Τέρενς Μάλικ: Ένας πανθεϊστής auteur

Ο Τέρενς Μάλικ είναι μια από τις πιο αινιγματικές προσωπικότητες του κινηματογράφου .Ασύγκριτος οπτικός στιλίστας , εμφανίστηκε κατά τη διάρκεια της χρυσής εποχής της δεκαετίας του 1970 στην αμερικανική παραγωγή ταινιών, φέρνοντας στην οθόνη μια ονειρική, αιθέρια ομορφιά που συνδυάζεται με ελλειπτική, συχνά γριφώδη αφήγηση. Οι ταινίες του φωτίζουν τα θέματα του έρωτα ,της ζωής και του θανάτου με μια σπάνια κυριαρχία στα εκφραστικά μέσα, με ανεξίτηλες εικόνες που διακρίνονται  για την οικονομία και την ακρίβεια τους.

Το πρώτο του φιλμ «Badlands»(1973)  είναι ένα εντυπωσιακό cult movie  ,ενώ οι «Μέρες ευτυχίας»(1978) ένα οπτικά μαγευτικό αγροτικό δράμα .Στη συνέχεια ο Μάλικ χάθηκε δηλώνοντας ότι δεν θα ξανασκηνοθετήσει. Παρόλα αυτά δούλευε στη σκιά,  μεταξύ ΗΠΑ και Παρισιού. Η επιστροφή  του μετά από 20 ολόκληρα χρόνια με το  συγκλονιστικό αντιπολεμικό έπος «Η λεπτή κόκκινη γραμμή»(1998) εστιάζει στην καταστροφική επίδραση του πολέμου τόσο στη Φύση όσο και στους στρατιώτες που ωθούνται στη μάχη. Στον «Άγνωστο  Κόσμο»(2005) εξερευνά τα άθικτα εδάφη της Βόρειας Αμερικής και το πώς ο αυτόχθονος πληθυσμός ζούσε σε αρμονία  με τη Φύση μέχρι να φτάσουν οι Ευρωπαίοι αποικιστές.

Αν και χρειάστηκαν περισσότερα από 32 χρόνια για να πραγματοποιήσει τις τέσσερις πρώτες ταινίες του, η δεκαετία του 2010 αποδείχθηκε υπερπαραγωγική για τον Μάλικ. Τα φιλμ «Το Δέντρο της Ζωής»(2011), «To wonder»(2013), «Knight of Cups»(2015), «Song to Song»(2017), είναι στην πραγματικότητα  ενδιαφέροντα αλλά ημιτελή θραύσματα μνήμης και όχι πλήρεις αφηγήσεις. Συνιστούν μια ενιαία ,ιμπρεσιονιστικής αισθητικής , πλατφόρμα κινηματογραφικών διαλογισμών για τους τόπους ,τις εμπειρίες και τις επιθυμίες της ζωής. Εξάλλου ο Μάλικ ένας από τους ελάχιστους σκηνοθέτες  που έχει την ικανότητα να κατακτήσει το αιθέριο ύφος και την οπτική ποίηση που  ταιριάζει σε ένα τόσο υπερβατικό στόχο. Αν εξαιρέσουμε το  βραβευμένο «Δέντρο της Ζωής» οι άλλες τρεις ταινίες δεν άγγιξαν κριτική και κοινό ,αν και αξίζει να επανεκτιμηθούν .

Θρησκευτική εμπειρία

Μετά την  αποτυχία των τριών τελευταίων ταινιών του φαίνεται ότι ο Μάλικ αισθάνθηκε ότι ξεπέρασε τα όρια του με την εμμονή του να εκφράζεται με μη αφηγηματικά πειράματα. Στη νέα ταινία του «Μια κρυφή ζωή» επιστρέφει στην περιοχή της συμβατικής αφηγηματικής δομής. Πρόκειται για μια βιογραφική ταινία , για τον Αυστριακό αγρότη  Franz Jägerstätter, ένα σπάνιο άνθρωπο που επέλεξε να ζει ευσυνείδητα ,έναν αφοσιωμένο καθολικό που αρνήθηκε να δηλώσει πίστη στους Ναζί κατά τον Β ‘Παγκόσμιο Πόλεμο.

Το 1939, ο Franz ( August Dieh) διάγει μια ζωή ειδυλλιακής οικιακής ευδαιμονίας ,μέσα στην μαγευτική ορεινή φύση, με τη σύζυγό του Fani (Valerie Pachner), τις τρεις νεαρές κόρες του  και τη μητέρα του (Karin Neuhäuser) στην απομακρυσμένη και ήρεμη ορεινή πόλη St. Radegund των Αυστριακών Άλπεων.

Αν και η Γερμανία είχε προσαρτήσει την Αυστρία το 1938 και ο Χίτλερ είχε έρθει στην εξουσία το 1933, ο Franz και η οικογένειά του παραμένουν σχετικά ανεπηρέαστοι από τον πόλεμο .Ωστόσο ο νέος δήμαρχος είναι φιλοναζιστής και τα στρατιωτικά αεροπλάνα αρχίζουν να σκιάζουν τον ουρανό. Ο Franz παρουσιάζεται για την βασική στρατιωτική εκπαίδευση, αν και πιστεύει ότι η Γερμανία διεξάγει ένα άδικο πόλεμο. Μετά την παράδοση της Γαλλίας, ο Franz  μαζί με άλλους επιστρέφουν  στα σπίτια τους, με απαλλαγή που χορηγείται στους αγρότες. Δεν κρύβει  την απέχθεια του για τον Χίτλερ και ανησυχεί για την ημέρα που θα ανακληθεί για να υπηρετήσει. Όταν τον χαιρετούν στο δρόμο  με έναν υποχρεωτικό “Heil Hitler” αποκρίνεται με το απαξιωτικό “Pfui  Hitler”. Όμως ο πόλεμος τραβά σε μάκρος και ο Franz καλείται ξανά. Πρέπει να ορκιστεί πίστη στον Χίτλερ και στο Τρίτο Ράιχ .Αρνείται να το κάνει παρά την παρότρυνση των γειτόνων του, του δήμαρχου (Karl Markovics) και του επισκόπου του Σάλτσμπουργκ (Michael Nyqvist) .Γίνεται παρίας , οι χωρικοί, που τον χαρακτηρίζουν προδότη, στρέφονται κατά της οικογένειας. Συνειδητοποιεί ότι αν επιμείνει στην άρνηση του μπορεί να συλληφθεί και να καταδικαστεί σε θάνατο . Η στάση του Franz είναι βαθιά ηθική, αλλά η ηθική του βασίζεται στις θρησκευτικές του πεποιθήσεις. Παρόλα αυτά έρχεται σε σύγκρουση με την επίσημη εκκλησία που έχει ενδώσει στον ναζισμό. Ο Franz νοιάζεται περισσότερο για την ψυχή παρά για το σώμα του και είναι πρόθυμος να θυσιάσει το τελευταίο για να σώσει το πρώτο.

Κατά μια έννοια ο  Μάλικ αναγνωρίζει στον Franz κάτι από τον εαυτό του. Είναι και αυτός ένας αντιρρησίας συνείδησης,  σε καλλιτεχνικό επίπεδο. Αν ήθελε ,θα μπορούσε εύκολα να χαράξει μια εμπορικά επιτυχημένη καριέρα στο Χόλιγουντ ως δημιουργός ρηχών και συμβατικών μελοδραμάτων  (όπως π.χ. ο Σπήλμπεργκ) που θα σάρωναν στα Oscar. Αυτός όμως παραμένει ασυμβίβαστος στην μοναχική του διαδρομή ,στο προσωπικό του ύφος , ανεξάρτητα από τις συνέπειες.

Η αισθητική γλώσσα της ταινίας ταιριάζει με την φιλοσοφία του δημιουργού της .Είναι ποιητική, ελεγειακή, γλαφυρή.  Ο Μάλικ και ο κινηματογραφιστής του, Jörg Widmer  χρησιμοποιούν ευρυγώνιους φακούς, που αλλοιώνουν τα όρια του πλαισίου και αυξάνουν τα ύψη, μετατρέποντας το υπέροχο τοπίο του Radegund σε ένα είδος πνευματικού πεδίου μάχης. Καταπράσινοι λόφοι, οφιοειδείς δρόμοι , πυκνά δάση ,συννεφιασμένα βουνά δημιουργούν ένα αδιάσπαστο σύστημα που μοιάζει να περικλείει όλη τη πλάση. Ο συνδυασμός συμμετρίας και παραμόρφωσης δημιουργεί  μαγευτικές οπτικές συνθέσεις, θυμίζοντας  τοιχογραφίες στα κοίλα ταβάνια των εκκλησιών που καμπυλώνονται προς μια κεντρική, ουράνια μορφή.  Η κάμερα συχνά στρέφεται προς τα πάνω , προς τον ουρανό όπου βρίσκεται ο θρόνος του Θεού.

Ο  Μάλικ δεν μένει στην επιφάνεια .Συνθέτει βαθιά ερωτήματα, ανιχνεύει το ηθικό υπόβαθρο του ήρωα του. Μένει πιστός στην πανθεϊστική φιλοσοφία του: ο κόσμος, η φύση, είναι ο κήπος της Εδέμ , οι άνθρωποι με τα όπλα οι καταστροφείς του. Με ειλικρινή λόγο και οπτικό μεγαλείο υφαίνει οργανικά τα θεματικά του δίπολα: φύση και άνθρωπος,  προσωπικό και οικουμενικό , θρησκευτικό στοιχείο και  φιλοσοφικός υπαρξισμός .

«Τι συνέβη στη χώρα μας; Στον τόπο που αγαπάμε;» ακούγεται στην ταινία. Είναι ένα αγωνιώδες ερώτημα που έχει διατυπωθεί σε πολλά μέρη , σε πολλές ιστορικές στιγμές. Με την «Κρυφή Ζωή»  ο Μάλικ μοιάζει να απαντά: Ο Φύση δεν πεθαίνει. Ζει με την δική της νομοτέλεια, αδιαφορώντας για την ανθρώπινη βαρβαρότητα. Και ακόμη κι αν η ανθρωπότητα εξαφανιζόταν , ο πλανήτης Γη θα μπορούσε να θεραπεύσει τις πληγές που του προξένησε το πολεμοχαρές θηρίο, που λέγεται άνθρωπος.