Luchino Visconti: Ο κόκκινος κόμης

Ο Luchino Visconti υπήρξε  ένας ουμανιστής αριστοκράτης και ένας Αναγεννησιακός auteur  που θεωρούσε το σινεμά αποτέλεσμα της ώσμωσης όλων των τεχνών. Ο ίδιος έλεγε ότι «τα ανθρώπινα πάθη είναι η κινητήρια δύναμη της Ιστορίας». Το έργο του πολυποίκιλο και πολυσήμαντο γεμάτο από έντονες μελοδραματικές συγκρούσεις και οριακές αντιφάσεις, όπου συνυπάρχουν η αγνότητα και η ηδονή, ο έρωτας και η σεξουαλική διαστροφή, η ψυχική αρρώστια και η δίψα για ζωή. Αυτή η αέναη αλλά και άνιση μάχη ανάμεσα στο καλό και στο κακό, σ’ έναν κόσμο που αργοσβήνει μέσα στο λυκόφως, χωρίς αξίες και ηθικές αντιστάσεις είναι ο σταθερός θεματικός πυρήνας του έργου του.

Ο Visconti αγάπησε τους αντιφατικούς, βασανισμένους χαρακτήρες, που φαινόταν να αντικατοπτρίζουν την δική του αδιόρατη αγωνία .Οι ήρωες του κυνηγούν μέχρι τέλους το όνειρό τους και συντρίβονται από τα ίδια τους τα πάθη ή παρασέρνονται από το ρου της ιστορίας. Για τον Visconti  η ιστορία, αλλά και η ίδια η ζωή, δεν είναι παρά μια σκηνή θεάτρου, όπου κυριαρχούν η χίμαιρα του έρωτα, η σαγήνη της αβύσσου, η ηθική παρακμή, η ζοφερότητα της ύπαρξης και η ομορφιά του θανάτου.

Το σινεμά του ,εμπλουτισμένο με τις επιδράσεις του θεάτρου και της όπερας, παρασύρει στην οθόνη πνευματικούς θησαυρούς μέσα σε ένα λυρικό μάγμα Βερντικού ρέκβιεμ. Ο θάνατος είναι πανταχού παρών: θάνατος μιας εποχής, μιας κοινωνίας, ενός πολιτισμού.

Ο ιδιότυπος «ποιητικός ρεαλισμός» του Visconti  προήλθε από ένα μεγάλο φάσμα της ευρωπαϊκής κουλτούρας  και  διαμορφώθηκε σε ένα κινηματογραφικό υβρίδιο μουσικής, θεάτρου και όπερας. Η φιλμογραφία  του μεγαλειώδης και πολυσήμαντη  είναι γεμάτη  από πασίγνωστα («Ο Γατόπαρδος», «Senso», «O Pόκο και τ’ αδέλφια του»,«Θάνατος στη Bενετία»)  ή άδικα παραγνωρισμένα αριστουργήματα Ossessione», «O ξένος», «Λευκές νύχτες», «Bellissima»).

Ο Visconti συνόψισε με άφθαστη λιτότητα και καθαρότητα τον αβυσσαλέο υπαρξισμό του έργου του: “Κάθε μου ταινία, κρύβει μιαν άλλη: την πραγματική μου ταινία, που δε γύρισα ποτέ, αυτήν για τους Visconti του χθες και του σήμερα”.

 Ο ξένος / Lo Straniero (1967) του Luchino Visconti

 ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΑΙΝΙΑΣ

  • Ιταλικός Τίτλος: Lo Straniero
  • Ελληνικός Τίτλος: Ο ξένος
  • Κατηγορία: Υπαρξιακό δράμα
  • Σκηνοθεσία: Luchino Visconti
  • Σενάριο: Suco Cecchi D’Amico/ Georges Conchon/ Emmanuel Robles από την ομώνυμη νουβέλα του Albert Camus
  • Ηθοποιοί: Marcello Mastroianni ( Meursault), Anna Karina (Marie), Georges Geret (Raymond), Georges Wilson (Prosecutor), Bernard Blier (Defense lawyer)
  • Μουσική: Piero Piccioni
  • Φωτογραφία: Giuseppe Rotunno
  • Μοντάζ: Ruggero Mastroianni
  • Χώρα Παραγωγής: Γαλλία/Ιταλία
  • Χρώμα: Έγχρωμο
  • Διάρκεια: 104 min

H τρυφερή αδιαφορία του κόσμου

Η κυρίαρχη άποψη κατά την πρώτη προβολή του «Ξένου» είναι ότι αποτελούσε το μεγαλύτερο λάθος στην καριέρα του Λουκίνο Βισκόντι. Παρά το γεγονός ότι το παράτολμο αυτό εγχείρημα ,της μεταφοράς του θεμελιώδους αριστουργήματος του Albert Camus,  κληροδότησε στην ιστορία του κινηματογράφου  ένα κορυφαίο έργο , η ταινία επικρίθηκε σκληρά  και ουσιαστικά εξοβελίστηκε. Σχεδόν μισό αιώνα μετά ,αυτό το συγκλονιστικό φιλμ στέκεται απέναντι μας αγέρωχο  ,διαχρονικό , υποβλητικό  αλλά και επιβλητικό.

Αλγέρι, 1939. Ο Μερσό, δημόσιος υπάλληλος γαλλικής καταγωγής, πηγαίνει στο Mαρένγκο και παρίσταται, με στωικότητα και χωρίς ίχνος ψυχικής συντριβής, στην κηδεία της μητέρας του. Σε αντίθεση με τους περισσότερους ανθρώπους δεν νοιώθει την ανάγκη να προβάλλει δημόσια τα συναισθήματα του.Την επόμενη μέρα, συναντά τη Μαρί , μια πολύ  ελκυστική πρώην συνάδελφο του. Ανάμεσα τους ξεκινά μια σχέση.

Όταν τον ρωτά,  της δηλώνει με ειλικρίνεια ότι δεν την αγαπά, αλλά δεν θα είχε πρόβλημα να την παντρευτεί  αν αυτή επέμενε. Είναι  χαρούμενος που απολαμβάνει την ερωτική συντροφιά της, αλλά δεν αισθάνεται την ανάγκη να δεσμευτεί  μαζί της, καθώς δεν πιστεύει στον θεσμό του γάμου. Για άλλη μια φορά δεν είναι πρόθυμος να προσποιηθεί για να ανταποκριθεί στις προσδοκίες της κοινωνίας.

Ωστόσο το κεντρικό γεγονός της ταινίας είναι ο φόνος ενός  Άραβα από τον Μερσό. Ο Ρεϊμόν είναι γείτονας  και επιζητεί την φιλία του. Άθελα του ο Μερσό  εμπλέκεται στην αντιπαράθεση του Ρεϊμόν με τον αδελφό της Αλγερινής ερωμένης του.  Ο τελευταίος τραυματίζει με μαχαίρι τον Ρειμόν σε μια παραλία.

Στη συνέχεια ,χωρίς εμφανή λόγο, ο Μερσό επιστρέφει μόνος στην παραλία και συναντά τον Άραβα. Όταν το ηλιακό φως αντανακλάται στο μαχαίρι του Άραβα ,τον σκοτώνει πυροβολώντας τον  πολλαπλά με το όπλο του Ρεϊμόν.

Στη δίκη του, ο Μερσό αρνείται και πάλι να ανταποκριθεί στις προσδοκίες: αδιαφορεί για τους δικαστές και τους ενόρκους . Ψελλίζει μερικά μισόλογα , αρνούμενος ουσιαστικά να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Η διαδικασία είναι εντελώς παράλογη. Περισσότερο κατηγορείται για την έλλειψη συναισθημάτων  στην κηδεία της μητέρας του και για την επακόλουθη ερωτική σχέση με τη Μαρί ,παρά για τον φόνο.

Ουσιαστικά, δικάζεται επειδή δεν  συμμορφώνεται και δεν χωρά στα καλούπια μιας κοινωνίας που τον θεωρεί «ξένο» ,δηλαδή μια απειλή για την αυτοσυντήρηση της. Ο Μερσό ζει σε μια εμπειρική αφαίρεση ,είναι συναισθηματικά αποστασιοποιημένος, αμοραλιστής , αθεϊστής  και τελικά η σύνθεση όλων αυτών τον μετατρέπει σε ένα εν δυνάμει δολοφόνο.

Ακόμη και στην  φυλακή βλέπουμε ότι δεν μετανιώνει για αυτό που έκανε, αν και μπορεί να μετανιώνει για τον παράλογο κόσμο στον οποίο ζει. Μάταια  ο ιερέας προσπαθεί να του μεταγγίσει την μεταφυσική ελπίδα  αλλά αυτός αντιστέκεται με σθένος διώχνοντας τον από το κελί του.

Ο Λουκίνο Βισκόντι για να βυθιστεί ,με πιστότητα και ακρίβεια, στην υπαρξιστική  άβυσσο του Καμύ εγκαταλείπει εντελώς το αναγνωρίσιμο  στυλ του. Απουσιάζουν  ο μελοδραματικός εξπρεσιονισμός ,η  οπερατική υπερβολή,  οι θεατρικές ερμηνείες. Η σκηνοθεσία του είναι ρευστή , λιτή, αφαιρετική ,πυκνή και  ορίζει με μαθηματική  ακρίβεια την αδυσώπητη εξέλιξη .Παράλληλα αναπαριστά τη σύγχυση ενός ανυπόληπτου «ξένου» που δεν αναγνωρίζει, δεν τηρεί και δεν νοιάζεται για τις καθιερωμένες απόψεις και έθιμα του τόπου όπου ζει.

Ο  Βισκόντι ακολουθεί με απόλυτη ακρίβεια τη δράση του μυθιστορήματος και εκεί βρίσκεται τόσο η δύναμή   όσο και η αδυναμία της ταινίας καθώς ενίοτε  ο κυριαρχικός λόγος του Καμύ  υπερβαίνει την εικόνα .Η αφήγηση  έχει μια  σαφή και απέριττη εξέλιξη που  κινείται  σε δυο παράλληλα επίπεδα : νατουραλισμός στην  εξιστόρηση μιας δικαστικής υπόθεσης ,συμβολισμός στην αναγωγή σε μια φιλοσοφική αλληγορία.

Κάτω από τον παραπλανητικό ρεαλισμό της επιφάνειας, προοδευτικά νοιώθουμε την όξινη γεύση του «Παραλόγου» καθώς εισάγονται τα  βαθύτερα υπαρξιακά δίπολα : ελπίδα και θυμός ,επαφή και μοναξιά, ελευθερία και δέσμευση,  απόλαυση και ενοχή.

Τα  πλάνα του Giuseppe Rotunno, τονισμένα από την μουσική του  Piero Piccioni , ζέουν  από τη  θερμότητα της Βόρειας Αφρικής .Το εκτυφλωτικό φως  ,η  αποπνικτική  σκόνη, η τοξική ατμόσφαιρα ,ο επίμονος ιδρώτας  διαβρώνουν τα σώματα , οξύνουν την εχθρότητα , ερμηνεύοντας και υπαγορεύοντας τις πράξεις του Μερσό.

Το τελικό πλάνο-σεκάνς αποτελεί την ανακεφαλαίωση και το καταστάλαγμα της ζωής του Μερσό. Στη  μακριά νύχτα της συνειδητοποίησης ο εσωτερικός μονόλογος του  εκλύει το μεγαλείο του υπαρξισμού του Καμύ .

Το βλέμμα του αρχικά αγωνιώδες , νευρικό και φοβισμένο όσο βασανίζεται από το άλγος της  θνητότητας  και την αναζήτηση του πραγματικού νοήματος της ύπαρξης. Ωστόσο μέσα από τους υγρούς τοίχους του κελιού  εισβάλλουν και τον πλημμυρίζουν οι μυρωδιές της νύχτας, της γης  ,της θάλασσας. Κοιτάζοντας τον έναστρο καλοκαιρινό ουρανό ανοίγεται για πρώτη φορά  στην «τρυφερή αδιαφορία του κόσμου».

Τότε καταλαβαίνει ότι το νόημα που ψάχνει με αγωνία είναι  η  απουσία νοήματος . Τότε καταλαβαίνει ότι η φύση ακολουθεί αδιατάρακτα τους δικούς της βιταλιστικούς νόμους .Τότε το  βλέμμα του γίνεται υγρό, γαλήνιο ενώ αχνοφαίνεται ένα πικρό χαμόγελο του . Λυτρωμένος από το μαρτύριο της μεταφυσικής ελπίδας νοιώθει  αδελφωμένος  με το  σύμπαν ,  ήρεμος , ευτυχής και έτοιμος να ατενίσει το τελικό μυστήριο.