Το 1983, ο Elton John κυκλοφόρησε το άλμπουμ «Too Low for Zero» τραγουδώντας με εύγλωττο συμβολισμό “I’m Still Standing”. Εκτός από την αναγέννηση του μετά από μια περίοδο στασιμότητας , ήταν και μια επιστροφή στις ρίζες του και μια εμφάνιση λιγότερο φανταχτερή εντός και εκτός σκηνής. Καθαρός και νηφάλιος για πρώτη φορά μετά από χρόνια, ο John ήταν σε θέση να επικεντρωθεί στη μουσική παρά στις περισπασμούς του. Το «Rocketman» αποτελεί μια ημι-βιογραφική ταινία για τον θρυλικό τραγουδοποιό του glam rock από τις πρώτες στιγμές του μπροστά από ένα πιάνο μέχρι την αναζωπύρωση του μύθου του στα μέσα της δεκαετίας του ’80.

Ο Reginald Dwight είναι ένα ήρεμο  παιδί που μεγαλώνει στην Μ. Βρετανία λαχταράει την αγάπη του πατέρα του, ενός αυστηρού άνθρωπου που ποτέ δεν καταφέρνει να οικοδομήσει μια συναισθηματική σχέση με το παιδί του. Αντ ‘αυτού, ο Reginald βρίσκει την κλίση του στο οικογενειακό πιάνο, όπου εμφανίζει  μια εκπληκτική ικανότητα για μουσικό μιμητισμό που τον οδηγεί με υποτροφία στη Βασιλική Μουσική Ακαδημία . Από εκεί προσγειώνεται ως πιανίστας σε μπαρ, στη συνέχεια στη δική του μπάντα, αλλά μια τυχαία συνάντηση με τον στιχουργό Bernie Taupin τον μετονομάζει σε Elton John και τον οδηγεί  στις αχανείς σκηνές των ροκ συναυλιών με την χαρακτηριστική φαντασμαγορική παρουσία του.

Το φιλμ παρουσιάζεται κυρίως σε αναδρομή, με τον Elton John (Taron Egerton) στα μέσα της δεκαετίας του 1980 να κοιτάζει πίσω στη ζωή του μέσα σε μια κλινική αποκατάστασης. Η ταινία εκτείνεται σε μια περίοδο περίπου 30 ετών, επικεντρώνεται σε πολλά από τα ψηλά και τα χαμηλά σημεία της ζωής του τραγουδιστή ενώ χρησιμοποιεί περίπου 20 επιτυχίες του John ,κυρίως από τη δεκαετία του 1970. Στο επίκεντρο βρίσκονται η διαρκώς διαστρεβλωμένη σχέση με τους γονείς του, τη μακροχρόνια φιλία του με τον στιχουργό Bernie Taupin (Jamie Bell),η καταστροφική σχέση του με τον εραστή / μάνατζερ John Reid (Richard Madden) και η καταβύθιση του σε μια άβυσσο από φάρμακα και αλκοόλ.

Ο σκηνοθέτης Dexter Fletcher επέλεξε μια διαφορετική κατεύθυνση από αυτή που υιοθετήθηκε στο «Bohemian Rhapsody». Άλλωστε στην τελευταία ο  Fletcher δεν είχε ποτέ τον πλήρη δημιουργικό έλεγχο  αφού ανέλαβε να αντικαταστήσει τον αρχικό σκηνοθέτη Bryan Singer. Αντί λοιπόν να επιλέξει μια παραδοσιακή βιογραφική αφήγηση με μουσικά ιντερλούδια, στο «Rocketman» χρησιμοποιεί τα μουσικά μέρη ως ευκαιρίες για σουρεαλιστικές πτήσεις φαντασίας και  έντονες  συναισθηματικές στιγμές γεμάτες απεγνωσμένη τρέλα . Σε μια αξιομνημόνευτη σκηνή κατά τη διάρκεια του ‘Crocodile Rock,’ που ερμήνευσε ζωντανά στο Troubadour το 1970, ο John και ολόκληρο το ακροατήριο του αιωρούνται πάνω από το πάτωμα. Τα τραγούδια διευκολύνουν και τις μεταβατικές σκηνές με τον John να τα ξεκινάει σε μια εποχή και με μια φορεσιά και να τελειώνει σε μια διαφορετική φάση της ζωής του.

Οι περισσότεροι από τους ηθοποιούς  είναι πειστικοί στους  ρόλους τους, αλλά ξεχωρίζουν τόσο  ο Egerton  όσο και ο Bell, ο πρώτος για την ικανότητά του να απεικονίζει την φρενίτιδα αλλά και την κατάθλιψη του τραγουδοποιού και ο τελευταίος για την εξαίρετη απόδοση του ως υποτονικός, ήσυχος και στοχαστικός στιχουργός. Όσο για την Bryce Dallas Howard  πετυχαίνει μια δεξιοτεχνική και μαγευτική απεικόνιση της μητέρας του Elton John.

Το Rocketman σίγουρα δεν είναι  αριστούργημα και ίσως δεν  ενθουσιάσει  εκείνους που αρέσκονται στις κλασικές βιογραφίες . Ίσως μάλιστα κάποιοι θεατές  ενοχληθούν από την  ρεαλιστική απεικόνιση  των ερωτικών προτιμήσεων και της χρήσης ουσιών του μεγάλου τραγουδοποιού. Επίσης ,ενώ η ταινία διαθέτει ένα καθηλωτικό και καταιγιστικό πρώτο μέρος στο δεύτερο μισό, ο αφηγηματικός ρυθμός πέφτει και το φινάλε φαντάζει απότομο και άτονο.

Η ταινία πιθανότατα θα εκτιμηθεί περισσότερο από εκείνους που μεγάλωσαν με τις επιτυχίες του John κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1970. Ωστόσο είναι πολύ διασκεδαστική  και για τους νεότερους θεατές  χάρη στο συχνά αλλόκοτο και παραληρηματικό μουσικό υπερθέαμα της.