• Είδος: Μυθοπλασία
  • Γλώσσα: Ιταλική
  • Χώρα παραγωγής: Ιταλία
  • Έτος παραγωγής: 1957
  • Διάρκεια: 102 λεπτά
  • Χρώμα: Ασπρόμαυρο
  • Σκηνοθέτης: Μικελάντζελο Αντονιόνι

Συντελεστές: Μικελάντζελο Αντονιόνι (Σεναριογράφος), Έλιο Μπαρτολίνι (Σεναριογράφος), Ένιο ντε Κοντσίνι (Σεναριογράφος), Τζιάνι ντι Βενάτζιο (Διεύθυνση Φωτογραφίας), Τζιοβάνι Φούσκο (Μουσική), Στιβ Κόχραν (Ηθοποιός), Αλίντα Βάλι (Ηθοποιός), Ντόριαν Γκρέι (Ηθοποιός), Μπέτσι Μπλερ (Ηθοποιός)

Ο μινιμαλιστικός υπαρξισμός του Αντονιόνι 

Ο Μικελάντζελο Αντονιόνι ξεκίνησε ως σκηνοθέτης ντοκιμαντέρ ,με θεματολογία στενά συνδεδεμένη με τον νεορεαλισμό που αποτέλεσε το μεγάλο σχολείο πολλών από τους σημαντικότερους μεταπολεμικούς σκηνοθέτες της Ιταλίας. Μετά την νεορεαλιστική του περίοδο ο Αντονιόνι επαναπροσδιόρισε την έννοια του αφηγηματικού κινηματογράφου, αμφισβητώντας τις αποδεκτές αντιλήψεις της αφήγησης, του ρεαλισμού και του δράματος . Οι μινιμαλιστικές ταινίες του απέρριψαν τη δράση για χάρη του προβληματισμού και εξύψωσαν την φόρμα και την εικόνα πάνω από την χαρακτηρολογία και την πλοκή. Κεντρικός άξονας του ώριμου αντονιονικού ύφους θα γίνει η διαλεκτική σχέση της εσωτερικότητας του ατόμου και του περιβάλλοντα χώρου.
Η «Κραυγή» αντιπροσωπεύει την γέφυρα μετάβασης στο έργο του Ιταλού σκηνοθέτη από τον νεορεαλισμό , από τον οποίο είχε ακόμα σαφείς επιρροές ,στα μεγάλα υπαρξιστικά έργα της δεκαετίας του 1960 και ειδικά στην αποκαλούμενη Τριλογία της αλλοτρίωσης (Περιπέτεια (1959) ,Νύχτα ( 1960), Έκλειψη(1962). Είναι μια ταινία που έχει κάποια κοινά εικαστικά στοιχεία με το κλασσικό «La Strada» , αν και απουσιάζει ο διάχυτος μυστικιστικός και συναισθηματισμός του φελινικού έργου. Προαναγγέλλει επίσης πολλά από τα θέματα που θα επαναληφθούν πιο εντατικά στο μεταγενέστερο έργο του , όπως η αποξένωση, η έλλειψη συναισθημάτων στις ανθρώπινες σχέσεις, η κρίση ταυτότητας ,η αλλοτρίωση.

Ελεγειακή περιπλάνηση στη πεδιάδα του Πάδου


Βρισκόμαστε στην Κοιλάδα του Πάδου: Ο Άλντο (Στιβ Κόχραν ), ειδικευμένος εργάτης σε ένα εργοστάσιο στο μικρό χωριό Γκοριάνο, συζεί με την Ίρμα(Αλίντα Βάλι), με την οποία έχουν αποκτήσει μία κόρη, τη Ροζίνα. Ο νόμιμος σύζυγος της Ίρμα έχει μεταναστεύσει από χρόνια στην Αυστραλία. Όταν εκείνη πληροφορείται ότι ο άνδρας της έχει σκοτωθεί σε δυστύχημα, ανακοινώνει στον Άλντο ότι θα τον εγκαταλείψει για να ζήσει με έναν νεότερο άνδρα. Ο Άλντο, συντετριμμένος, με τη μικρή Ροζίνα να τον ακολουθεί, περιπλανιέται άσκοπα στην κοιλάδα του Πάδου. Νιώθει μόνος, πιστεύει ότι η ζωή του έχει χάσει κάθε νόημα. Προσπαθεί να βρει παρηγοριά σε τρεις άλλες γυναικείες αγκαλιές, όμως καμία δεν γεμίζει το κενό της Ίρμα. Κάνει μια απέλπιδα προσπάθεια να σμίξει ξανά μαζί της, όμως εκείνη τον αρνείται. Ο κύκλος θα κλείσει εκεί που άνοιξε. Το τέλος είναι νομοτελειακά προδιαγεγραμμένο…

Με αυτή την 6η μεγάλου μήκους ταινία του ο Αντονιόνι πρόσκαιρα αποστασιοποιείται από το «αστικό περιβάλλον» και επιστρέφει στα τοπία της παιδικής του μνήμης όπου το 1946 γύρισε την πρώτη του ταινία, το 9λεπτο ντοκιμαντέρ «Gente del Po». Ο σκηνικός χώρος είναι το εργατικό-βιομηχανικό περιβάλλον και οι χαρακτήρες ανήκουν στο προλεταριάτο. Η μεταπολεμική Ιταλική επαρχία απεικονίζεται φτωχή και καθημαγμένη , με την πείνα, την ανέχεια, την εκπόρνευση , την κερδοσκοπία των εργοδοτών . Ωστόσο διαφαίνεται η αρχή μιας αλλαγής στην ιταλική κοινωνία, με σημαντικά έργα που πραγματοποιούνται για την προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης της χώρας.

Ο Αντονιόνι οργανώνει τα φιλμικά εκφραστικά μέσα του με μέτρο και οικονομία ,πετυχαίνοντας μέγιστο συναισθηματικό αντίκτυπο: με μεγάλα πλάνα, τράβελινγκ, πανοραμίκ ακολουθεί ακατάπαυστα τον πρωταγωνιστή του σαν να μην θέλει να τον αφήσει μόνο αμέσως μετά τις έντονες, δραματικές στιγμές που βιώνει. Ο διάλογος είναι αραιός ή ελλειπτικός. Η σιωπή και όχι οι λέξεις συνοδεύουν τις εικόνες της αλλοτρίωσης . Και υπάρχει ο άνεμος, υπάρχει η βροχή ,όλα είναι δύσκολα. Ο ‘Αλντο, με το σκισμένο σακάκι του, με το μικρό κορίτσι που τρέχει ξοπίσω του, περπατά στα εδάφη του Πάδου, στους δρόμους ,στα αναχώματα, στη λάσπη προσπαθώντας μάταια να ξεφύγει από τη δυστυχία του. Γνωρίζει ανθρώπους και κάθε συνάντηση τον οδηγεί σε νέα κατεύθυνση. Τα πάντα καθορίζονται τυχαία. Οι ερωτικές σχέσεις είναι σύντομες και θλιβερές γιατί ποτέ δεν είναι από επιλογή. Ότι ήταν σημαντικό χάθηκε και δεν είναι ανακτήσιμο.
Η υγρή ασπρόμαυρη φωτογραφία του Τζιάνι ντι Βενάτζιο συλλαμβάνει έρημα ,ομιχλώδη τοπία με τους ανθρώπους να ξεχωρίζουν σαν μοναχικές και θλιβερές φιγούρες .Οι τραγωδίες τους αντικατοπτρίζονται στο περιβάλλον τους. Η πανταχού παρούσα υγρασία «εισχωρεί» στο φιλμ αγγίζοντας το θεατή. Παράλληλα το αραιό και λιτό μουσικό score του Giovanni Fusco τονίζει με ακρίβεια την εσωτερική αναταραχή του ήρωα. Όσο για τον Στηβ Κόχραν ,πρωταγωνιστή κυρίως αμερικάνικων b-movies ,δίνει μια ερμηνεία ζωής ως ο άντρας με τη φυσική ρώμη που διαταράσσεται από τα συναισθήματά του και σταδιακά βουλιάζει στην απόγνωση .

Υπάρχουν στιγμές που δείχνουν πόσο μεγάλος σκηνοθέτης υπήρξε ο Αντονιόνι, όπως η εμφάνιση ενός άνδρα που εισέρχεται για λίγο στο σπίτι της Έλβια (Μπέτσι Μπλερ) και της ζητά ραντεβού για χορό. Αυτή τον αποφεύγει , προσφέροντας του αόριστα μια έξοδο σε ένα άλλο βράδυ Κυριακής. Αυτός απαντά πικρά ότι η υπόσχεσή της θα είναι «όπως κάθε άλλη Κυριακή». Σε αυτή τη σύντομη σκηνή, με έναν ελάσσονα χαρακτήρα – την Έλβια- και έναν μικρό ανώνυμο ρόλο, μαθαίνουμε ότι χρειάζεται για αυτήν :ότι εξακολουθεί να έχει εμμονή με τον Άλντο καθώς τη βλέπουμε να χορεύει μαζί του στην επόμενη σκηνή και ότι είναι βαθιά πληγωμένη, αφού ξέρει ότι τη χρησιμοποιεί για να ξεχάσει την Ίρμα. Δεν υπάρχει ανάγκη για αναδρομή στο παρελθόν της Έλβια , γιατί αυτή η σύντομη σκηνή το συνοψίζει με υπέροχη λιτότητα και ποίηση .

Σε όλη την φιλμογραφία του ο Αντονιόνι στοχάζεται και μελετά τον «άνθρωπο» ,με βλέμμα άγρυπνο και διορατικό: τον άνθρωπο αντιμέτωπο με τον κόσμο, με τον έξω κόσμο αλλά και με τον εσωτερικό του κόσμο. Στην «Κραυγή» προσεγγίζει τον ήρωα του με βαθιά συμπόνια ,με το τοπίο να αποδίδει εύγλωττα την ψυχική του κατάστασή . Ανιχνεύει τα συναισθήματα που τον κινητοποιούν, τις σκέψεις του στην πορεία του προς την ευτυχία, τη δυστυχία, το θάνατο. Δεν κάνει κινηματογράφο αφηρημένης τέχνης αλλά ένα αμιγώς ανθρωποκεντρικό σινεμά μετατρέποντας με μαγικό τρόπο το αφηρημένο σε συγκεκριμένο , το στιγμιαίο σε διαχρονικό ,το ατομικό σε συλλογικό ,το τοπικό σε οικουμενικό.