ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΑΙΝΙΑΣ

  • Αγγλικός Τίτλος: The Road
  • Ελληνικός Τίτλος: Πουλημένη από τη Μητέρα της
  • Κατηγορία: Δράμα
  • Σκηνοθεσία: Federico Fellini
  • Σενάριο: Federico Fellini, Tullio Pinelli
  • Πρωταγωνιστούν: Anthony Quinn, Giulietta Masina, Richard Basehart
  • Μουσική: Nino Rota
  • Φωτογραφία: Otello Martelli
  • Μοντάζ: Leo Cattozzo
  • Χώρα Παραγωγής: Ιταλία
  • Χρώμα: Ασπρόμαυρη
  • Διάρκεια: 131 min

ΒΡΑΒΕΙΑ ΤΗΣ ΤΑΙΝΙΑΣ

  • Αργυρό Λιοντάρι Φεστιβάλ Βενετίας (1954)
  • Καλύτερη ταινία από την Βρετανική Ακαδημία (1955)
  • Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης  ταινίας (1956)
  • Καλύτερο ξένο φιλμ από την Ένωση Κριτικών Νέας Υόρκης (1956)

Ο «τσιρκολάνος» του σινεμά

 Ο Federico Fellini(1920-1993) αρχίζει να δημιουργεί σε μια περίοδο όπου το ιταλικό σινεμά βρισκόταν στην πρωτοπορία των κινηματογραφικών εξελίξεων .Μετά το κλείσιμο του κύκλου του ο νεορεαλισμός παρέδωσε τη σκυτάλη στο πιο μοντέρνο σινεμά των δημιουργών, με τo ιερό κουαρτέτο των Fellini,  Visconti, Antonioni ,Pasolini να κυριαρχεί .Από όλους αυτούς ο Fellini ήταν ο πιο γνωστός κι επιτυχημένος και ταυτόχρονα ο πιο λαϊκός. Δεν έκανε ταινίες που απευθυνόταν στους διανοούμενους και τους σινεφίλ αλλά στο ευρύ κοινό. Παρόλα αυτά εξαρχής το έργο του ταξινομήθηκε στον κινηματογράφο Τέχνης.

Ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του ως σεναριογράφος και συνεργάστηκε με τον Roberto Rossellini στα σενάρια των «Roma città aperta (1945)»και «Paisà»(1946), δύο ορόσημων του νεορεαλιστικού κινήματος .Ωστόσο η εκκεντρικότητα των αυτοβιογραφικών εμπνεύσεων του και μια αδυσώπητη αίσθηση του κωμικού τον απομάκρυναν  από τον άκαμπτο νεορεαλισμό των Rossellini και De Sica και στο αποκορύφωμα της καριέρας του υιοθέτησε ένα ξεχωριστό ποιητικό και επιδραστικό στυλ ,τόσο μοναδικό που μόνο ο όρος ‘Felliniesque’ θα μπορούσε να  περιγράψει με ακρίβεια.

Τα σημαντικότερα θέματα που βρίσκουμε στο σινεμά του έχουν να κάνουν με τον κόσμο του λαϊκού θεάματος: οι ήρωες του συχνά είναι ηθοποιοί στο σινεμά  , στο μιούζικ χώλ, στην επιθεώρηση, στο βαριετέ, στο τσίρκο. Υπάρχουν σκηνές που αναπαριστούν  θεατρικά αλλά και άλλου είδους δρώμενα :καρναβάλι, θρησκευτικές τελετές,  παραδοσιακές γιορτές, παρελάσεις. Ο Fellini δανείστηκε στοιχεία από όλα τα παραπάνω και τα ενέταξε αρμονικά στην κινηματογραφική του γλώσσα.

Η δεύτερη σημαντική θεματική του είναι η αναφορά στην παιδική ηλικία και τις αναμνήσεις της: ο Fellini εγκαινιάζει αυτό το είδος του Νοσταλγικού σινεμά, μέσα από ταινίες όπως το «Amarcord»(1973) και το «Roma» (1972).Αυτή η μελαγχολική, θεαματική και καρικατουρίστικη αναπαράσταση της παιδικής ηλικίας συντίθεται μέσα από γραφικούς χώρους με έντονα ζεστά χρώματα, σε συνδυασμό με τη απογειωτική μουσική του Nino Rota.

Ο Fellini aγαπούσε τους κλόουν, τις εκκεντρικές ανθρώπινες φυσιογνωμίες και τη Ρώμη, φυσικό σκηνικό των περισσότερων ταινιών του . Δημιουργούσε εντυπωσιακά πλάνα-σεκανς που συχνά δημιουργούσαν  χαοτική δομή όπου όμως πάντοτε ενυπήρχε ένας συνεκτικός αφηγηματικός ιστός .Το μοναδικό “Felliniesque” στιλ του, χαρακτηρίζεται από απεριόριστο φορμαλιστικό και αφηγηματικό οίστρο  , συζευγμένο με την ικανότητά του να συλλαμβάνει την πραγματικότητα και να αντανακλά την αλήθεια της μέσα από τον παραμορφωτικό καθρέφτη του ονείρου  – δείγμα ενός αληθινού «ποιητή της εικόνας». Οι ταινίες του αντικατοπτρίζουν τη δική του βιωμένη πραγματικότητα, με μια σαγηνευτική σύντηξη πραγματικού και ονειρικού, ομορφιάς και ασχήμιας, μνήμης και επιθυμίας.

Θεωρούσε ότι η δυστυχία του σύγχρονου ανθρώπου είναι η μοναξιά, κι αυτό είναι κάτι που ξεκινάει από πολύ βαθειά, από τις ρίζες της ύπαρξής μας. Το έργο του αποκλίνει από το νεορεαλιστικό ρητό ότι ο «χαρακτήρας καθορίζεται από τις  ιστορικές περιστάσεις» στον εξατομικευμένο χαρακτήρα που καθοδηγείται, προς το «Καλό» ή το «Κακό», από την υποκειμενικότητά του («Luci del varietà»(1950), «Lo sceicco bianco»(1952), «I vitelloni»(1953)). Ο «υποκειμενικός» χαρακτήρας και η κρυφή ηθικολογία του περιλαμβάνει και τα ζητήματα της πνευματικότητας ,της σωτηρίας και της θείας χάριτος («La strada»(1954), «Il bidone»(1955), «Le notti di Cabriia»(1957)).

Από τη «Dolce Vita»(1960)-έξοχη τοιχογραφία των ηθών της Ρώμης στις αρχές της δεκαετίας του 1960-  και μετά οι ταινίες του θα γίνουν όλο και περισσότερο αυτό-αναφορικές: χωρίς να είναι εντελώς βασισμένες στην αυτοβιογραφία του, θα έχουν παραπομπές στο παρελθόν και στις αναμνήσεις, είτε αληθινές είναι επινοημένες. Στα «8 1/2»(1963), «Giulietta degli spiriti»(1965), «Roma»(1972) και «Amarcord»(1974) θα απομακρυνθεί από την ευθύγραμμη αφήγηση: θα επιλέξει μια συρραφή εικόνων όπου ο ισχνός θεματικός άξονας θα είναι μια πρόφαση για να εκθέσει της προσωπικές  φαντασιώσεις και  ονειροπολήσεις του .

Επίσης γύρισε δοκίμια για τη φασιστική Ιταλία («Amarcord»), τις σχέσεις ανδρών/γυναικών («La città delle donne»(1980) και το θάνατο των ανθρώπων του θεάματος («I clowns»(1970), «Ginger e Fred»(1985)).Και βέβαια δυο αταξινόμητα ,τολμηρά και σπουδαία έργα: το «Satyricon»(1969) και τον «Il Casanova»(1976).

Ο  Fellini, αυτός ο μέγιστος οραματιστής του κινηματογράφου, μεταμόρφωσε τα βιώματα της ζωής του στον σουρεαλισμό της τέχνης του. Η συνισταμένη του έργου του  αποδεικνύει ότι ο ανόθευτος ρεαλισμός είναι μια αδύνατη έννοια, αποκαλύπτοντας τον δομικό ιστό της κατασκευής του και προσθέτοντας του το αναζωογονητικό στοιχείο του φανταστικού. Με τα δικά του λόγια: «Κάνω μια ταινία με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο ζω ένα όνειρο…»

Μια λιτανεία της μοναξιάς

Τι ακριβώς αντιπροσωπεύει το “La strada”;  Είναι νεορεαλισμός ή ποιητικό σινεμά; Είναι  κοινωνική καταγγελία ή  χριστιανική αλληγορία ; Η απάντηση είναι ότι αποτελεί μια γόνιμη διασταύρωση των δυο καλλιτεχνικών  τάσεων του Φελίνι προς τον έντονο νεορεαλισμό και τον συμβολικό σουρεαλισμό.

Κατά ειρωνικό τρόπο, μάλιστα είναι η μόνη ταινία στο έργο του όπου φαίνεται ότι σχεδόν όλοι  μπορούν να συμφωνήσουν, είτε είναι σκεπτικιστές  είτε λάτρεις του. Είναι το πιο καθοριστικό έργο της λαμπρής καριέρας του, το σημείο καμπής από τις ιταλικές νεορεαλιστικές ρίζες του προς την φαντασμαγορική απεικόνιση και το σουρεαλιστικό αφηγηματικό ύφος που έχει γίνει γνωστό ως «Felliniesque». Για τους σκεπτικιστές που επιτιμούν την αυταρέσκεια και την χαοτική αφήγηση των μεταγενέστερων ταινιών του, το  «La Strada» αποτελεί την κορυφή του Φελινικού οικοδομήματος . Για τους πιστούς  οπαδούς  της σουρεαλιστικής του πλευράς αντιπροσωπεύει την πρώτη γόνιμη εκτροπή προς την παρέλαση των γοητευτικών καρναβαλικών έργων του.

Δομικά, η ταινία έχει την απλότητα και την αμεσότητα μιας ρεαλιστικής ηθικής ιστορίας  ή μιας παραβολής. Από το πρώτο πλάνο ο θεατής αισθάνεσαι να τον εμποτίζει αθόρυβα το φιλμ ,να τον βυθίζει άμεσα στον κόσμο του. Οι τρεις  χαρακτήρες  είναι διαχρονικά- αρχετυπικά σύμβολα: η αφελής αλλά αφοσιωμένη Gelsomina (η ψυχή), o κτηνώδης σαλτιμπάγκος  Zampanò  (το σώμα) και ο  συμπονετικός ακροβάτης  “Il matto”(το πνεύμα) .

O αγριάνθρωπος Zampanò(Anthony Quinn) γυρνά στα χωριά και εμφανίζεται στις πλατείες, καταπίνοντας φωτιές και σπάζοντας αλυσίδες. Σπίτι του είναι το μέσο μετακίνησής του, μια παλιά τρίκυκλη μοτοσυκλέτα με καρότσα. Από μια φτωχή αγρότισσα με πολλά παιδιά, αγοράζει την αφελή και αθώα Gelsomina (Giulietta Masina), για να την χρησιμοποιήσει ως βοηθό του. Είχε ήδη αγοράσει άλλη μια κόρη της που αρρώστησε και πέθανε. Η μητέρα της Gelsomina, προειδοποιεί τον Zampanò ότι «γεννήθηκε παράξενη» .«Διδάσκω ακόμη και σκυλιά» της  απαντά βλοσυρά . Ο Zampanò  την χρησιμοποιεί  ως κλόουν στις παραστάσεις ,μαγείρισσα και ερωμένη. Η ζωή της μαζί του είναι αφόρητη καθώς δέχεται συνεχείς εξευτελισμούς  .Κάποια στιγμή  καταλήγουν σ’ ένα τσίρκο όπου η Gelsomina  εντυπωσιάζεται από ένα ακροβάτη τον «Tρελό»( Richard Basehart). Είναι ευαίσθητος κι ευγενικός, το ακριβώς  αντίθετο του Zampanò .Εξηγεί στην  Gelsomina  ότι «όλα έχουν ένα σκοπό, ακόμη και ένα βότσαλο» και την προτρέπει να παρατήσει τον Zampanò. Αυτή αρνείται λέγοντας του : «Αν δεν μείνω μαζί του, ποιος θα το κάνει;».

Η ερμηνεία της Masina  είναι αξεπέραστη. Η ονειροπαρμένη Gelsomina  συμβολίζει ό,τι αθώο, ανυπεράσπιστο, ειλικρινές υπάρχει επί της γης. Τα στρογγυλά, εκφραστικά της μάτια και το πικρό χαμόγελο της φαίνεται να κουβαλούν όλη την απορία και τη θλίψη του κόσμου. Ίσως είναι η παιδιάστικη αφέλεια, η τυφλή αισιοδοξία και η αγνότητα των συναισθημάτων που την καθιστούν τόσο απροσάρμοστη  και απροστάτευτη σε μια τόσο κυνική και βρώμικη κοινωνία.

Ο εκπληκτικός Anthony Quinn έχει κολλήσει στο δέρμα του Zampanò. Άξεστος ,βάναυσος , αγέρωχος. Ένα ανθρωπόμορφο θηρίο.  Περιφέρεται στους δρόμους με την σαράβαλη μοτοσυκλέτα του, τα φθαρμένα ρούχα του ,  την ατσάλινη μυική του δύναμη αλλά και την πικρή μοναξιά του.Είναι άραγε όσο άτρωτος δείχνει;

Ωστόσο ο καταλύτης της δράσης είναι ο χαρακτήρας του «Τρελού» που ερμηνεύει υπέροχα ο Richard Basehart. Είναι  τόση η απωστική  τάση που αναπτύσσεται ανάμεσα στους δυο άντρες που η σύγκρουση και η ρήξη  τους φαντάζει αναπότρεπτη. Με δαιμονική εμμονή  περιπαίζει διαρκώς τον Zampanò προδιαγράφοντας το ζοφερό τέλος του.

Το “La strada” αποτέλεσε την πρώτη διεθνή επιτυχία του Fellini γνωρίζοντας  τεράστια λαϊκή απήχηση, ανάλογη με τα έργα του Chaplin. Αυτό δεν είναι τυχαίο καθώς η ταινία είναι μια ιδιόμορφη τσαπλινική παραβολή που περιγράφει με ελεγειακή ποίηση την  περιπλάνηση και  τις αλληλεπιδράσεις των εξαθλιωμένων τσιρκολάνων μέσα στη δίνη ενός σκληρού ,βίαιου και εχθρικού κόσμου. Η μοναξιά ,η αλλοτρίωση και  η έλλειψη της ανόθευτης αγάπης   έχουν τραγικές συνέπειες ,μας κατηχεί ο Fellini. Ωστόσο δεν είναι πεσιμιστής .Αποδέχεται τη μοίρα ,τη θρηνεί αλλά αφήνει και μια αχτίδα φωτός να διαπεράσει το σκοτάδι της απανθρωπιάς. Η «θυσία» του αθώου  οδηγεί τελικά  στην συνειδητοποίηση ,στον εξανθρωπισμό του «κτήνους» . Η έκκληση του για περισσότερη Αγάπη ίσως φαντάζει απλοϊκή  αλλά διαθέτει  αφοπλιστική ειλικρίνεια.

Η προβολή της ταινίας στην Ιταλία προκάλεσε αντιφατικές αντιδράσεις. Οι καθολικοί αποθέωσαν την ταινία ερμηνεύοντας  την επιμονή της Gelsomina να μην εγκαταλείπει τον βίαιο Zampano  ως  απόδειξη της Θείας Χάριτος. Οι αριστεροί κριτικοί κατηγόρησαν τον σκηνοθέτη για προδοσία του νεορεαλισμού, παράβλεψη των ιστορικο-κοινωνικών παραμέτρων και υπερβάλλοντα μυστικισμό. Είναι αλήθεια ότι η  αισθητική του “La strada” αποκλίνει από τον άκαμπτο νεορεαλισμό προς μια πορεία πιο ατομική και υποκειμενική, σχεδόν υπαρξιακή .Σε αυτό συμβάλει καθοριστικά  και το αξέχαστο ,μελαγχολικό και  παθητικό μουσικό σχόλιο του Ninο Rota που διαποτίζει τις ασπρόμαυρες ποιητικές εικόνες του Otello Martelli .

Άραγε πότε μια ταινία χαρακτηρίζεται ως “αριστούργημα”; Ακανθώδες το ερώτημα. Πιθανόν όταν όλα τα αφηγηματικά στοιχεία εντάσσονται  με οργανικό τρόπο στη δραματουργική επεξεργασία χαρακτήρων και καταστάσεων κατακτώντας την σφραγίδα της γνήσιας έμπνευσης και της Υψηλής Τέχνης. Κι εδώ αυτό συμβαίνει στον υπέρτατο βαθμό. Η θεματολογία ,η φωτογραφία , η μουσική ,οι ερμηνείες σχηματοποιούν  ένα  μαγευτικό υβρίδιο , ένα διαχρονικό  ουμανιστικό παραμύθι ,μια ιερατική λιτανεία της  μοναξιάς και της εξαθλίωσης, έναν λυρικό διαλογισμό πάνω στη ανθρώπινη φύση. Ναι ,το  “La strada” είναι ένα μνημειώδες κινηματογραφικό αριστούργημα.

YouTube player