Οι λάτρεις του σινεμά που έχουν δει και ξαναδεί όλα τα καθιερωμένα κινηματογραφικά έργα, που συμπεριλαμβάνονται στις αμέτρητες λίστες αξιολόγησης, μένουν πολλές φορές έκπληκτοι όταν ανακαλύπτουν το μεγαλείο άγνωστων ή άδικα υποτιμημένων ταινιών. Συνήθως πρόκειται για έργα άσημων δημιουργών που όμως έκαναν μια εξαιρετική ταινία και μετά εξαφανίστηκαν ή έργα γνωστών σκηνοθετών που ήταν μπροστά από την εποχή τους και δεν έγιναν κατανοητά ή ατυχώς έμειναν στη σκιά των μεγάλων επιτυχιών τους. Αυτή είναι η κατηγορία των ταινιών που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «κρυμμένα κινηματογραφικά διαμάντια». Αναζητήστε τα  !!!

Robert Altman (1925 – 2006): Ο ιμπρεσιονιστής ανατόμος της αμερικανικής κοινωνίας

Ο Robert Altman υπήρξε ένας από τους βασικούς  συντελεστές της αναγέννησης του Αμερικανικού κινηματογράφου  κατά τη δεκαετία του 1970 .Ήταν ένας σχολαστικός ανατόμος της αμερικανικής κοινωνίας σε παραδοσιακές ή σύγχρονες μορφές της .Γύρισε πολλές και εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους ταινίες διασχίζοντας τα είδη ,όπως ο Stanley Kubric , με ένα εντελώς προσωπικό  σκηνοθετικό στυλ που θυμίζει ευρωπαϊκό σινεμά. Παρά το γεγονός ότι δημιούργησε μια αυθεντική και εντελώς προσωπική κινηματογραφική αισθητική  ,του άρεσε να θεμελιώνει τα  διαφανή οράματα του στους αναγνωρίσιμους και παραδοσιακούς κώδικες ,μόνο και μόνο για να τους ανατρέψει στην συνέχεια. Ο Altman τιμούσε τα διαφορετικά κινηματογραφικά είδη ,δημιουργώντας ευφυείς παρεκτροπές καθώς απέρριπτε τα σεναριακά μοτίβα τους . Ως γνήσιος ιμπρεσιονιστής  προσπάθησε να απαλλάξει τα έργα του από την θεατρικότητα και την «λογοτεχνικότητα» που κουβαλά το σινεμά από την γέννηση του.

Ο Altman υπήρξε ένας ακραιφνής εικονοκλάστης .Περιφρόνησε τις συμβάσεις της κινηματογραφικής παραγωγής του genre, σατίρισε και αναζωογόνησε την πολεμική ταινία ,το θρίλερ ,το γουέστερν, το μιούζικαλ ,το φιλμ νουάρ ανατρέποντας την αποστειρωμένη mainstream αφήγηση .Δημιούργησε έναν διεισδυτικό και σκόπιμα ακατάστατο κινηματογραφικό κόσμο που ξηλώνεται στις ραφές του από ήχους, εικόνες, χαρακτήρες και χρονικές αναστροφές. Υπήρξε ο εμπνευστής της συχνής χρήσης του αλληλο-επικαλυπτόμενου (και συχνά αυτοσχεδιαστικού) διαλόγου αλλά και αναγνωρισμένος βιρτουόζος στην χρήση της κάμερας. Η δονκιχωτική καριέρα του Altman συνάντησε τρομερές δυσκολίες και απογοητεύσεις καθώς  ασχολήθηκε με ιδιαίτερη οξύτητα με θέματα που είναι δυσάρεστα για τον αμερικανικό κινηματογράφο: την αποτυχία και την καταστροφή. Ωστόσο παραμένει μια βασική φιγούρα του σύγχρονου κινηματογράφου, ένας ανυπότακτος δημιουργός ορισμένων εμβληματικών ταινιών της εποχής του.

Η πρώτη του μεγάλη επιτυχία, το «M.A.S.H (1970), είναι μια αντιπολεμική σάτιρα για το Βιετνάμ, με γραμμική αφήγηση. Άλλες σημαντικές ταινίες του, σε περιεχόμενο και άρθρωση, είναι το ιμπρεσιονιστικό γουέστερν «McCabe & Mrs. Miller» (1971),το εφιαλτικό «Images»(1972) το νεο-νουάρ «The Long Goodbye» (1973), το «California Split» (1974)με θέμα τον τζόγο ,το «Nashville»(1975), καλειδοσκοπική ματιά στον πολιτισμική πολυμορφία των ΗΠΑ, το«Μπούφαλο Μπιλ» (1976), όπου απομυθοποιεί τον αμερικανό ήρωα, το ψυχαναλυτικό «3 Γυναίκες» (1977), την βιτριολική σάτιρα «Παντρολογήματα»( 1978). Ωστόσο μετά την εμπορική αποτυχία των «Quintet» (1979), «A Perfect Couple» (1979), «Health» (1979) και «Popeye» (1980) αντιμετώπισε πρόβλημα χρηματοδότησης των ταινιών του. Ωστόσο από το 1980 έως το 1992, δεν σταμάτησε στιγμή να δουλεύει μεταφέροντας στο σινεμά μια σειρά  θεατρικών έργων όπως τα «Come Back to the 5 & Dime Jimmy Dean, Jimmy Dean»(1982) ,«Streamers»(1983) , «Secret Honor»(1984) , Fool for Love»(1985) ,ενώ σκηνοθέτησε και κάποιες εξαιρετικές τηλεταινίες όπως το «Vincent & Theo (1990)»,βιογραφική μίνι-σειρά για τον Van Gogh .

Το 1992 έκανε μια δυναμική επιστροφή στον καθαρόαιμο κινηματογράφο με τον «Παίκτη», όπου σατιρίζει πικρά το Χόλυγουντ και συνέχισε με τα αριστουργηματικά «Στιγμιότυπα» (1993), συγκλονιστική τοιχογραφία είκοσι δύο διαφορετικών ανθρώπων στη σύγχρονη Αμερική, το «Pretaporter» (1994),καυστική ματιά στο κόσμο της μόδας και το «Kansas City» (1996), όπου κάνει εξαιρετική χρήση της τζαζ μουσικής. Το 2001 σκηνοθέτησε το ατμοσφαιρικό και ρενουαρικό «Έγκλημα στο Γκόσφορντ Παρκ», που διαδραματίζεται στην Αγγλία της ελίτ του μεσοπολέμου και ξανακέρδισε την καθολική αναγνώριση. Ακολούθησε το δραματικό μιούζικαλ «The Company» (2003) και η τελευταία ταινία του ήταν το «Prairie Home Companion» (2006).

Ο Robert Altman έχει αναγνωριστεί ως ένας από τους κορυφαίους σκηνοθέτες του αμερικανικού κινηματογράφου κατά το τελευταίο τέταρτο του εικοστού αιώνα ,στην ίδια κλειστή λέσχη με τους Martin Scorsese, Francis Ford Coppola και Woody Allen.

Εφιάλτες / Images (1972) του Robert Altman

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΑΙΝΙΑΣ

  • Αγγλικός Τίτλος: Images
  • Ελληνικός Τίτλος: Εφιάλτες
  • Κατηγορία: Ψυχολογικό θρίλερ
  • Σκηνοθεσία: Robert Altman
  • Σενάριο: Robert Altman
  • Ηθοποιοί :Susannah York, Rene Auberjonois Marcel Bozzuffi, Hugh Millais,Cathryn Harrison, John Morley
  • Μουσική: John Williams & Stomu Yamashta
  • Φωτογραφία: Vilmos Zsigmond
  • Μοντάζ: Graeme Clifford
  • Χώρα Παραγωγής: Ηνωμένο Βασίλειο
  • Χρώμα: Έγχρωμο
  • Διάρκεια: 101 min

Εικόνες του διφορούμενου στην κόψη του ξυραφιού

Οι «Εφιάλτες» είναι ένα εικαστικά γοητευτικό αλλά γριφώδες φιλμ ,με αισθητές τις αντηχήσεις  από την «Persona»(1966) του  Bergman και την «Αποστροφή»(1967)του  Polanski. Η ταινία αποτελεί το δεύτερο μέρος μιας άτυπης τριλογίας του Altman μαζί με τα «Εκείνη την κρύα μέρα στο πάρκο» (1969) και «3 γυναίκες» (1977),με κοινό τόπο την εξερεύνηση  της γυναικείας ψυχικής διαταραχής.

Φαινομενικά η «απλή» ιστορία της ταινίας θα μπορούσε και να περιγραφεί ως εξής: η Cathryn(Susannah York), μία παντρεμένη συγγραφέας παιδικών ιστοριών,  ταράζεται ψυχικά όταν δέχεται ανώνυμα τηλεφωνήματα που την πληροφορούν ότι ο σύζυγος της ,Hugh ,(Rene Auberjonois)  έχει ερωμένη. Αυτός το διαψεύδει και για να ξαναβρεί την ηρεμία της ταξιδεύουν στο πατρικό της σπίτι στην Ιρλανδική εξοχή. Ωστόσο η κατάσταση της επιδεινώνεται καθώς  χάνει τα όρια μεταξύ πραγματικού και φανταστικού .Μέσα στο σπίτι της εμφανίζεται ο Γάλλος εραστής της ,Rene (Marcel Bozzuffi) ,αν και έχει σκοτωθεί σε αεροπορικό δυστύχημα. Βλέπει επίσης τον  ,επίσης παλιό εραστή της , Marcel (Hugh Millais) και την δωδεκάχρονη κόρη του, Susannah (Cathryn Harrison)που της θυμίζει τον κοριτσίστικο εαυτό της. Άραγε τι σηματοδοτεί το αμφίδρομο δίπολο των ονομάτων Susannah Cathryn; Και αν  το όραμα του κοριτσιού είναι η αποτυπωμένη εικόνα της δωδεκάχρονης Cathryn ,τότε πως επανακαθορίζεται ο χαρακτήρας του Marcel ;

Είναι προφανές ότι ακόμη κι αυτή η προσπάθεια σύνοψης της «πλοκής» αποδεικνύεται ατελέσφορη. Υπονομεύεται συνεχώς από τις αμφισημίες και την κατακερματισμένη αφηγηματική  δομή, καθώς τίποτα δεν είναι βεβαιωμένο, τίποτα δεν είναι αντικειμενικό. O Altman δεν  παρατηρεί «εξωτερικά» την ηρωίδα του, αλλά ενσωματώνει στην αφήγηση την ολοένα και πιο στρεβλωμένη οπτική της ,τα  φαντάσματα και τους αυθαίρετους συνειρμούς της.  Έτσι μεθοδικά πλάθει , έναν κόσμο όπου το παρόν συντήκεται με την μνήμη, η επιθυμία με τον εφιάλτη, η σεξουαλικότητα με τον θάνατο ενώ και τα πρόσωπα αποδιαρθώνονται  χάνοντας την υπόσταση τους στον χώρο και στον χρόνο.

Η κινηματογράφηση της Ιρλανδικής υπαίθρου από τον Vilmos Zsigmond, με τη χρήση ευρείας οθόνης, είναι μαγευτική .Το ομιχλώδες φθινοπωρινό τοπίο ζωγραφίζεται με γήινες καφέ και πορτοκαλί αποχρώσεις. Ο John Williams εντείνει την υποβλητική δύναμη των εικόνων με το απόκοσμο score του ,ενώ ο μαιτρ των κρουστών Stomu Yamashta συνεισφέρει τους δυσοίωνους ήχους από τα πανταχού παρόντα διακοσμητικά κρύσταλλα. Όσο για την Susannah York δίνει μια ερμηνεία ζωής ,κάνοντάς την ηρωίδα να φαίνεται ταυτόχρονα τόσο φυσιολογική όσο και διαταραγμένη  , κερδίζοντας το βραβείο Καλύτερης Ηθοποιίας στο Φεστιβάλ  Καννών του 1972.

Ο Altman αρνείται να συμβιβαστεί στην «ευκολία» της ψυχαναλυτικής ερμηνευτικής. Δεν θέλει να εφησυχάσει τον θεατή με μια Χολιγουντιανή «τακτοποίηση» .Του ζητά να παραδοθεί, χωρίς ορθολογιστικές αναστολές ,στην αισθητική απόλαυση των εικόνων και των ήχων , να ταξιδέψει νοερά μέσα στο φιλμ, να συναισθανθεί το αγωνιακό ρίγος των χαρακτήρων. Εν τέλει να μετάσχει για άλλη μια φορά στη μυσταγωγία του κινηματογράφου ,όπου οι ήρωες πάσχουν αντί γι αυτόν.