Οι λάτρεις του σινεμά που έχουν δει και ξαναδεί όλα τα καθιερωμένα κινηματογραφικά έργα, που συμπεριλαμβάνονται στις αμέτρητες λίστες αξιολόγησης, μένουν πολλές φορές έκπληκτοι όταν ανακαλύπτουν το μεγαλείο άγνωστων ή άδικα υποτιμημένων ταινιών. Συνήθως πρόκειται για έργα άσημων δημιουργών που όμως έκαναν μια εξαιρετική ταινία και μετά εξαφανίστηκαν ή έργα γνωστών σκηνοθετών που ήταν μπροστά από την εποχή τους και δεν έγιναν κατανοητά ή ατυχώς έμειναν στη σκιά των μεγάλων επιτυχιών τους. Αυτή είναι η κατηγορία των ταινιών που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «κρυμμένα κινηματογραφικά διαμάντια». Αναζητήστε τα  !!!

Carl Theodor Dreyer: Ο μέγιστος μεταφυσικός auteur

Ο Καρλ Ντράγιερ υπήρξε μια από τις μεγαλύτερες μορφές του κινηματογράφου, ένας από τους πιο αυθεντικούς δημιουργούς της έβδομης Τέχνης. Σκηνοθέτης αυστηρός, απαιτητικός και ασυμβίβαστος, μ’ ένα μοναδικό κινηματογραφικό ύφος. Σκηνοθέτησε σε σαράντα πέντε χρόνια καριέρας  μόνο δεκατέσσερα φιλμ. Είναι ο κατ’ εξοχήν μεταφυσικός σκηνοθέτης και το έργο του χαρακτηρίζεται από απλότητα και καθαρή γραφή .

Γεννήθηκε το 1899 στην Κοπεγχάγη. Το 1918 σκηνοθέτησε την πρώτη του ταινία, «Πρόεδρος». Στα «Φύλλα από το βιβλίο του Σατανά» (1919) ασχολείται με τη δύναμη που ασκεί το κακό στο ανθρώπινο μυαλό. Η εμπορική επιτυχία ήρθε με την έβδομη ταινία του, «Αφέντης του σπιτιού» (1925), που του άνοιξε τις πόρτες των γαλλικών στούντιο, όπου γυρίστηκε το 1928 αριστουργηματικό «Το πάθος της Ζαν ντ’ Αρκ» , σε σενάριο που βασίστηκε στα πρακτικά της δίκης της Γαλλίδας ηρωίδας. Το 1932 γύρισε τη δεύτερη ταινία του στη Γαλλία και την πρώτη του ομιλούσα, το «Βαμπίρ». Στο εξαιρετικό «Μέρες οργής» (1943)  καταδικάζει την άδικη καύση γυναικών κατά τον Μεσαίωνα, μόνο με την υπόνοια ότι μπορεί να είναι μάγισσες. Το 1956 βραβεύεται για την ταινία «Ο Λόγος»(1955) στο Φεστιβάλ της Βενετίας. Σύμφωνα με τον Τριφό «ποτέ πριν δεν απονεμήθηκε πιο δίκαιος «Χρυσός λέων» απ’ αυτόν που στεφάνωσε το «Λόγο»», ένα δράμα με μεταφυσικό μύθο που έχει ως κύριο θέμα την παραφροσύνη που προκαλούν οι δογματικές διαμάχες. Το κύκνειο άσμα του Ντράγιερ είναι η «Γερτρούδη»(1964), μια ταινία – πορτρέτο της σύγχρονης γυναίκας.

Το στυλ του Ντράγιερ  είναι μοναδικό και εύκολα  αναγνωρίσιμο. Τα χαρακτηριστικά του είναι  ο  καθηλωτικός ρυθμός, η ατμοσφαιρική σύνθεση των  εικόνων , η αλληλεπίδραση του φωτός και της σκιάς, η αρμονική κίνηση της κάμερας. Επεξεργάζεται τις καθημερινές εικόνες ,τις  επικυρώνει τις με την ιερή σφραγίδα της έμπνευσης χαρίζοντας τους προστιθέμενη ποιητική αξία.

Ο  Γ. Μπακογιαννόπουλος έγραψε για το έργο του Ντράγιερ: «Μοναδική παρουσία στον κινηματογράφο, παρουσία εκτυφλωτική της τέχνης. Σύνθεση των πάντων. Ηθική και μεταφυσική άποψη του κόσμου, λόγος καταλυτικός και θεϊκός, μορφή που απορρέει από την αρχιτεκτονική, ισορροπία αναγεννησιακή, που κερδίζεται μόνον με την κατάλυση του δαίμονα, με την οικοδόμηση της ψυχής και με την υπέρβαση του θανάτου. Έργο συγχρόνως εγκόσμιο και θρησκευτικό, λευκό φως που νικάει το σκοτάδι, μέσα σε κάθε εικόνα του. Μια σειρά αριστουργήματα: «Το πάθος της Ζαν ντ’ Αρκ», «Βαμπίρ», «Μέρες οργής», «Ο λόγος», «Γερτρούδη» και γύρω τους άλλα έργα σημαντικά,  θέλγουν τα μάτια και την ψυχή μας, μας  χαρίζουν την ανάταση, τα αόρατα φτερά, που μόνο η υψηλή τέχνη μας προσφέρει.»

Βαμπίρ /Vampyr (1932) του Carl Theodor Dreyer

Ένα απόγευμα ένας νέος άνδρας καταφθάνει σε μια παράξενη πόλη της γαλλικής επαρχίας  και διανυκτερεύει σε ένα απομονωμένο πανδοχείο δίπλα σε ένα ποτάμι. Αλλόκοτα όνειρα, παράξενες κραυγές και οπτασίες ταράζουν τη διαμονή του και τον ωθούν να βγει από το δωμάτιο μέσα στη νύχτα. Τα βήματα του τον οδηγούν σε ένα κοντινό κάστρο όπου βιώνει μια παράλογη και φρικιαστική ιστορία που παραπέμπει στην μυθολογία των βαμπίρ .Η αφήγηση προσφέρει λίγες εξηγήσεις για τα φαινόμενα που παρουσιάζονται στην οθόνη: τα παράξενα και τρομακτικά γεγονότα συμβαίνουν απλά και  απροειδοποίητα  στα μεταίχμιο  ονείρου και  πραγματικότητας.

«Ήθελα να δημιουργήσω ένα συναρπαστικό όνειρο στην οθόνη και να δείξω ότι ο τρόμος δεν βρίσκεται στα πράγματα γύρω μας αλλά στο δικό μας υποσυνείδητο», δήλωσε ο μέγιστος Δανός δημιουργός Καρλ Ντράγιερ, του οποίου η χαλαρή προσαρμογή δύο ιστοριών του Sheridan Le Fanu («Carmilla» και «Το δωμάτιο στο Dragon Volant») αρχικά θεωρήθηκε ως μια βουβή ταινία. Ο ήχος προστέθηκε κατά τη διάρκεια της παραγωγής, αλλά οι υπερβατικές εικόνες που αναδύονται σε όλη την έκταση της ταινίας θα μπορούσαν να σταθούν από μόνες τους  ως ένα οπτικό ποίημα .

Εκτός από τη Γερμανίδα ηθοποιό Sybille Schmitz, που παίζει το κύριο θύμα του βαμπίρ, και τον Γάλλο ηθοποιό Maurice Schutz, που ερμηνεύει τον πατέρα της, το cast είναι μη επαγγελματικό. Ο βαρόνος Nicolas de Gunzberg, που παρείχε τη χρηματοδότηση για την ταινία, ανέλαβε επίσης τον πρωταγωνιστικό ρόλο με το ψευδώνυμο Julian West.

Στο «Βαμπίρ» ο Ντράγιερ ,σαφέστατα επηρεασμένος από τον γερμανικό εξπρεσιονισμό,  δημιούργησε μια  μαγευτική ατμόσφαιρα με  αφαιρετικές ,αυστηρές και ανησυχητικές εικόνες. Εικόνες συμβολικές  όπου  δεσπόζουν  το χώμα και το νερό  ,το φως και οι σκιές ,η ζωή και ο θάνατος. Μέσα από διάσπαρτες αναφορές στο Χριστιανισμό, στη μαγεία, στη μετεμψύχωση και τη μεταμόρφωση δημιουργείται ένα απόκοσμο κλίμα που υποβάλλει τον τρόμο στον θεατή.

Υιοθετώντας μια  πειραματική μη συμβατική γραμμική αφήγηση  βυθίζει τον θεατή  σε έναν ζωντανό εφιάλτη , σε μια ομιχλώδη γκρίζα ατμόσφαιρα. Είναι αξιομνημόνευτο ότι όταν ο οπερατέρ Rudolph Maté (που αργότερα σκηνοθέτησε ταινίες όπως το κλασικό φιλμ-νουαρ “D.O.A.”) έδειξε στο Ντράγιερ κάποια κάδρα που έγιναν θολά και ξεθωριασμένα από τυχαία έκθεση στο φως, ο σκηνοθέτης τον  προέτρεψε να τοποθετήσει ένα στρώμα γάζας μπροστά από τον φακό για να αναπαράγει αυτή την επίδραση σε ολόκληρο το  σώμα του φιλμ.

Πολλά από τα πλάνα της ταινίας  έχουν αποτυπωθεί στην εικονογραφία της φρίκης και του τρόμου :ένας ηλικιωμένος άντρας κτυπά πένθιμα μια καμπάνα με ένα δρεπάνι στον ώμο του, ο πρωταγωνιστής που μέσα σε  ένα φέρετρο βλέπει το άψυχο σώμα του, ένας γιατρός που πνίγεται από τόνους  αλευριού μέσα σε ένα μύλο ή ένα δωμάτιο που γίνεται πιο σκοτεινό καθώς ανοίγει η πόρτα .

Η απόκοσμη σαγήνη που αναδύει η ταινία οφείλεται κυρίως στην αξεδιάλυτη ανάμειξη του ρεαλιστικού  με το φαντασιακό. Ο  θεατής είναι δύσκολο να εντοπίσει το σημείο όπου τελειώνουν οι εφιάλτες και αρχίζει η πραγματικότητα  καθώς συστηματικά  η λογική παραχωρεί  την θέση της στην ψυχική διάθεση και στην δημιουργία ατμόσφαιρας .Το «Βαμπίρ» είναι  ένας παραισθησιογόνος διαλογισμός πάνω στον φόβο  που μας υποβάλλει συνεχώς την αίσθηση ότι ονειρευόμαστε με τα μάτια  ανοιχτά.