Οι λάτρεις του σινεμά  που έχουν δει και ξαναδεί όλα τα καθιερωμένα κινηματογραφικά έργα ,που συμπεριλαμβάνονται στις αμέτρητες λίστες αξιολόγησης, μένουν πολλές φορές έκπληκτοι όταν ανακαλύπτουν το μεγαλείο άγνωστων ή άδικα υποτιμημένων ταινιών. Συνήθως  πρόκειται για έργα άσημων δημιουργών που όμως έκαναν μια εξαιρετική ταινία και μετά εξαφανίστηκαν ή έργα γνωστών σκηνοθετών που ήταν μπροστά από την εποχή τους και δεν έγιναν κατανοητά ή ατυχώς έμειναν στη σκιά των μεγάλων επιτυχιών τους . Αυτή είναι η κατηγορία των  ταινιών που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «κρυμμένα κινηματογραφικά διαμάντια».

Τσάρλι Τσάπλιν (1889 – 1977):  «Πιστεύω στην ελευθερία, αυτή είναι η πολιτική μου θέση, πιστεύω στους ανθρώπους αυτή είναι η φύση μου»

Στη μετάβαση από τον βωβό στον ομιλούντα κινηματογράφο,  λίγοι κατάφεραν να επιβιώσουν καλλιτεχνικά. Ο Τσάρλι Τσάπλιν ήταν  ένας από αυτούς. Ως ηθοποιός και σκηνοθέτης, υπήρξε από τους  πρώτους σούπερ σταρ του Χόλιγουντ , γεμίζοντας τις αίθουσες προβολής και  γεφυρώνοντας το χάσμα  ανάμεσα στην ψυχαγωγία για παιδιά  και ενήλικες.

Ως φυσικός κωμικός, είναι ένας από τους μεγαλύτερους της ιστορίας , με την ικανότητα να εκφράζει ένα ευρύ φάσμα συναισθημάτων χωρίς την ανάγκη των λέξεων.  Ταυτόχρονα, ο Τσάπλιν σκόπευε πάντοτε να πει κάτι με τις ταινίες του, να μιλήσει για κοινωνικές και πολιτικές αδικίες, αλλά με μια ζαχαρώδη επικάλυψη ώστε να προσελκύσει το μεγαλύτερο δυνατό ακροατήριο.

Για να χαρακτηρισθεί  ένας δημιουργός ολοκληρωμένος ,πρέπει να μπορεί να έχει  επέμβαση στο σύνολο του έργου του, από την παραγωγή ως το τελικό μοντάζ .Ο  Τσάπλιν αυτό το κατόρθωσε. Έγραψε 87 σενάρια, σκηνοθέτησε 72 φίλμ, έπαιξε σε 86 ταινίες, μοντάρισε 56,έκαμε Soundtrack σε 43,παρήγαγε 37.Κέρδισε ΜΟΝΟΝ ΄Οσκαρ μουσικής («Τα φώτα της ράμπας» 1952) και τιμητικό (1973).

Ήταν Βρετανός ,γεννήθηκε το 1899 πέθανε στα 1977 και μισήθηκε από το αμερικανικό σύστημα ως κομμουνιστής, ενώ είχε παγκόσμια αποδοχή και αναγνώριση. Ο βασικός του ήρωας ο Σαρλώ (“The Tramp”) ενδυματολογικά εξέφρασε το δισυπόστατο του καπιταλισμού: Με σμόκιν και παπιγιόν από την μέση και πάνω, με άθλια εμφάνιση (τρύπια παπούτσια κ.λ.π.) από την μέση και κάτω. Λάμψη  στην κορυφή, δυστυχία και αθλιότητα  στην βάση της κοινωνίας. Εκκίνησε στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και μετά από 53 χρόνια δημιουργίας σταμάτησε το 1967. Κορυφαίες δημιουργίες του ο συγκλονιστικός «Μεγάλος διδάκτωρ» (1940) οι προφητικοί «Μοντέρνοι καιροί»(1936),τα ξεκαρδιστικά αλλά και συγκινητικά «Φώτα της πόλης(1931) ,το σπινθηροβόλο «Τσίρκο»(1928),ο εντυπωσιακός  «Χρυσοθήρας»(1925).Το 1952 γυρίζει τα μελαγχολικά «Φώτα της ράμπας» όπου εμφανίζεται μαζί με τον Μπάστερ Κήτον, συνεχίζει με το  άτονο «΄Ενας βασιλιάς στη Νέα Υόρκη»(1957) και κλείνει την μεγαλειώδη φιλμογραφία του με την μετριότατη «Κόμισα του Χόνγκ Κόνγκ »(1967). Όμως με την πάροδο του χρόνου μια ταινία του Τσάπλιν , ο «Κύριος Βερντού» (1947), δικαιωματικά πήρε την σωστή θέση στην ιστορία του κινηματογράφου . Το σενάριο βασίζεται σε μια ιδέα του Orson Welles, ο οποίος βασίστηκε στον διανόητο Γάλλο δολοφόνο Henri Landru που εκτελέστηκε το 1922 για τη δολοφονία οχτώ γυναικών . Όπως εγραψε ο Βασίλης Ραφαηλίδης στην εξαίρετη ανάλυση του : Δεν είναι μόνο «η κατ΄ εξοχήν τραγωδία του αιώνα μας  αλλά η κορυφή του συνόλου του τσαπλινικού έργου.»  Ο ίδιος ο Τσάπλιν δήλωσε για την ταινία: «Ο Βερντού είναι ένας δολοφόνος των μαζών και προσπάθησα να δείξω ότι ο σύγχρονος πολιτισμός μας θά ‘θελε να μας μεταμορφώσει όλους σε δολοφόνους των μαζών. Πάντα ήμουνα αντίθετος στη βία και πιστεύω ότι η ατομική βόμβα είναι το τρομαχτικότερο όπλο και συντηρεί σε τέτοιο βαθμό τη φρίκη και τον τρόμο ώστε ο αριθμός των μισότρελων θα αυξηθεί πάρα πολύ».

Ο κύριος Βερντού/ Monsieur Verdoux (1947) του Τσάρλι Τσάπλιν

Βερντού: το τραγικό είδωλο του Σαρλό

Η ταινία ανοίγει με την ανατριχιαστική voice-over αφήγηση του Χένρι Βερντού πάνω από την ταφόπλακα του. Μας συστήνεται ως ο επί 35 χρόνια τραπεζικός υπάλληλος που απολύθηκε στη διάρκεια της Ύφεσης κατά τη δεκαετία του 30. Με παγερή ειλικρίνεια  ομολογεί ότι στη συνέχεια  ασχολήθηκε με την «ρευστοποίηση» του αντίθετου φύλου. Ήταν μια προσωποπαγής «επιχείρηση» για να συντηρήσει την οικογένεια του και το σπίτι του Όμως η ριψοκίνδυνη καριέρα του «συζύγου -δολοφόνου» του επιφυλάσσει ένα σκληρό τέλος. Με την κατάμαυρη και πεσιμιστική αυτή εισαγωγή  ο Τσάπλιν μας υποδεικνύει ότι αυτό που πρόκειται να ξεδιπλωθεί στην οθόνη απέχει πολύ από τον εμβληματικό χορό του Σαρλό με τα ψωμάκια στον «Χρυσοθήρα».

Ο Πρώσος στρατιωτικός και συγγραφέας Καρλ φον Κλάουζεβιτς είπε κάποτε ότι  «ο πόλεμος είναι η λογική επέκταση της διπλωματίας». Από τη μεριά του ο Βερντού θεωρεί ότι «η δολοφονία είναι η λογική επέκταση των επιχειρήσεων ». Έτσι  λοιπόν αυτός ο φαινομενικά ήπιος οικογενειάρχης, με την ανάπηρη σύζυγο και το μικρό παιδί, όταν απολύεται αναγκάζεται να υιοθετήσει μια νέα μέθοδο υποστήριξης των αγαπημένων του. Φεύγει περιοδικά από την πόλη που κατοικεί και χρησιμοποιώντας ψευδώνυμα παντρεύεται ανόητες, πλούσιες γυναίκες και στη συνέχεια τις δολοφονεί και τις ληστεύει. Αυτό το κάνει δεκατρείς φορές με επιτυχία, αλλά η σύζυγος Νο 14, η χυδαία και θορυβώδης Annabella (Martha Raye), αποδεικνύεται άτρωτη ,χωρίς καν να υποψιάζεται από τι κινδύνους διαφεύγει .Μάλιστα ο χαρακτήρας της Annabella ενσταλάζει στην πικρή ξηρότητα του θέματος μερικές σταγόνες από μπουρλέσκ στοιχεία , με ένα κατάμαυρο  χιούμορ φυσικά. Μια δευτερογενής υπο-πλοκή αναπτύσσεται όταν ο Βερντού , σχεδιάζοντας να δοκιμάσει ένα νέο δηλητήριο, επιλέγει μια νεαρή πόρνη (Marilyn Nash) ως ινδικό χοιρίδιο. Ωστόσο όταν του λέει την θλιβερή ιστορία της, την λυπάται, της δίνει κάποια χρήματα και την αφήνει να τραβήξει τον δρόμο της. Χρόνια αργότερα, ο φτωχός ,χήρος και γερασμένος Βερντού, ξανασυναντά τυχαία την Nash που τώρα είναι ερωμένη ενός μεγιστάνα πυρομαχικών. Αυτή η ειρωνική αναστροφή προετοιμάζει  την επόμενη τσαπλινικά κωμική  σκηνή όπου ο  Βερντού , ουσιαστικά παραδίδεται. Στη  δίκη που ακολουθεί, υποστηρίζει ήρεμα ότι είναι «ερασιτέχνης» σε σύγκριση με τους επαγγελματίες κερδοσκόπους που κατασκευάζουν όπλα μαζικής καταστροφής.

Η ταινία κλείνει με μια συγκλονιστική και απίστευτα τολμηρή σεκάνς για την εποχή της. Στο άδειο κελί του, ο Βερντού βρίσκεται με τα χέρια διπλωμένα στο στήθος του και  με  ασκητικό στοχασμό στην όψη. Ενώ προηγουμένως τυραννιόταν από το άγχος ,την αγωνία και την απογοήτευσή , τώρα δείχνει γαλήνιος και συνειδητοποιημένος. Δεν αναφέρει πλέον τίποτα για την οικογένειά του. Ένας χυδαίος και κυνικός δημοσιογράφος  του παίρνει  μια τελική συνέντευξη και αυτός ,χαμογελώντας αινιγματικά, του εκθέτει την ανησυχία του για το μέλλον της ανθρωπότητας  . Ένας ιερέας προσεύχεται στον Θεό να δώσει έλεος στη ψυχή του . «Γιατί όχι» απαντά   με ειλικρίνεια. «Εξάλλου, ανήκει σε αυτόν». Ενώ όταν ένας δεσμοφύλακας του προσφέρει τσιγάρο κι ένα ποτήρι ρούμι, αρχικά αρνείται αλλά αμέσως γυρνά λέγοντας: «Μια στιγμή ,δεν έχω δοκιμάσει ποτέ ρούμι». Αφού το πίνει , σαν την τελευταία γήινη απόλαυση, παίρνει μια τελευταία βαθιά ανάσα, ρουφώντας τη ζωή μέχρι τη τελευταία σταγόνα. Μετανιωμένος ,ηττημένος αλλά ήρεμα φιλοσοφημένος,  βαδίζει προς το άπειρο ,με ψηλά το κεφάλι και κουρασμένο βήμα, φέρνοντάς μας στο νου, για μια μοναδική φορά, τον Σαρλό.

Ο «κ.Βερντού» ίσως αρχικά φαντάζει παράταιρος στη τσαπλινική φιλμογραφία του . Ωστόσο συμπληρώνει τέλεια το υπόλοιπο έργο του Είναι μια ασυνήθιστα προκλητική και ανατρεπτική  μαύρη κωμωδία που δίνει μια εντονότερη αίσθηση του πολιτικού εύρους του Τσάπλιν .Είναι ένας κοινωνικός μύθος που καταγγέλλει την ανάλγητη καπιταλιστική κοινωνία και θρηνεί για  τον απελπισμένο αγώνα ενός έκπτωτου που προσπαθεί με τις δικές του αποτρόπαιες μεθόδους να επανενταχθεί. Τελικά ο Βερντού δεν είναι παρά το τραγικό είδωλο του καλοκάγαθου αλητάκου Σαρλό. Είναι κομψός, εκλεπτυσμένος, γοητευτικός αλλά και ευαίσθητος απέναντι στην ανθρώπινη δυστυχία. Από την άλλη πλευρά είναι ένας υπολογιστής δολοφόνος , ένας  ολότελα χαμένος άνθρωπος που η ψυχή του βυθίζεται νομοτελειακά στην πιο σκοτεινή άβυσσο . Είναι εγκληματικές οι πράξεις του; Με τη νομική έννοια, φυσικά. Αλλά ο Τσάπλιν δημιουργεί έναν ηθικό κώδικα για αυτόν τον πολυσύνθετο χαρακτήρα , μεταγγίζοντας μας τον σκεπτικισμό του, χωρίς φυσικά να τον αγιοποιεί.

Παράλληλα στο τελευταίο μέρος του, στο φιλμ αναδύεται  επίσης μια ισχυρή αντιπολεμική συνιστώσα που αποτελεί μια κραυγή αγωνίας του μεγάλου σκηνοθέτη για τη χρήση των πυρηνικών όπλων ,μόλις δυο χρόνια μετά την Χιροσίμα. Έτσι αυτό το μεγαλειώδες φιλμ, με την τέλεια κατασκευή και τον ρευστό ρυθμό, μπορεί να θεωρηθεί ως συμπερίληψη και σύντηξη των τριών προγενέστερων κομψοτεχνημάτων του, των «Φώτων της πόλης», των «Μοντέρνων καιρών» και του «Δικτάτορα».

Ο Τσάπλιν ,ένας από τους πιο επιδραστικούς ανθρώπους του σινεμά, ήταν ταυτόχρονα  ψυχαγωγικός και πολιτικός, επίκαιρος και διαχρονικός,  κλασικιστής και μοντέρνος .Υπήρξε τολμηρός δημιουργός με αλήθειες που ακόμα καίνε ,όπως αυτές που εκστομίζει ο Βερντού: «Οι πόλεμοι, οι συγκρούσεις – όλα είναι επιχειρήσεις. Μια δολοφονία κάνει κάποιον κακοποιό, τα εκατομμύρια τον κάνουν ήρωα». Αυτή η βαθιά φιλοσοφική και ευαίσθητη ταινία είναι ένα γνήσια πολυδιάστατο έργο, τόσο για τα ηθικά ζητήματα που τολμά να θέτει, όσο και για τον τρόπο που αποσυνθέτει το μέχρι τότε αξιολάτρευτο πρόσωπο του μεγάλου σταρ στην οθόνη. Άραγε, αναρωτιέται  κανείς ακόμη γιατί η ταινία «θάφτηκε» στις ΗΠΑ και ο ίδιος ο Τσάπλιν πολεμήθηκε τόσο λυσσαλέα από τους σκοταδιστές του μακαρθισμού;