφορά της.

Η ρομαντική οδύσσεια του Rohmer αποτελεί μια σαγηνευτική χορογραφία των λέξεων. Είναι ένα φρέσκο ,πρωτότυπο και πολύ προσωπικό φιλμ για τον στοχαστικό θεατή, ο οποίος εκτιμά τις αποχρώσεις της ανθρώπινης αλληλεπίδρασης .Καθώς αυτή η νοσταλγική κωμωδία προχωρά με γαλήνιο ρυθμό  μέσα από σκηνές οικείες, χωρίς δραματουργική ένταση, που θυμίζουν ντοκιμαντέρ, ο Rohmer μας παρέχει με νηφαλιότητα άφθονες απόψεις  για την αγάπη, τη φιλία, την πίστη, τη μοναξιά, την τύχη, τη μοίρα και την επιθυμία. Όπως πάντα απαιτεί την υπομονή και την πνευματική συμμετοχή μας και όπως πάντα στο κομψό αυτό παιχνίδι του χρόνου, του τόπου και της ανώριμης  νιότης μας αποζημιώνει με μια τρυφερή τελική σκηνή. Κι αν όλα αυτά  σε κάποιους φαίνονται άτεχνα, ,σχεδόν ερασιτεχνικά ,ας προσέξουν ξανά τα μαγευτικά τράβελιγκ που ακολουθούν τους  χαρακτήρες  κατά μήκος της παραλίας και πάνω στα βράχια, εξωτερικεύοντας τα συναισθήματα και τις σκέψεις τους. Άλλωστε η αληθινά μεγάλη τέχνη ποτέ δεν αισθάνεται την ανάγκη να αυτοπροβάλλεται με στόμφο  ως τέτοια.