Ο Roman Polanski ανήκει σε μια ελίτ βετεράνων σκηνοθετών, που έχουν μεγαλουργήσει κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 20 αιώνα .Όλοι γνωρίζουμε ότι το δημιουργικό τέλος τους είναι κοντά και ότι ο κινηματογράφος θα είναι διαφορετικός και φτωχότερος χωρίς αυτούς. Κάποιοι διατηρούν ακόμη την πολιά  παραγωγικότητα τους όπως οι Martin Scorsese και Woody Allen . Άλλοι όπως οι Francis Ford Coppola και Clint Eastwood χάθηκαν για πολύ καιρό  ή πέρασαν απαρατήρητοι με μέτριες ταινίες , αντιστρόφως ανάλογες με το ταλέντο τους. Δυστυχώς, το όνομα του Polanski  –όπως και του Allen – εμφανίζεται ξανά στα μέσα μαζικής ενημέρωσης  για παλιά αμαρτήματα της προσωπικής του ζωής. Πέρα από αυτό ο -κατά δήλωση του- άθρησκος Πολωνός έχτισε μία από τις πιο έξυπνες, ανησυχητικές και σκοτεινές φιλμογραφίες στην ιστορία του κινηματογράφου, σχεδόν πάντα με θεματικό πυρήνα  το «Κακό» : συγκεκριμένο ή αφηρημένο  , ανθρώπινο ή σατανικό, ρεαλιστικό ή ψυχολογικό.

Η νέα ταινία του Polanski δανείζεται τον τίτλο από το ιστορικό άρθρο του Εμιλ Ζολά: «Κατηγορώ! ». Είναι άραγε μια ταινία για τον αντισημιτισμό; Μια ταινία για τον  μιλιταρισμό; Ή μια ταινία για τις κρατικές μηχανορραφίες; Είναι όλα αυτά μαζί  και σίγουρα είναι μια μεγάλη ταινία που αυτοδίκαια καταλαμβάνει την τρίτη κορυφή του τριγώνου με τα άλλα δύο αριστουργήματα του Πολωνού σκηνοθέτη ,«Μωρό της Ρόζμαρι» και «Chinatown».

Ο Polanski επιστρέφει στον κινηματογράφο εποχής, όπως έκανε με εξαιρετικά αποτελέσματα στον «Πιανίστα» και στην «Tess», για να μιλήσει για την αισχρή συνωμοσία που εξύφανε  ο γαλλικός στρατός και η  στρατιωτική δικαιοσύνη, εναντίον ενός αθώου ανθρώπου. Πάνω από 120 χρόνια μετά τα πραγματικά γεγονότα, η υπόθεση Dreyfus φαίνεται να μην έχει ξεχαστεί. Η Γαλλία, η χώρα της δημοκρατίας και του ανθρωπισμού, συνεχίζει να την κρατά  σαν μία από τις καθοριστικές στιγμές της , μια ιστορική προειδοποίηση για τους κινδύνους της προκατάληψης και της ξενοφοβίας που μπορούν να στοιχειώσουν ακόμη και την  πιο φωτισμένη κοινωνία.

Στο τέλος του 19ου αιώνα η Γαλλία ήταν ηττημένη στον Γαλλο-Πρωσικό Πόλεμο του 1870 και υπήρχε η ανάγκη κατασκευής προδοτών ώστε να εκτονωθεί η λαϊκή οργή .Το 1894 ο λοχαγός Alfred Dreyfus , ένας άνθρωπος με πεντακάθαρη φήμη και χαρακτήρα , κατηγορήθηκε με χαλκευμένες αποδείξεις για  πώληση στρατιωτικών μυστικών στους Γερμανούς . Ο Dreyfus ήταν Εβραίος και άρα εύκολος στόχος .Ο σχεδιασμός ήταν να στοιχειοθετηθεί η  μόνιμη θεωρία περί διεθνούς εβραϊκής συνωμοσίας .Το πανίσχυρο κέντρο που επινόησε τη συκοφαντία, διαπόμπευσε το θύμα και το καταδίκασε σε ισόβια φυλάκιση  στο  «νησί του Διαβόλου».

Ο Polanski κρατά τον Dreyfus (Louis Garrel) σε μεγάλο βαθμό στο παρασκήνιο και επικεντρώνεται στην φιγούρα του συνταγματάρχη Georges Picquart (Jean Dujardin). O Picquart είναι ένας  σύνθετος χαρακτήρας :με αντισημιτικές αντιλήψεις αλλά και με εντιμότητα και επιμονή στην αναζήτηση της αλήθειας.Όταν  προάγεται σε διοικητή των μυστικών υπηρεσιών, κληρονομεί τη σήψη και το χάος που άφησε πίσω του ο συφιλιδικός προκάτοχός του .Είναι αναγκασμένος να συνεργαστεί με διεφθαρμένους αξιωματικούς , όπως ο ταγματάρχης Henry (Grégory Gadebois) και ο γραφολόγος Bertillon (Mathieu Amalric) .Όταν  διαπιστώνει την αθωότητα του Dreyfus  ενημερώνει τους ανωτέρους του. Η γεμάτη κυνισμό απάντηση που παίρνει είναι : «Άφησε το θέμα να ξεχαστεί .Ο Dreyfus καταδικάστηκε και ο στρατός δεν μπορεί να παραδεχτεί ότι έκανε λάθος» . Ο Picquart αρνείται να συμμορφωθεί στις υποδείξεις .Η ακαμψία του είναι η ηθική στάση ενός ανθρώπου που εμμένει την απονομή δικαιοσύνης, με πάθος και με κίνδυνο της  καριέρας αλλά και της ίδιας του της ζωής . Απογοητευμένος στρέφεται στην βοήθεια του μεγάλου λογοτέχνη Emile Zola, και του μελλοντικού πρωθυπουργού της Γαλλίας Georges Clemenceau. Το πρωτοσέλιδο άρθρο του  Zola «Κατηγορώ!» στην εφημερίδα «L’Aurore» θα γίνει καταλύτης της ανατροπής. Ο αγώνας του Picquart κατά της κοινής γνώμης, των ανωτέρων του και ενός μεγάλου μέρους της γαλλικής πολιτικής τάξης έσωσε την τιμή της Γαλλίας.

Ο  Polanski αφηγείται με ένα στυλ που παραπέμπει στον κινηματογράφο μιας άλλης εποχής. Το φιλμ έχει μια  συμπαγή, λεπτοσκαλισμένη δομή  βικτοριανού επίπλου. Η αρχιτεκτονική ισορροπία του απορρέει από τη λειτουργική χρήση των κινηματογραφικών μέσων. Ο Robert Harris, προσαρμόζει το δικό του βιβλίο με τη βοήθεια του Polanski, και πετυχαίνει μια στιβαρή και ρευστή αφήγηση . Η ευαίσθητη κάμερα του  Pawel Edelman  δημιουργεί μια καταπιεστική ,ζοφερή  ατμόσφαιρα .Καταγράφει και τον παραμικρό κόκκο ύλης ,τα απόρρητα χειρόγραφα ,τα βαριά βήματα στις σκάλες, τις καπνισμένες αίθουσες. Η μουσική του Alexandre Desplat  με εξαιρετική οικονομία ντύνει διακριτικά τις εικόνες και απογειώνεται μόνο στο τελικό coda .

Η κινηματογραφική ματιά του Polanski είναι οξεία , εντατική ,διαυγής. Δεν υποκύπτει στον φτηνό διδακτισμό ,δεν υπογραμμίζει τίποτα .Κάνει έκκληση στο μυαλό των θεατών, στον προβληματισμό τους, όχι στη συναισθηματική υπερχείλιση. Σκηνοθετεί με ρώμη και ακρίβεια προκαλώντας την ηθική οργή του θεατή , όπως  ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ στο μνημειώδες  «Σταυροί στο μέτωπο».

Το φιλμ υποστηρίζεται και από έξοχες ερμηνευτικές επιδόσεις .Ο Jean Dujardin εντυπωσιάζει  με το χάρισμα του ταλέντου  και της προσωπικής του γοητείας .Η Emmanuelle Seigner ,ως παντρεμένη ερωμένη του Picquart, αποπνέει ερωτισμό και ανθρώπινη θέρμη   ενώ υποδειγματικά ακριβής είναι ο Mathieu Amalric ως  αλαζονικός γραφολόγος.

Η ιδιοφυής και αντισυμβατική τελική σεκάνς  αντιστοιχεί στην αρχική προοικονομία της ταινίας . Ο κύκλος κλείνει χωρίς εφησυχασμό , χωρίς καταναγκαστική συγκίνηση ,χωρίς πομπώδη διδακτισμό . Η δεύτερη συνάντηση των Dreyfus και Picquart καταλήγει σε μια ήπια  αντιπαράθεση , σε μια  ανακωχή μεταξύ των ηθικών επιζώντων. Δεν υπάρχει συναισθηματική εκτόνωση από το μαρτύριο της ιστορίας αλλά μόνο η αίσθηση ότι η αλήθεια και η δικαιοσύνη υπηρετήθηκαν σωστά, τουλάχιστον αυτή τη φορά.