Catherine Corsini: μια σκηνοθέτις παθιασμένων γυναικών

Η Catherine Corsini είναι Γαλλίδα ηθοποιός, σεναριογράφος και σκηνοθέτις. Αφού παρακολούθησε μαθήματα με τους Αντουάν Βιτές και Μισέλ Μπουκέ στο Κονσερβατόριο Δραματικών Τεχνών του Παρισιού, στράφηκε στη συγγραφή σεναρίων. Δούλεψε στο θέατρο και σκηνοθέτησε μερικές ταινίες μικρού μήκους πριν υπογράψει την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της, “Poker”, το 1987. Ακολούθησαν οι ταινίες “Interdit d’amour”, “Les Amoureux” και “La Repetition”, εκ των οποίων οι δύο τελευταίες επιλέχτηκαν για το επίσημο πρόγραμμα του Φεστιβάλ Καννών. Οι επόμενες ταινίες της, “Les Ambitieux”, “Partir” και “Trois Mondes” προβλήθηκαν κι αυτές στις Κάννες, στο τμήμα «Ένα κάποιο βλέμμα».

Το έργο της αναδεικνύει πολλές φορές ιστορίες παθιασμένων και συχνά ατίθασων γυναικών (“La belle saison”, 2015, “Partir”, 2009), που υποδύονται σημαντικές ηθοποιοί όπως οι Kristin Scott Thomas, Jane Birkin, Emmanuelle Béart.

Ένα τρυφερό και σκοτεινό οικογενειακό δράμα

Στο λυκόφως  της δεκαετίας του ’50 γνωρίζουμε την Rachel (Virginie Efira), μια 25χρονη εβραϊκής καταγωγής υπάλληλο γραφείου που ζει στην κεντρική γαλλική πόλη Châteauroux. Όντας ρομαντική από τη φύση της, αισθάνεται ότι βρήκε τον άνθρωπο των ονείρων της στον Philippe (Niels Schneider), έναν όμορφο και εκλεπτυσμένο νεαρό αριστοκρατικής καταγωγής . Από τον παθιασμένο έρωτα τους γεννιέται  η Chantal αλλά αυτός αρνείται να την παντρευτεί λέγοντας με κυνισμό: «Αν ήσουν πλούσια, ίσως και να το σκεφτόμουν». Δεν κάνει καμία προσπάθεια να αποκρύψει τις ταξικές του προκαταλήψεις και τα αντισημιτικά του συναισθήματα και έτσι αφήνει τη φτωχή Rachel να αναθρέψει μόνη της την κόρη τους .

Η Rachel αποδεικνύεται μια αποφασιστικά μοντέρνα γυναίκα. Δεν ντρέπεται για την κόρη της – κάτι σπάνιο για την δεκαετία του 60. Αναλαμβάνει την πλήρη ευθύνη να την μεγαλώσει μόνη της, κάτω από τα επικριτικά μάτια της επαρχιακής κοινωνίας. Εκμεταλλευόμενος την στωικότητα της Rachel ο Philippe επιστρέφει στη ζωή της ανά τακτά χρονικά διαστήματα καθώς η Rachel και η Chantal ζουν και μεγαλώνουν μαζί. Συμπεριφέρεται πάντα ως ένας αλαζονικός πατριάρχης που είναι πάνω και πέρα από κάθε ηθικό φραγμό. Η ταπεινότητα και η αξιοπρέπεια της Rachel την εμποδίζει να ζητήσει περισσότερη υποστήριξη από τον Phillipe. Για την ίδια, η κόρη της έχει πατέρα και είναι ένα παιδί που γεννήθηκε από αγάπη, και αυτό της δίνει την ασίγαστη δύναμη και την ανεξάντλητη επιμονή να αγωνιστεί ώστε ο  Philippe να αναγνωρίσει την πατρότητα. Είναι τόσο σκληρός ο αγώνας που δίνει για πολλά χρόνια όμως, που αργότερα αυτό θα γίνει το τυφλό σημείο της. Η ίδια ποτέ δεν εγκατέλειψε την ελπίδα  ότι μια μέρα ο Philippe  θα επιστρέψει σε αυτήν και θα αναγνωρίσει την πατρότητα. Δεν συνειδητοποιεί, ή δεν βλέπει, ότι τη στιγμή που κερδίζει αυτήν την μεγάλη μάχη  τότε είναι που ουσιαστικά χάνει τα πάντα.

Βασισμένη στο ομώνυμο βραβευμένο μυθιστόρημα της Christine Angot η Corsini στη δέκατη ταινία της αφηγείται μια πολυπρισματική ιστορία αγάπης, που ήταν υποψήφια για τέσσερα Σεζάρ. Πρόκειται για ένα πυκνό και σύνθετο μυθιστόρημα, το οποίο καλύπτει περίοδο σχεδόν πενήντα χρόνων στη ζωή των πρωταγωνιστών του. Η Corsini και η συν-σεναριογράφος Laurette Polmanss επέλεξαν μια  πιστή προσέγγιση  , υπερβολικά εξαρτημένη από μια φωνητική αφήγηση , καταφέρνοντας να δημιουργήσουν ένα συναρπαστικό κομμάτι κινηματογραφικού δράματος .

Η Corsini ,με την όμορφη και κλασική σκηνοθεσία της μας βυθίζει σε δύο ιστορίες: την ερωτική ιστορία της Ραχήλ και του Philippe και την περίπλοκη σχέση μητέρας-κόρης στην οποία διαπλέκονται η αγάπη ,η αφοσίωση ,η εμπιστοσύνη  αλλά και ο ανταγωνισμός και τα κρυμμένα μυστικά.

Αυτό που απογειώνει το φιλμ και του δίνει μια αυστηρή γνησιότητα είναι οι εξαιρετικές ερμηνείες των δύο επικεφαλής ηθοποιών, της Virginie Efira και του Niels Schneider, που  κολλάνε στο δέρμα των χαρακτήρων. Η  Efira  είναι μια αθώα ύπαρξη που παρασύρεται βίαια από τις ρομαντικές παρορμήσεις της ώστε να αγαπήσει έναν άνθρωπο ο οποίος, ενώ είναι ταξικά και μορφωτικά ανώτερος της αποδεικνύεται πολύ κάτω από αυτήν σε ηθικούς και ανθρώπινους όρους. Αποπνέει ένα είδος γλυκιάς θλίψης και μας ωθεί να συμπορευτούμε με τον αδάμαστο χαρακτήρα της.

Από την άλλη πλευρά ο Niels Schneider  συνθέτει την συγκλονιστική απεικόνιση ενός κενού ναρκισσιστή , ενός κυνικού συμφεροντολόγου και στυγνού φαλλοκράτη που εκμεταλλεύεται με τον πιο διεστραμμένο τρόπο την εξουσία που ασκεί πάνω στους θηλυκούς χαρακτήρες. Είναι πολυταξιδεμένος ,διαβάζει τον Νίτσε και γνωρίζει πώς να  τρώει στρείδια αλλά τρομάζει με τον αμοραλισμό και  την ψυχρότητα του. Ο τρόπος με τον οποίο αποκαλύπτονται λεπτομέρειες για τον Philippe και οι πρώιμες ενδείξεις για την αλαζονεία του δημιουργεί μια απειλητική σκιά πίσω από τη γοητεία του. Μάλιστα φτάνει στο σημείο να επινοεί ταξινόμηση των ερωτικών σχέσεων διακηρύσσοντας τρία είδη: την συζυγική αγάπη, την παθιασμένη αγάπη και την αναπόφευκτη συνάντηση. Η σχέση του με τη Rachel τοποθετείται γι ‘αυτόν, στην τελευταία κατηγορία, δίνοντας στον εαυτό του την ευχέρεια  να δικαιολογεί την αδικαιολόγητη συμπεριφορά του.

Η ασυμβατότητα  δύο τέτοιων αντιθετικών χαρακτήρων σχηματοποιείται σε μεγάλο βαθμό από την  οπτική απεικόνιση  του κόσμου όπου κατοικούν. Τα ηλιόλουστα  τοπία της υπαίθρου που φιλοξενεί την Rachel μαρτυρούν την  ιδεαλιστική της φύση, ενώ ο κλειστοφοβικός αστικός λαβύρινθος του  Παρισιού όπου ζει ο Philippe αντικατοπτρίζει τη διεστραμμένη εκδοχή του για τις ανθρώπινες επιθυμίες. Στο τέλος δεν είναι η τάξη ή η φυλή που καθιστά αδύνατη την συνύπαρξη μεταξύ Rachel και Philippe  αλλά είναι  η αντίθετη ηθική τους φύση και οι αποτρόπαιες πράξεις που αυτή προκαλεί. Τα αντίθετα μπορεί να έλκονται, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να δένονται ισόβια με ένα κόμπο από αγκάθια.

Το φιλμ «Μια ανέφικτη αγάπη» είναι ένα  σκοτεινό οικογενειακό δράμα με σύντομα τρυφερά διαλείμματα  ηλιόλουστης ευτυχίας. Μέσα από την ευαισθησία των χαρακτήρων αγγίζει  και συγκινεί με την προβολή της ευθραυστότητας αλλά και της ανθεκτικότητας του θηλυκού πνεύματος . Η Catherine Corsini ,στην καλύτερη μέχρι τώρα δουλειά της, μας χαρίζει μια καθηλωτική ταινία από την αρχή μέχρι το τέλος, που σε πολλές στιγμές της  γίνεται ανησυχητική και οδυνηρή δημιουργώντας στον θεατή την αίσθηση  ότι την διαπερνά ένας τοξικός ηλεκτρισμός .