Οι λάτρεις του σινεμά που έχουν δει και ξαναδεί όλα τα καθιερωμένα κινηματογραφικά έργα, που συμπεριλαμβάνονται στις αμέτρητες λίστες αξιολόγησης, μένουν πολλές φορές έκπληκτοι, όταν ανακαλύπτουν το μεγαλείο άγνωστων ή άδικα υποτιμημένων ταινιών. Συνήθως πρόκειται για έργα άσημων δημιουργών που όμως έκαναν μια εξαιρετική ταινία και μετά εξαφανίστηκαν ή έργα γνωστών σκηνοθετών που ήταν μπροστά από την εποχή τους και δεν έγιναν κατανοητά ή ατυχώς έμειναν στη σκιά των μεγάλων επιτυχιών τους. Αυτή είναι η κατηγορία των ταινιών που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «κρυμμένα κινηματογραφικά διαμάντια». Αναζητήστε τα  !!!

Christ in Concrete/Give Us This Day(1949) του Edward Dmytryk

 

 ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΑΙΝΙΑΣ

  • Αγγλικός Τίτλος: Christ in Concrete/ Give Us This Day/Salt to the Devil 
  • Ελληνικός Τίτλος: – (Δεν έχει προβληθεί στην Ελλάδα)
  • Κατηγορία: Κοινωνικό Δράμα-Film noir
  • Σκηνοθεσία: Edward Dmytryk
  • Σενάριο: Ben Barzman  από το μυθιστόρημα του Pietro Di Donato
  • Πρωταγωνιστούν: Sam Wanamaker, Lea Padovani, Kathleen Ryan, Charles Goldner, Bonar Colleano, Bill (William) Sylvester, Nino Pastellides (George Pastell), Philo Hauser, Sid James, Karel Stepanek, Ina De La Haye, Rosalie Crutchley
  • Μουσική: Benjamin Frankel
  • Φωτογραφία: C.M. Pennington-Richards
  • Μοντάζ: John D. Guthridge
  • Χώρα Παραγωγής: Ηνωμένο Βασίλειο
  • Χρώμα: Ασπρόμαυρη
  • Διάρκεια: 120 min

Edward Dmytryk: ένας κομμουνιστής στο Hollywood

Ο Εντουαρντ Ντμίτρικ (1908-1999), γεννήθηκε στον Καναδά από Ουκρανούς μετανάστες γονείς. Από τα δεκαπέντε του χρόνια δούλευε ως κλητήρας στην Paramount και αργότερα εργάστηκε ως βοηθός σε διάφορα φάσεις της παραγωγής. Ξεκίνησε να σκηνοθετεί το 1935. Στη δεκαετία του ’40 είχε εντυπωσιακές επιτυχίες όπως οι «The Devil Commands» (1941) με τον Boris Karloff,  το συναρπαστικό αντιφασιστικό δράμα «Hitler’s Children» (1943) τα θαυμάσια φιλμ-νουάρ «Murder, My Sweet» (1944), διασκευή στο «Farewell My Lovely»του Raymond Chandler,  «Cornered» (1945) με πρωταγωνιστή τον Dick Powell και το «Crossfire» (1947). Αυτή η τελευταία ταινία αποτελεί την πρώτη σοβαρή απόπειρα του Χόλιγουντ για την αντιμετώπιση του θέματος του ρατσισμού (αντισημιτισμός σε αυτή την περίπτωση, αν και το θέμα του αρχικού μυθιστορήματος φυλετικών ήταν η ομοφοβία). Πρόκειται για μια ειλικρινή ταινία που σφραγίστηκε από την ισχυρή ερμηνεία του Robert Ryan ως ψυχωτικού φανατικού. Το 1948 έγινε ένας από τους περίφημους «Δέκα του Χόλιγουντ» που κυνηγήθηκαν από την «Επιτροπή Αντιαμερικανικών Ενεργειών» του Γερουσιαστή ΜακΚάρθι, με την κατηγορία του κομμουνισμού. Καταδικάστηκε σε ένα έτος φυλάκισης για περιφρόνηση του Κογκρέσου. Μετά από τη φυλάκισή του, ο Dymtryk ήταν σε μαύρη λίστα στις ΗΠΑ, έτσι αυτοεξορίστηκε στην Αγγλία , όπου σκηνοθέτησε τρεις ταινίες ,αλλά επέστρεψε στις ΗΠΑ το 1951. Μετά την επιστροφή του, πήγε ξανά ενώπιον της «Επιτροπής» ,αυτή τη φορά ως «φιλικός» μάρτυρας , και το όνομά του βγήκε από τη μαύρη λίστα.

Ωστόσο έγινε persona non grata καθώς έδωσε ονόματα πρώην συντρόφων του (μεταξύ των οποίων και του Jules Dassin) για να περισώσει την καριέρα του. Ακολούθησε ξανά την αμερικανική του καριέρα και σκηνοθέτησε τέσσερις ταινίες για τον παραγωγό Stanley Kramer, με πιο σημαντικές το συνταρακτικό θρίλερ «The Sniper» (1952) και το «The Caine Mutiny» (1954). Ο Dmytryk συνέχισε να κάνει μερικές αξιοσημείωτες ταινίες στη δεκαετία του 1950, συμπεριλαμβανομένων των western, «Broken Lance» (1954) με τον Spencer Tracy και «Warlock» (1959) με τον Henry Fonda και το πολεμικό δράμα «The Young Lions» (1958) με τους Marlon Brando και Montgomery Clift.

Οι μετέπειτα ταινίες του, όπως τα «Walk over the Wild Side» (1962), «The Reluctant Saint» (1962), «The Carpetbaggers» (1964), «Alvarez Kelly» (1966), «Anzio» (1968), «Shalako» (1968) ήταν καλοφτιαγμένες, αλλά κινήθηκαν  σε ρηχά καλλιτεχνικά νερά.

Φωτεινή εξαίρεση αποτελεί το έξοχο πολιτικό θρίλερ «Mirage» (1965) με τον Γκρέγκορυ Πεκ, μια τολμηρή καταγγελία της διαπλοκής  πολυεθνικών εταιριών με δήθεν φιλειρηνικά ιδρύματα.

Ένα αριστούργημα σε «καταστολή»

1929. Νέα Υόρκη. Είναι νύχτα και τα σύννεφα τρέχουν απειλητικά πάνω από μια εργατική πολυκατοικία. Η κινούμενη κάμερα του C. Pennington Richards, σε χαμηλό ύψος αλά Ozu, ακολουθεί τα μεθυσμένα βήματα ενός άντρα από τον δρόμο προς τις σκάλες. Οι εξπρεσιονιστικές εικόνες της σκοτεινής πρόσοψης του κτιρίου πλαισιωμένες από το δραματικά μουσικά μοτίβα του Benjamin Frankel, φαντάζουν ανησυχητικές, σχεδόν μακάβριες. Ο άντρας είναι ο οικοδόμος Geremio (Sam Wanamaker) που επιστρέφει από την συνάντηση  με την ερωμένη του, Kathleen (Kathleen Ryan). Είναι μεθυσμένος και στριμωγμένος από παντού. Η αναστατωμένη σύζυγος του Annuziata (Lea Padovani) αρχικά  δεν του ανοίγει  και όταν τελικά το κάνει, του ζητά να φύγει. Αυτός την κτυπά. Από την φασαρία  ξυπνούν τα τρία παιδιά του και ο Paolo, ο μεγαλύτερος,  τραγουδά στον αγαπημένο του πατέρα το «Happy Birthday» δίνοντας του και το δώρο γενεθλίων του. Συντετριμένος  ο Geremio  φεύγει, αυτοτραυματίζεται και καταλήγει στο σπίτι της  Kathleen.

1920. Νέα Υόρκη. Με μια αναδρομή μαθαίνουμε τα γεγονότα που οδήγησαν τον Geremio σε αυτή την θλιβερή κατάσταση. Η αφήγηση ξεκινά με την πρόταση γάμου του Geremio στην όμορφη κοπέλα του Kathleen (Kathleen Ryan). Αυτή τον απορρίπτει, επειδή δεν έχει σταθερή και αξιοπρεπή δουλειά. Όταν ο παλαίμαχος σύντροφος του Luigi (Charles Goldner), του δείχνει μια φωτογραφία με την οικογένεια του στην Ιταλία τον πλημμυρίζει η νοσταλγία. Αγχωμένος να αποκτήσει γρήγορα οικογένεια, συμφωνεί να παντρευτεί ένα γλυκό και αθώο κορίτσι, την Annunziata, που του άρεσε στη φωτογραφία. Η μόνη προϋπόθεση της Annunziata για να έρθει στην Αμερική είναι ότι πρέπει ο Geremio να έχει δικό του σπίτι. Για να μην χαλάσει το συνοικέσιο αναγκάζεται να της πει ψέματα. Η συνάντησή τους, ο γάμος τους  και το χαρούμενο γλέντι που ακολουθεί προοιωνίζει μια χαρούμενη και ευτυχισμένη ζωή. Όταν αποκαλύπτεται το ψέμα του, η Annunziata τον συγχωρεί και συμφωνούν να κάνουν σκληρές οικονομίες, από το πενιχρό μισθό του, ζώντας προσωρινά σε ένα ταπεινό κατάλυμα. Ωστόσο τα χρόνια περνούν και δεν είναι σε θέση να εξοικονομήσουν αρκετά χρήματα για να βγουν από την παρακμή της παραγκούπολης. Όταν μάλιστα η Μεγάλη Ύφεση του 1929 τον αφήνει άνεργο, φαίνεται να γκρεμίζονται τα όνειρα τους για ένα δικό τους σπίτι. Απελπισμένος δέχεται τη θέση επιστάτη σε ένα επικίνδυνο κατασκευαστικό έργο με μειωμένα μέτρα ασφάλειας. Τώρα πρέπει να επιλέξει ανάμεσα στην προστασία των συντρόφων του  και στην υποταγή στα αδίστακτα αφεντικά του. Αυτό τον οδηγεί σε αλυσιδωτά λάθη τόσο στη δουλειά όσο και στην προσωπική του ζωή. Την Μ. Παρασκευή σε μια συνταρακτική δραματουργική κορύφωση, που κυριολεκτικά κόβει την ανάσα, η μελανή κυνικότητα της μοίρας θα  προκαλέσει  την ιλιγγιώδη, τρομακτική, βασανιστική καταβύθιση του στην άβυσσο.

Με βάση το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του Ιταλοαμερικανικού Donato Di Pietro, «Christ in Concrete»(1939) ο  αριστερός σκηνοθέτης Edward Dmytryk δημιούργησε μια συγκλονιστική καταγγελία του καπιταλισμού. Το βιβλίο θεωρείται κλασικό έργο «προλεταριακής μυθοπλασίας» και αποτέλεσε την βασική πηγή έμπνευσης για το ιταλικό νεορεαλιστικό κίνημα.  Το πεδίο αναφοράς του είναι η  Ιταλική κοινότητα του Μπρούκλιν, αλλά η ταινία γυρίστηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο, καθώς ο  Dmytryk  και πολλοί συντελεστές της ήταν ήδη μέλη της «μαύρης λίστας».

Το φιλμ είναι μοναδικό στην ιστορία του κινηματογράφου, καθώς αποτελεί το αποτέλεσμα της όσμωσης ανάμεσα στο νιχιλισμό του αμερικανικού νουάρ, την σοσιαλιστική προοπτική του ιταλικού νεορεαλισμού αλλά και το βαθύ θρησκευτικό συναίσθημα των Ιταλοαμερικανών. Από την μια πλευρά ασκεί σκληρή κοινωνική κριτική και διαπνέεται από μια σειρά σοσιαλιστικών ιδεών. Καταγγέλλει την καπιταλιστική εκμετάλλευση και εξυμνεί τις αρετές της συντροφικότητας και της ομαδικής εργασίας. Όταν οι εργάτες αντιμετωπίζουν την ταξική σύγκρουση συλλογικά, αναδεικνύονται περήφανοι, αξιοπρεπείς, σε όλη τη λαμπρότητα τους. Όταν την αντιμετωπίζουν κατά μόνας, αποξενώνονται τόσο ο ένας από τον άλλον όσο και από τον αληθινό εαυτό τους. Παράλληλα θρυμματίζει τον μύθο ότι ένας τίμιος, εργατικός άνθρωπος έχει  πρόσβαση στο Αμερικανικό όνειρο. Από την άλλη πλευρά η ταινία είναι και μια θρησκευτική αλληγορία όπως σημαίνεται και στο εξώφυλλο του βιβλίου με το αγκάθινο στεφάνι γύρω από μια αξίνα και ένα φτυάρι. Υπάρχουν αναφορές στην «αμαρτία», τη «συγχώρεση» και μια αύρα πνευματικότητας στην παρουσία της Annunziata. Άλλωστε, όπως ξεκάθαρα δηλώνει και ο τίτλος, η ταινία πηγαίνει ακόμη πιο μακριά μετατρέποντας τον Geremio σε μια «Χριστιανική» φιγούρα που ανεβαίνει τον δικό του Γολγοθά.

Οι ερμηνείες των πρωταγωνιστών είναι αξιομνημόνευτες. Ο Sam Wanamaker, είναι ένας συνηθισμένος Ιταλός εργάτης του Μπρούκλιν, γήινος, πληθωρικός, παρορμητικός, με  κουσούρια και  αδυναμίες. Δεν είναι ο θετικός ήρωας του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, δεν είναι καν κομμουνιστής. Απλά λαχταράει τη θαλπωρή της οικογένειας, αλλά δεν έχει τα μέσα να της προσφέρει μια καλή ζωή, ανεξάρτητα από πόσες ώρες και κάτω από πόσο επικίνδυνες συνθήκες δουλεύει. Ο Wanamaker εκφράζει έξοχα την πυρακτωμένη απόγνωση του, όταν διαψεύδονται τα όνειρα του.

Η Lea Padovani καταφέρνει να μεταδώσει την αίσθηση της εύθραυστης, υπομονετικής και στερημένης γυναίκας που αναγκάζεται να μεγαλώνει τα παιδιά της μέσα στη φτώχεια. Είναι λαμπερή και όμορφη ως νεαρή νύφη, ξεθωριάζει καθώς περνάει ο καιρός και καταλήγει σκυθρωπή και τσακισμένη, όταν απομένει μόνη.  Η Kathleen Ryan παίζει άψογα την μοιραία γυναίκα των φιλμ νουάρ, προσθέτοντας μια τρίτη εξαίρετη ερμηνεία σε κλασικές ταινίες μετά τα «Odd Man Out» (1947 )του Carol Reed και “The Sound of Fury” (1950) του Cy Endfield.

Ιδιαίτερη μνεία απαιτείται για την ατμοσφαιρική φωτογραφία του  C. Pennington Richards, με πλάνα που διαθέτουν θαυμαστή γεωμετρία και πλαστικότητα. Οι εμπνευσμένες γωνίες λήψεις και οι συνθέσεις του κάδρου αναδεικνύουν την ποιητική ομορφιά του ασπρόμαυρου και των μορφών. Τα βρώμικα σοκάκια, οι σκοτεινοί διάδρομοι, τα άδεια εργοτάξια αποπνέουν μια αίσθηση, όπου εξπρεσιονισμός  και νατουραλισμός λιώνουν το ένα μέσα στο άλλο σε  μια μαγευτική σύντηξη.

Το «Christ in Concrete» δεν είναι μια τυχαία ταινία. Θυμίζει ένα πανάκριβο κόσμημα πεταμένο στα σκουπίδια. Κουβαλά το βαρύ φορτίο των καλλιτεχνών  που κυνηγημένοι από το σκοταδισμό του μακαρθισμού κατέφυγαν στην Αγγλία για να την γυρίσουν, θέλοντας να αποδείξουν ότι δεν ήταν διατεθειμένοι  να παραδοθούν. Κουβαλά επίσης την λυσσαλέα πολεμική που δέχτηκε από το καπιταλιστικό κατεστημένο των ΗΠΑ,  που την καταδίκασε σε ένα ιδιότυπο πολιτικό καθαρτήριο.

Πάνω από όλα όμως κουβαλά την μεγάλη καλλιτεχνική της αξία και την μοναδικότητα της, καθώς αποτελεί ένα σπάνιο και μαγευτικό υβρίδιο νεορεαλισμού, μελοδράματος και φιλμ νουάρ. Ουσιαστικά πρόκειται για ένα έργο «υπό διωγμό», καθώς αναγκάστηκε να αλλάξει τρεις τίτλους λόγω της λογοκρισίας. Προβλήθηκε μόνο για δύο εβδομάδες σε ένα μικρό σινεμά της Νέας Υόρκης το 1949 και σε ένα μουσείο το 1975, ενώ δεν παίχτηκε ποτέ στην τηλεόραση. Προφανώς δεν έχει παιχτεί ποτέ στην Ελλάδα και δεν κυκλοφορεί ούτε σε dvd .

Ο θεματικός πυρήνας αυτής της έξοχης ταινίας συνοψίζεται με υποδειγματική οικονομία σε έναν διάλογο της. Σε μια στιγμή απόγνωσης ο Geremio θρηνεί για τα χαμένα όνειρα του; «Πού είναι η ομορφιά που κάποτε υπήρχε στη ζωή μου;» «Γιατί έχω φτάσει σε αυτό το σημείο;». Η συμβιβασμένη Kathleen του απαντά: «Γιατί πάντα ήθελες λίγα περισσότερα. Γιατί δεν παίρνεις τη ζωή σαν ένα παιχνίδι;».

Αδυσώπητος Υπαρξισμός, διεισδυτική κοινωνιολογική ανάλυση, αλλά και μεταφυσική παραβολή. Αναρωτιέται μετά κανείς, γιατί αυτό το μοναδικό αριστούργημα εξορίστηκε, καταπνίγηκε, εξαφανίστηκε και σχεδόν ξεχάστηκε; Ωστόσο παρέμεινε το αγαπημένο έργο του ίδιου του Dmytryk και, όντας ακόμη και σήμερα εξαιρετικά δυσεύρετο, αποτελεί το «Άγιο Δισκοπότηρο» για τους αφοσιωμένους σινεφίλ.