Μια συνοπτική αναφορά στην φιλμογραφία του Γαβρά

Ο Κώστας Γαβράς ξεκίνησε το 1965 την σκηνοθετική του καριέρα με το “Διαμέρισμα Δολοφόνων / Compartiment tueurs” (1965), ένα αξιόλογο φιλμ νουάρ της γαλλικής σχολής. To Οσκαρικό «Ζ» (1969) για ευνόητους πολιτικούς λόγους γυρίστηκε στην Αλγερία, αλλά που η δράση της, χωρίς να κατονομάζεται, αφορά την Ελλάδα του παρακράτους και της πολιτικής διαφθοράς, λίγο πριν από τη χούντα των συνταγματαρχών. Μέσα  στο ίδιο πνεύμα  πολιτικής ευαισθησίας, καταγγέλλει με την «Ομολογία/ L’ Aveu»(1970) τις σταλινικές δίκες και το φαινόμενο του ολοκληρωτισμού στις σοσιαλιστικές χώρες, σε μια εποχή που το θέμα αυτό ήταν ακόμα ταμπού για την αριστερά.

Η «Κατάσταση πολιορκίας/ Etat de siege» (1973), καταγγελία των επεμβάσεων των ΗΠΑ στις χώρες της Λατινικής Αμερικής, αλλά και του αδιεξόδου του αντάρτικου των πόλεων, θα κλείσει την «πολιτική τριλογία» του. Θα συνεχίσει να κάνει ταινίες μέσα στο ίδιο πνεύμα, ακόμα και όταν προσκληθεί από το ίδιο το Χόλιγουντ (Ο «Αγνοούμενος», «Το Μουσικό Κουτί», «Το Στίγμα της Προδοσίας» κ.ά.).

Η«Λάμψη μιας γυναίκας»/ Clair de femme (1979), είναι η ωραιότερη μη «πολιτική» ταινία του Γαβρά. Το «Mad City» (1997) που αναδεικνύει τον κυνισμό των μίντια  διαθέτει μαύρο χιούμορ και την πικρή σάτιρα ως βασικά εκφραστικά μέσα ,στοιχεία που συναντάμε και σε δυο γαλλικές ταινίες του, «Οικογενειακή Υπόθεση»/ Conseil de famille (1986) και «Μικρή Αποκάλυψη»/ La Petite Apocalypse(1993).

Στη συνέχεια καταγγέλλει τη σχέση της Καθολικής Εκκλησίας με τον ναζισμό (Αμήν, Amen, 2002) ,το μεταναστευτικό πρόβλημα (Παράδεισος στη δύση – Eden à l’ouest, 2009), τις συνέπειες της ανεργίας (Το τσεκούρι, Le Couperet, 2005), την κρίση στις αγορές και τη διεθνή οικονομική τρομοκρατία (Κεφάλαιο, Le Capital, 2012).

Πηγή :Δελτίο τύπου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης

Μια συνειδητά μονόπλευρη ταινία

Τον Σεπτέμβρη του 2015, το αριστερό κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ  γιορτάζει την εκλογική του νίκη . Ο αναδυόμενος πολιτικός Αλέξης Τσίπρας (Αλέξανδρος Μπουρδούμης) γίνεται ο νέος πρωθυπουργός, ο γνωστός οικονομολόγος Γιάνης Βαρουφάκης(ένας έξοχος Χρήστος Λούλης), ο υπουργός     Οικονομικών του – παρόλο που ο ίδιος δεν είναι μέλος του κόμματος. Μαζί, ελπίζουν να ολοκληρώσουν το τεράστιο έργο της επαναδιαπραγμάτευσης του δημόσιου χρέους, όπως δεσμεύτηκαν προεκλογικά. Ακριβώς πέντε μήνες και δώδεκα μέρες αργότερα, ο Γιάνης επιστρέφει στο σπίτι του και αναγγέλλει στη σύζυγό του (Βαλέρια Γκολίνο) ότι παραιτήθηκε. Η αφήγηση μας υπενθυμίζει το αγχωτικό εξάμηνο της θητείας του, τις συνεχείς εκρηκτικές συναντήσεις με τους Ευρωπαίους συναδέλφους του στο Eurogroup και τα υπουργικά συμβούλια της ελληνικής κυβέρνησης. Πάνω απ ‘όλα, θυμάται τις πολλές διαπραγματεύσεις και τις απεγνωσμένες προσπάθειές του να απελευθερώσει την Ελλάδα από τα δεσμά των ευρωπαίων γραφειοκρατών και να ελευθερώσει τη χώρα από τη συντριπτική επιβάρυνση του χρέους. Ωστόσο, οι ευρωπαίοι και διεθνείς συνομιλητές του απαιτούν σχολαστικό σεβασμό και τήρηση  των δρακόντειων μέτρων που είχαν συμφωνήσει με προηγούμενες κυβερνήσεις. Ωστόσο, ο αντισυμβατικός και ασυμβίβαστος Βαρουφάκης πραγματοποιεί περιήγηση στις πρωτεύουσες της ηπείρου, αναζητώντας οποιαδήποτε υποστήριξη για τις φιλόδοξες προτάσεις του. Τελικά  ο σκληρός Γερμανός ομόλογός και ουσιαστικός αντίπαλος του, Σόιμπλε (Ulrich Tukur) αρνείται οποιαδήποτε επαναδιαπραγμάτευση του προγράμματος λιτότητας και η ελληνική κυβέρνηση-χωρίς τον παραιτηθέντα Βαρουφάκη- υποχωρεί για να αποφευχθεί η αποπομπή  τη χώρας από την Ευρωζώνη.

Το 1969 ο Κώστας Γαβράς σκηνοθέτησε μία από τις καλύτερες πολιτικές ταινίες όλων των εποχών: το εμβληματικό «Z» , ένα σκόπιμα μονόπλευρο, εξαιρετικά ισχυρό, θυμωμένο και καλλιτεχνικά εξαιρετικό φιλμ που καταγγέλλει τη στρατιωτική δικτατορία στην πατρίδα του, την Ελλάδα. Ακριβώς 50 χρόνια αργότερα, επανέρχεται στην ελληνική πολιτική σκηνή για να μιλήσει για την  ζοφερή οικονομική και ανθρωπιστική κρίση που έφερε την Ελλάδα στο χείλος της χρεωκοπίας. Ως όχημα χρησιμοποιεί το ογκώδες βιβλίο του Γιάνη Βαρουφάκη   «Ανίκητοι ηττημένοι» , ένα είδος ημερολογίου της θητείας του ως υπουργού Οικονομικών.

Το ρίσκο του Γαβρά ήταν διπλό: σε επίπεδο περιεχομένου(πολιτικό) αλλά και μορφής(σκηνοθετικό).

Ο Βαρουφάκης είναι μια αμφιλεγόμενη πολιτική προσωπικότητα . Ένας ροκ σταρ της πολιτικής. Κάποιοι τον θεωρούν ευφυή πολιτικό ,κορυφαίο οικονομολόγο , γνήσιο επαναστάτη ,προστάτη των αδυνάτων, ηθικά ακέραιο και χαρισματικό ρήτορα. Άλλοι πάλι (ακόμη και μέσα στο κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ) βλέπουν έναν μεγαλομανή καριερίστα, αλαζόνα, ναρκισσιστή και άψογο χειριστή των επικοινωνιακών τρυκ χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο. Το  ολίσθημα του  έμπειρου  Γαβρά είναι ότι υιοθέτησε πλήρως την  οπτική του Βαρουφάκη, χωρίς να κρατήσει καμία απόσταση από το αυτοαναφορικό βιβλίο του, χωρίς να χαράξει καμία ρωγμή αμφισβήτησης ή κριτικής κάποιων χειρισμών του. Ο  υπουργός φιλοτεχνείται ως  ευφυέστατος πολιτικός που συναρπάζει το ακροατήριο του, ως δεινός αναλυτής που διαθέτει απλές λύσεις για το πρόβλημα της χώρας που οι μέτριοι  οικονομολόγοι των θεσμών της ΕΕ  δεν κατανοούν .Παρουσιάζεται ως ο εμπνευσμένος ηγέτης μιας «μυθικής ελληνικής εκστρατείας» για να επανακτήσει η Ελλάδα την ανεξαρτησία και την αξιοπρέπεια της.

Σε αντιπαραβολή το δεύτερο κεντρικό πρόσωπο ,ο Τσίπρας σκιαγραφείται με μια διόλου κολακευτική εικόνα :μονίμως φοβισμένος , αναποφάσιστος ,εξαρτημένος από τον υπουργό του και τελικά συμβιβασμένος. Και οι θεσμοί της Ευρωπαικής Ένωσης δαιμονοποιούνται ως το απόλυτο «Κακό» ,που τρομοκρατείται από την εκρηκτική παρουσία και τις επαναστατικές προτάσεις  Βαρουφάκη.

Ο Γαβράς είναι μια μοναδική περίπτωση κινηματογραφικού δημιουργού που πάντοτε έβαζε σε πρώτο πλάνο τα πολιτικά και ανθρωπιστικά προτάγματα. Η αλήθεια βέβαια είναι ότι το σινεμά του ήταν πάντοτε καταγγελτικό και στρατευμένο. Ωστόσο η εξιστόρηση τόσο νωπών γεγονότων που η ιστορία δεν έχει προλάβει ακόμη να αποτιμήσει με μια  ακραία ευρωφοβική οπτική  αποτελεί μια αδυναμία της ταινίας.

Όσον αφορά τον σκηνοθετικό χειρισμό του Γαβρά κι εκεί υπάρχουν σοβαρές ενστάσεις. Το φιλμ διαθέτει ένα  καθαρό και ρυθμικό αφηγηματικό ντεκουπάζ , που δημιουργεί το κατάλληλο σασπένς -για το είδος του πολιτικού θρίλερ- με την συνδρομή της ελκυστικά κλειστοφοβικής φωτογραφίας του Γιώργου Αρβανίτη. Ωστόσο πάσχει στην συνοχή και ενότητα του ύφους καθώς υπονομεύεται από τις  ατυχείς και αταίριαστες σουρεαλιστικές παρεμβολές  -ειδικά στο φινάλε-  που αγγίζουν τα όρια του γκροτέσκο ενώ σχεδόν ενοχλητικό είναι το  μουσικό score του Αλεξάντρ Ντεσπλάτ.

Οι «Ενήλικοι στην αίθουσα» είναι μια ταινία του βετεράνου  Γαβρά που διαχρονικά χρησιμοποιεί  τον κινηματογράφο ως μέσο καταγγελίας και ανθρωπιστικής εγρήγορσης. Ωστόσο παρακολουθώντας την ,σίγουρα ενδιαφέρουσα ,τελευταία ταινία του αναρωτιόμαστε που είναι ο εμπνευσμένος δημιουργός που μας χάρισε στο παρελθόν αριστουργήματα όπως τον «Αγνοούμενο» ή το «Ζ» ;