Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος ονομάστηκε “Ο Μεγάλος Πόλεμος για τον τερματισμό όλων των πολέμων”, μέχρις ότου αυτή ή πομπώδης και απελπιστικά αφελής διακήρυξη διαψεύστηκε μόλις μερικές δεκαετίες αργότερα. Το αγωνιώδες μήνυμα ,ότι ο πόλεμος είναι η πιο ανόητη καταστροφή που μπορεί να προκαλέσει η ανθρωπότητα στον εαυτό της διατυπώθηκε επανειλημμένα στο σινεμά. Ανεπανάληπτα αριστουργήματα όπως το «Ουδέν Νεώτερον από το Δυτικό Μέτωπο» (1930) του Λούις Μάιλστοουν ,το «Σταυροί στο Μέτωπο» Στάνλεϊ Κιούμπρικ ή το «Ο Τζόνι πήρε το όπλο του»(1971) του Νταλτον Τράμπο αναφέρθηκαν στον «Μεγάλο Πόλεμο». Το «1917» είναι η αξιομνημόνευτη προσπάθεια του ικανού Άγγλου σκηνοθέτη Σαμ Μέντες να αναμετρηθεί με αυτούς τους μεγάλους δημιουργούς.

O -με αξιόλογη θεατρική προϋπηρεσία – Μέντες έκανε ένα εντυπωσιακό κινηματογραφικό ντεμπούτο με το «American Beauty»(1999) σαρώνοντας τα Όσκαρ. Με τη δεύτερη ταινία του «O δρόμος της απώλειας»(2002) επιβεβαίωσε το ταλέντο του, δημιουργώντας ένα φορμαλιστικό γκανγκστερικό έπος. Ακολούθησαν, το πολεμικό φιλμ «Σύρριζα»(2005), μια ταινία για τον Πόλεμο του Κόλπου, ο «Δρόμος της επανάστασης» (2008), ένα ρομαντικό δράμα που του χάρισε υποψηφιότητα για Χρυσή Σφαίρα Καλύτερης Σκηνοθεσίας και η κωμωδία “Αway We Go” (2009). To 2012 μεταπήδησε στην σκηνοθεσία blockbusters με την 23η ταινία Τζέιμς Μποντ, «Skyfall».Μετά την τεράστια εμπορική επιτυχία νομοτελειακά ήλθε και η 24η ,το μάλλον χλιαρής αποδοχής «Spectre» (2015).
Ο Μέντες εγκαταλείποντας τον «αήττητο υπεράνθρωπο» Μποντ επιστρέφει στις καταβολές του ,στον κινηματογράφο ως τέχνη, ως προσωπικό βλέμμα πάνω στον κόσμο. Το «1917» είναι βασισμένο στα απομνημονεύματα του παππού του, Άλφρεντ Μέντες, που υπηρέτησε ως αγγελιαφόρος στον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο .

Η ιστορία είναι απλή και η αφήγηση είναι δομημένη σαν ένα ταξίδι μέσα από μια εφιαλτική κόλαση. Η ημερομηνία είναι 6 Απριλίου 1917 .Η αεροπορική αναγνώριση των Άγγλων επιβεβαίωσε ότι η φαινομενική γερμανική υποχώρηση είναι προσποιητή και κρύβει μια φονική παγίδα . Ο στρατηγός Erinmore (Colin Firth) αναθέτει σε δύο δεκανείς μια αποθαρρυντική αποστολή: να προχωρήσουν σε διάστημα λίγων ωρών μέσα από τις γερμανικές γραμμές και να προειδοποιήσουν τον ταγματάρχη (Benedict Cumberbatch), ώστε να αποτραπεί μια ολομέτωπη επίθεση που θα οδηγούσε σε βέβαιη σφαγή 1.600 φαντάρους. «Αυτός που ταξιδεύει μόνος , ταξιδεύει ταχύτερα» τους απαντά βλοσυρά όταν του ζητούν συνοδεία. Αυτοί οι ατυχείς άντρες είναι ο Blake (Dean-Charles Chapman) και ο Schofield (George MacKay) . Ο πρώτος επιλέχθηκε επειδή ο αδελφός του είναι υπολοχαγός στο μέτωπο και ο τελευταίος γιατί βρέθηκε στο λάθος μέρος τον λάθος χρόνο.

Ο γήινοι και ανθρώπινοι ήρωες ,Blake και ο Schofield ταξιδεύουν μέσα σε ένα μετα-αποκαλυπτικό τοπίο με σπασμένα δέντρα, πτώματα στη λάσπη , κρατήρες από βόμβες , τεράστιους αρουραίους. Αλλά πρέπει να συνεχίσουν, παρά τον φόβο ,την ναυτία ,την φρίκη και την αίσθηση ματαιότητας που νοιώθουν. Τριγύρω τους συναντούν το χάος και την απώλεια ,ενώ κάθε λεπτό κινδυνεύουν από σφαίρες ελεύθερων σκοπευτών.

Ωστόσο μέσα στο έρεβος υπάρχουν και μικρές αναλαμπές ανθρωπιάς και τρυφερότητας που προσφέρει μια τρυφερή , ζεστή στιγμή στο μάτι της πολεμικής καταιγίδας. Ένας από τους άνδρες ,τραυματισμένος , βρίσκει καταφύγιο στην κρυψώνα μιας νεαρής Γαλλίδας .Έχει ένα βρέφος .Δεν είναι παιδί της, αλλά είναι η μόνη που έχει απομείνει για να το φροντίσει. Η γυναίκα περιθάλπει τις πληγές του και αυτός της δίνει την κονσέρβα του και το γάλα που είχε πάρει από ένα αγρόκτημα.

Στην πιο συγκλονιστική σεκάνς του φιλμ ένα γερμανικό αεροπλάνο καταρρίπτεται και πέφτει σχεδόν πάνω στους Blake και Schofield .Όταν ο Γερμανός πιλότος του φλεγόμενους αεροσκάφους , πεθαίνει και ικετεύει για λίγο νερό ,σε μια στιγμή ανθρώπινης συμπόνιας ο Schofield τρέχει για να του δώσει μερικές σταγόνες από μια σκουριασμένη αντλία. Αναπάντεχα πίσω από την πλάτη του – πίσω και από τις πλάτες του κοινού – συμβαίνει το πιο μοιραίο συμβάν της ιστορίας, εκτός κάμερας.

Ο Μέντες δεν έφτιαξε απλά ένα αντιπολεμικό φιλμ αλλά μια ελεγεία για τον παραλογισμό, την απώλεια, τη ματαιότητα, την απόγνωση αλλά και το αίσθημα καθήκοντος. Η σκηνοθεσία του είναι σχολαστική και ακριβής. Περιστέλλει το πολεμοχαρές «θέαμα» επιλέγοντας να μην δείξει εντυπωσιακές σκηνές μαχών αλλά τα οδυνηρά αποτελέσματα τους ,με τη φύση να στέκεται τραγικός μάρτυρας της πολεμικής παραφροσύνης.

Η δύναμη των εικόνων και των ήχων είναι υψηλής στάθμης. Ο σπουδαίος διευθυντής φωτογραφίας Roger Deakins (Blade Runner 2049,Fargo) πετυχαίνει έναν πραγματικό άθλο. Κινηματογραφεί , με την ψευδαίσθηση μονοπλάνου , δύο ανθρώπους που κινούνται συνεχώς μέσα σε ένα αδιάσπαστο χώρο . Απεικονίζει με πένθιμα απόκοσμα χρώματα απογοητευμένους στρατιώτες να περιφέρονται ως ζωντανοί-νεκροί σε μια γη πληγωμένη από ξύλο και σύρμα, οστά και αίμα . Η ρευστότητα της κίνησης της κάμερας κερδίζει την μέθεξη του θεατή που νοιώθει να βρίσκεται στο επίκεντρο της ιστορίας. Η παλλόμενη μουσική του Thomas Newman , χωρίς βομβαρδιστική ένταση, ντύνει αυτές τις ζοφερές εικόνες με διάχυτη μελαγχολία που αναμιγνύεται με τo προαίσθημα μιας μακρινής απειλής.

Ωστόσο αυτή η πολύ καλή ταινία έχει και φανερές αδυναμίες .Είναι τεχνικά λαμπρή αλλά και συναισθηματικά ισχνή και αδρανής. Υπάρχει σχηματικότητα στη διαδοχή των επεισοδίων και ένα τεχνητά επιβαλλόμενο σασπένς (θα φθάσει έγκαιρα το μήνυμα;) που αδυνατίζει το δράμα. Ο θεατής καταδύεται στη δαντική κόλαση των πολεμικών πεδίων ,καθηλώνεται από τις εικόνες αλλά σπάνια συγκινείται. Το ανθρωπιστικό αίτημα της ταινίας φαντάζει ταυτολογικό με τις εικόνες χωρίς να δημιουργεί επαγωγικά αποτελέσματα στο θυμικό του θεατή. Που είναι άραγε η αντιμιλιταριστική κραυγή του αβυσσαλέου Κιούμπρικ στους «Σταυρούς στο Μέτωπο»;