Οι λάτρεις του σινεμά που έχουν δει και ξαναδεί όλα τα καθιερωμένα κινηματογραφικά έργα, που συμπεριλαμβάνονται στις αμέτρητες λίστες αξιολόγησης, μένουν πολλές φορές έκπληκτοι όταν ανακαλύπτουν το μεγαλείο άγνωστων ή άδικα υποτιμημένων ταινιών. Συνήθως πρόκειται για έργα άσημων δημιουργών που όμως έκαναν μια εξαιρετική ταινία και μετά εξαφανίστηκαν ή έργα γνωστών σκηνοθετών που ήταν μπροστά από την εποχή τους και δεν έγιναν κατανοητά ή ατυχώς έμειναν στη σκιά των μεγάλων επιτυχιών τους. Αυτή είναι η κατηγορία των ταινιών που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «κρυμμένα κινηματογραφικά διαμάντια». Αναζητήστε τα  !!!

Η κυρία με το σκυλάκι /Dama s sobachkoj (1960) του Iosif Kheifits

Iosif Kheifits : ένας πρόγονος του «σοσιαλιστικού ρεαλισμού»

Με  ταινίες όπως  «Ο αναπληρωτής της Βαλτικής» (1937) και «Μέλος της κυβέρνησης» (1940), ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Josef Heifitz και ο μακροχρόνιος συνεργάτης του Alexander Zarkhi έγιναν γνωστοί ως οι πρόγονοι του «ιστορικού ρεαλισμού» του σοβιετικού κινηματογράφου. Γεννημένος στο  Μινσκ της Λευκορωσίας, ο Kheifits  μετακόμισε στην Αγία Πετρούπολη τη δεκαετία του 1920 για να σπουδάσει. Εκεί, ο Kheifits  ανέπτυξε τις σκηνοθετικές δεξιότητές του γυρίζοντας μερικές ταινίες μικρού μήκους κσι στη συνέχεια συνεργάστηκε με τον Zarkhi για τα επόμενα 20 χρόνια. Οι πρώτες ταινίες τους περιλαμβάνουν  μια ταινία για τη σοβιετική νεολαία («Άνεμος στο πρόσωπο», 1930) ,το «Μεσημέρι»(1931), και το «Hotdenechki»(1935) και «Το όνομα της ζωής» (1947). Το έργο του άρχισε να τυγχάνει μεγάλης αναγνώρισης στη Σοβιετική Ένωση μετά το 1950 με ταινίες όπως «Μια Μεγάλη Οικογένεια» ( η πρώτη που γύρισε μόνος του), «Υπόθεση Ρουμάντσεφ» και «Καλέ μου άνθρωπε». Μετά στράφηκε προς τους Ρώσους κλασικούς, μεταφέροντας στη μεγάλη οθόνη έργα του Τσέχωφ, του Τουργκένιεφ και του Κουπρίν («Η κυρία με το σκυλάκι», «Καλός κακός άνθρωπος», «Asya» και «Σούρα»).Το 1970 η ταινία του «Χαίρε, Μαρία!» πήρε μέρος στο 7ο Διεθνές Κινηματογραφικό Φεστιβάλ Μόσχας, ενώ το 1975 έγινε μέλος της κριτικής επιτροπής στην ίδια διοργάνωση (9ο Φεστιβάλ). Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του έργου του θεωρούνται η βαθιά αποκάλυψη της εσωτερικής φύσης των χαρακτήρων του, η λεπτή κατανόηση της κινηματογραφικής γλώσσας και η εκφραστική λεπτομέρεια. Το έργο του σκηνοθέτη έχει τιμηθεί με αρκετά κρατικά και διεθνή βραβεία, συμπεριλαμβανομένου και του Φεστιβάλ των Καννών (όπου βραβεύτηκε με ειδικό βραβείο για τον ευγενή ανθρωπισμό και την καλλιτεχνική αριστεία το 1960 για την ταινία «Η κυρία με το σκυλάκι»). Το κύκνειο άσμα του  ήταν η δραματική ταινία το «Πλανόδιο λεωφορείο», που προβλήθηκε το 1989.

Ένα κλασικό και μελαγχολικό ειδύλλιο

Ο Αντόν Τσέχωφ είναι ένας από τους σπουδαιότερους συγγραφείς όλων των εποχών που ωστόσο λίγα έργα του έχουν πάρει ζωή στη μεγάλη οθόνη. Η εσωτερική εξέγερση και η παραίτηση  αποτελούν τις βασικές πτυχές της ακραίας αμφιθυμίας που βρίσκεται στο επίκεντρο του συνολικού έργου του. Οι σελίδες της νουβέλας του  «Η κυρία με το σκυλάκι» έλαμψαν στο σκοτάδι της κινηματογραφικής αίθουσας χάρη σε αυτή την αριστουργηματική διασκευή του Γιοσίφ Κέϊφιτς. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Νικίτα Μιχaλκόφ ενσωμάτωσε το 1986 την ίδια νουβέλα στην ταινία του «Μαύρα μάτια» με μια εντελώς διαφορετική οπτική ,έντονη και σπινθηροβόλα.

Πρόκειται για μια ιστορία αγάπης ,στο περιβάλλον της ρωσικής κοινωνίας στα τέλη του 19ου αιώνα ,ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που ξεκίνησαν την ενήλικη ζωή τους από λάθος βάση, ο καθένας για τους δικούς του λόγους. Ο αφηγηματικός καμβάς χωρίζεται σε δυο διακριτά μέρη: το πρώτο, φωτεινό και θερμό,  διαδραματίζεται στο θέρετρο της Γιάλτας και το δεύτερο ,παγωμένο και οδυνηρό, στην  χειμωνιάτικη Μόσχα. Ο παντρεμένος Ντίμτρι (Aleksei Batalov) που βρίσκεται μόνος σε διακοπές στη Γιάλτα μαγεύεται από  τη θλιμμένη ομορφιά της Άννας (Iya Savvina), η οποία περιφέρει στην προκυμαία μαζί με το λευκό της σκυλάκι και την ευδίακριτη πλήξη της. Γνωρίζονται ,φλερτάρουν και αρχίζουν να συναντιούνται περιστασιακά ξοδεύοντας μαζί τον χρόνο τους. Ανάμεσα στους δυο παντρεμένους ξεκινά ένας δεσμός που αρχικά μοιάζει να είναι απλά προϊόν της ρομαντικής ατμόσφαιρας του παραθαλάσσιου θέρετρου. Ο έρωτας τους είναι σύντομος, αλλά γεμάτος πάθος, ένταση και αφοσίωση. Η  Γιάλτα είναι μια ρομαντική όαση  γι αυτούς, ένα μέρος γεμάτο από χρώμα, ελευθερία και μια οικειότητα την οποία δεν μπορούν να ελπίζουν ότι θα βιώσουν κάπου αλλού. Η λογική επιβάλλει ότι με το τέλος των διακοπών η σχέση αυτή θα τερματιστεί. Ο έμπειρος σε εξωσυζυγικές σχέσεις Ντίμτρι  αισθάνεται ότι μπορεί εύκολα να την ξεχάσει .Σε μια θαυμάσια συμβολική σκηνή βρίσκει κάτω ένα από τα πεσμένα γάντια της, αμέσως μετά τον αποχωρισμό τους, αλλά αντί να το κρατήσει απλά το τοποθετεί σε έναν φράχτη. Ωστόσο όταν επιστρέφει  στη Μόσχα διαπιστώνει ότι αυτή η γυναίκα έχει κάτι που δεν τον αφήνει να την ξεπεράσει .Τότε απεγνωσμένα επιδιώκει να την ξανασυναντήσει αρχικά στο Σάρατοβ και μετά στη Μόσχα. Σύμφωνα με τον Βασίλη Ραφαηλίδη η ιστορία τους θα παραμείνει ένα «ατέρμον ανοιχτό δράμα» καθώς οι πολλαπλές εξαρτήσεις τους δεν τους αφήνουν να πάρουν οριστικές αποφάσεις.

Για να κατανοήσουμε πλήρως την ιστορία, πρέπει να σκεφτούμε τι συνέβη με αυτούς τους δύο χαρακτήρες πριν αρχίσει η σχέση τους. Η Αννα, είναι μια νέα, όμορφη ,εύθραυστη γυναίκα που παντρεύτηκε από ανία και περιέργεια  έναν  γραφειοκράτη κρατικό υπάλληλο ,που απαξιωτικά  χαρακτηρίζει «είλωτα» .Αφήνεται να παρασυρθεί  από την ώριμη γοητεία του Ντίτμρι θέλοντας να ξεφύγει από τη βαρετή, θλιβερή επαρχιακή ζωή της μικρής πόλης Σάρατοβ.  Είναι ανασφαλής και ενοχική και σε μια έξοχα σκηνοθετημένη σκηνή  εξομολογείται .υπό το φως των κεριών, ότι φοβάται μην τυχόν ο Ντμίτρι τη θεωρήσει «κοινή γυναίκα».

Από την άλλη ο  Ντμίτρι είναι ένας εκλεπτυσμένος τραπεζίτης που παντρεύτηκε όντας ακόμη φοιτητής με μια πλούσια ,αντιπαθή και καταπιεστική γυναίκα.  «Στις αντρικές παρέες ένιωθε πλήξη, στενοχώρια, ήταν σιωπηλός και ψυχρός. Αντίθετα, όταν βρισκόταν ανάμεσα σε γυναίκες αισθανόταν άνετα και ήξερε τι να πει και πώς να συμπεριφερθεί. Ακόμα και το να μένει σιωπηλός του ήταν πιο εύκολο. Στο παρουσιαστικό του, στο χαρακτήρα του, στη φύση του, υπήρχε κάτι θελκτικό, κάτι άπιαστο που γοήτευε και τραβούσε τις γυναίκες· και το ήξερε. Αλλά κι αυτόν μια άγνωστη δύναμη τον τραβούσε κοντά τους…» γράφει ο Τσέχωφ. Για τον Ντμίτρι, που θεωρεί ότι βρίσκεται στο λυκόφως της γοητείας του, η Άννα μπορεί να αντιπροσωπεύει μια από τις τελευταίες  ευκαιρίες που θα αναζωογονήσει τη ζωή του. Όμως αποδεικνύεται ότι δεν αποτελεί μια ακόμη εξωσυζυγική σχέση , η ζωή του συνταράσσεται , ο κόσμος του αναποδογυρίζει. Η επιστροφή του  στην υποτονική ,πεζή καθημερινότητα και στις παρακμιακές παρέες των Μοσχοβίτικων λεσχών με ξενύχτι ,ποτό και χαρτοπαιξία τον οδηγεί  αργά αλλά σταθερά σε κατάθλιψη.

Με τους τίτλους έναρξης  η λυρική  και μελαγχολική μελωδία της Ναντίζντα Σιμονιάν πλημμυρίζει το φυσικό τοπίο της Γιάλτας.  Αυτό το  αιθέριο ρομαντικό μοτίβο εμφανίζεται περιοδικά σε ολόκληρη την ταινία με διαφορετικό tempο κάθε φορά, υπογραμμίζοντας τις διαφορετικές καταστάσεις. Ο ρομαντικός πεσιμισμός του διαποτίζει μέχρι και το τελευταίο πλάνο της ταινίας με το κλειστό από παντού ντεκόρ να φυλακίζει τους άμοιρους εραστές και να θρηνεί για την αδυναμία τους να ξεπεράσουν τους φόβους τους και να αναγνωρίσουν ότι είναι έτοιμοι για την αρχή μιας «νέας, υπέροχης ζωής»…

Η βελούδινη ασπρόμαυρη φωτογραφία των  Ντμίτρι Μεσκίεφ και Αντρέι Μόσκβιν αποδίδει εξαιρετικά την ατμόσφαιρα της ταινίας .Ξεκινώντας από τα ληθαργικά ποιητικά τοπία της Γιάλτας, τον χιονισμένο χειμώνα της Μόσχας ή τον λυγμικό σπασμό της μνημειώδους τελικής σεκάνς. Η φύση και η θάλασσα αποτελούν σημαντικά σύμβολα στο έργο του Τσέχωφ και ο Κέιφιτς με σεβασμό τα υιοθετεί  με λυρικά μακρινά πλάνα της θάλασσας και των ομιχλωδών λόφων στο ηλιοβασίλεμα. Οι δύο πρωταγωνιστές κάθονται σιωπηλά κοιτώντας την απεραντοσύνη της θάλασσας που χάνεται στη βάθη της αιωνιότητας , απολαμβάνοντας την προσωρινή ευτυχία  για τη γέννηση της ερωτικής τους σχέσης. «Ναι, όταν σταματάς να σκέφτεσαι, όλος ο κόσμος είναι θαυμάσιος» φιλοσοφεί ο Ντμίτρι. Ειδική αναφορά χρήζουν οι εκπληκτικές ερμηνείες  του αριστοκρατικού  Αλεξέι Μπατάλοφ όσο και της εύθραστης και λαμπερής Ιγια Σαβίνα που συμβάλλουν στο μέγιστο βαθμό στην αισθητική αρτιότητα της ταινίας .

Η «Κυρία με το σκυλάκι» είναι ένα βαθύ και ατελές δράμα , χωρίς θεραπεία και λύση ,με ερωτηματικά και αβεβαιότητες , λιτούς διαλόγους και οδυνηρές σιωπές , φλογερά βλέμματα και διστακτικές χειρονομίες ,σταγόνες ευτυχίας και ωκεανούς απόγνωσης. Είναι η διαχρονική και οικουμενική ιστορία για έναν άντρα και μια γυναίκα ,για τους ρομαντικούς περιπάτους και την πικρή επίγευση του αποχωρισμού τους ,για την μνήμη που ανακαλείται σαν ένα παλιό αγαπημένο τραγούδι στην καρδιά ενός χαμένου παραδείσου. Ο Κέϊφιτς με φινετσάτη ειρωνεία και τρυφερή μελαγχολία εστιάζει στα πρόσωπα και στα συναισθήματα, μεταγγίζοντας στο φιλμικό σώμα το τσεχωφικό πνεύμα.