Αλλάζω ζωή

Ξημέρωνε, πάλι ξεχάστηκε, στην οθόνη της αφής, ακούγοντας τραγούδια, ψάχνοντας μια γνώση σε ιστορίες αγάπης, μιαν αλήθεια έστω και σαν ψέμα, ένα μέλλον στις προβλέψεις της απάτης. Και την παραπήρε ο ύπνος και η δουλεία στο γραφείο είχε γίνει φορτική καθημερινότητα. Βιαστικό πλύσιμο, βιαστικό ντύσιμο. Απ’ το να είναι άνεργη πιο καλά, με κατώτατο μισθό, λειψή ασφάλεια ή καθόλου και κακεντρεχή αφεντικά, έλεγε παρηγορώντας τον εαυτό της. Κι εκείνη η κολλητή φίλη της που έφυγε στο εξωτερικό, «έλα μαζί μου, κάτι θα βρεθεί και για ‘σένα». Ακόμα, δεν κατάλαβε, αν είχε δίκιο ή άδικο. Αδιάφορα βλέμματα, μισή καλήμερα, ποδοβολητό, κόρνες, αντεγκλήσεις, μποτιλιάρισμα, στάση λεωφορείου, στάση ταξί, κόσμος περνάει, κόσμος αφήνει, αδιάθετες προθέσεις, ασπρόμαυρες ζωές, με το καφέ στο χέρι, το κινητό στο άλλο, στα κρύα πεζοδρόμια, τα γυμνά κτίρια, άνομβρος χειμώνας, ο ψυχρός ήλιος στοίχειωνε τις μέρες, έκοβε σαν ξυράφι τις διαθέσεις. Κι αυτή η πρωινή ομίχλη θόλωνε την λογική. Δεν τις άρεσε, «Γενάρης δίχως χιόνι, κακό μαντάτο», θυμήθηκε την γιαγιά της.

Μεσημέριασε αναδουλειά, σιωπηλά χαμόγελα, πρόχειρο φαγητό, βλέμματα ψηφιακές οθόνες ρουφάνε τις ψυχές τους. Τους παρατηρούσε όλους, τόσο μόνοι, τόσο ανέραστοι, κι ας είχανε το σ’ αγαπώ πρώτη ευκαιρία στην κενή καρδιά. Συννεφιασμένο απόγευμα, αναδουλειά ξανά, αποκαμωμένα, σερνάμενα σώματα, αλυσοδεμένες ψυχές στου τοίχου τις σκιές. Τους έβλεπε, με ψώνια στα χέρια, γυρνούσαν, τριγυρνούσαν μάταιες ζωές, στο ξόδι της συνήθειας, ενώ αδέσποτα κι άστεγοι ζητιάνευαν λίγη αξιοπρέπεια. Αλλοδαπές ζωές, αταίριαστες φιγούρες απ’ τα τέσσερα του κόσμου σημεία του ορίζοντα, τους φοβόταν, «τι θέλαν, όλοι αυτοί εδώ; Απ΄ το τίποτα το δικό μας, τι να πάρουν;» Σκεφτόταν, κι ένιωθε να την ξεγυμνώνουν με τα πεινασμένα μάτια τους, να ασελγούνε πάνω της, πάνω στο δύσμοιρο χώμα που μετρούσε της γης βήματα, την πατρίδα. Γι’ αυτό σχεδόν πάντα επέλεγε το ταξί, και απέφευγε το πολυσύχναστο κέντρο. Απόβραδο, νύχτωνε στην πρωτεύουσα, ήθελε, να περπατήσει για λίγο, στάθηκε, και κοίταξε ψηλά την Ακρόπολη, τον φωτισμένο Παρθενώνα, «περασμένες δόξες, αρχαία μεγαλεία, διηγώντας τα να θαυμάζεις, κι ύστερα να κλαις στρέφοντας το βλέμμα στην γκρίζα αντίθεση, την τσιμεντούπολη», σκέφτηκε. Ταχυφαγεία, γρήγορο φαγητό, γρήγοροι δρόμοι, ψεύτικα φώτα, σβησμένοι άνθρωποι, κόκκινα φεγγάρια. Γρήγορες ειδήσεις, καθημερινές ληστείες, αυτοχειρίες, κάθε είδους φονικά. Πολιτικές αψιμαχίες για τα μάτια του κόσμου, οικονομικές ατασθαλίες, λογαριασμοί, δημόσια χρέη, ψεύτικα χρέη, πλαστικό χρήμα, ανεργία, αεργία, εκποίηση και διατίθεται. Σεισμοί, Αιγαίο, αερομαχίες, ο εχθρός προκαλεί, ο εχθρός μας χτυπά την πλάτη, και ‘μεις γελούσαμε, εχθρός κατέλαβε τα νησιά, μπήκε, άλωσε την πόλη, την χώρα και ‘μεις θυμώσαμε, ανεβάσαμε ένα κατηγορώ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και το ξεχάσαμε, παίζει η ομάδα σήμερα.

«Κοπελιά, φτάσαμε», είπε ο Ταξιτζής. Κατέβηκε, ανέβηκε στο μικρό της διαμέρισμα, έκανε μπάνιο, πόσο βρώμικα ένιωθε. Κοιτάχτηκε στον καθρέπτη, ναι, είναι νέα, είναι ακόμα νέα και όμορφη, μια ομορφιά ώριμη, που σαγήνευε πολλούς σαν εκείνον, τον χώρισε, την χώρισε, κανείς δεν κατάλαβε, έτσι απλά μια μέρα έφυγε, σαν να μην υπήρξε ποτέ. Άνοιξε το ψυγείο, σκέφτηκε κάτι να φάει, δεν πήγαινε τίποτα κάτω. Έβαλε λίγο κρασί, κόκκινο, το χρώμα που αγαπούσε, το χρώμα που μισούσε. Στάθηκε στο παράθυρο, σκέφτηκε να βγει, κάποιο σινεμά, κάποιο θέατρο, μπα, τίποτα δεν τις άρεσε, τίποτε δεν την εξέφραζε πια. Η μεγαλούπολη αργά και νωχελικά κοιμόταν, ασίγαστη, αμέριμνη. Τι περίμενε; Τι ήθελε;  Ένα δάκρυ κύλισε, κι έβρεξε την μελαγχολία στο κορμί της.  Κοίταξε το σπίτι της, ήταν κρύο, ήταν άδειο, σαν κι εκείνη.  Ξημέρωνε, ώρα έξι, κρατούσε μια βαλίτσα στο χέρι, έτοιμη από καιρό. «Που πάμε;», ρώτησε ο ταξιτζής. «Στο σταθμό υπεραστικών;». Απάντησε. «Ταξιδεύετε;» Ξαναρώτησε. «Αλλάζω ζωή». Απάντησε.      

 Οδυσσέας Νασιόπουλος

Βιογραφικό:

Ὁ Ὁδυσσέας Νασίοπουλος γεννήθηκε τὸ Σεπτέμβρη τοῦ 1982, σ ‘ἕνα ὁρεινό χωριό τῆς ἐπαρχίας Καλαμπάκας-Τρικάλων, ὀνόματι Κακοπλεύρι. Μαθήτευσε στην Καλαμπάκα, οἱ σπουδές του στὸ Τ.Ε.Ι. Κοζανής Ἡλεκτρολογίας, ἔμελλαν να μείνουν ἀνολοκλήρωτες, λόγῳ δυσμενῶν οἰκονομικῶν συγκηριῶν, και στροφῆς του προς τὸ γράψιμο, και δὴ τὴν ποίηση, διήγημα, σενάριο.Ἡ ἀδιάλλειπτη και συνεχής μελέτη τῶν ἀρχαίων Ἑλληνικῶν και τὸ διάβασμα, τὸν βοήθησαν, ὡς προς την βελτιώση τοῦ τρόπου γραφῆς. Ἔχει συμμετάσχει σὲ πλῆθος λογοτεχνικῶν διαγωνισμῶν πανελλήνιων και διεθνῶν ἀποσπώντας πολλά βραβεία, ἐπαίνους και τιμητικὲς διακρίσεις, ὅπως ἐπίσης καὶ συμμετοχές σ’ ανθολογίες και Λογοτεχνικά-Καλλιτεχνικά ἡμερολόγια. Ἡ «Ματαιοπονία», εἶναι ἡ πρώτη του ὁλοκληρωμένη ποιητικὴ συλλογή ποῦ ἔχει ἐκδοθεῖ, ὡς ἀποτέλεσμα, Α΄Βραβείου Πανθεσσαλικοῦ λογοτεχνικοῦ διαγωνισμοῦ τῶν Ἑκδόσεων Ἥρα Ἑκδοτική το 2012, στὸ Βόλο. Ζεῖ και ἐργάζεται στὰ Τρίκαλα, βοηθώντας στην οἰκογενειακή ἐπιχείρηση Ἀρτοποιεῖο. Ἡ «Πάλη για ἥλιο» εἶναι ἡ δεύτερη ποιητική του συλλογή που ἐκδίδεται, ἀπ’ τις  Πρότυπες Ἑκδόσεις Πηγή, Θεσσαλονίκη 2016.