“We could never have loved the earth so well if we had had no childhood in it…” George Eliot 

Οι «Μικρές Κυρίες», γραμμένες και  σκηνοθετημένες από την Greta Gerwig φέρνουν ξανά το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα της Louisa May Alcott στην μεγάλη οθόνη, μετά από είκοσι πέντε χρόνια. Το κλασικό έργο ,αγαπημένο πολλών γενεών ,γράφηκε το 1868 και διασκευάστηκε για τον κινηματογράφο αρκετές φορές στο παρελθόν :το 1933 από τον George Cukor,το 1949 από τον Mervyn LeRoy και το 1994 από την Gillian Armstong.

Η πλοκή της ταινίας διαδραματίζεται στην δεκαετία του 1860 ,κατά την διάρκεια και αμέσως μετά τον Αμερικανικό Εμφύλιο. Παρακολουθεί τις ζωές τεσσάρων αδελφών –της ατίθασης Jo (Saoirse Ronan), της γλυκιάς Meg (Emma Watson), της συντηρητικής Beth (Eliza Scanlen) και της μικρής Amy (Florence Pugh). Κάθε μια έχει να διαχειριστεί  δύο βασικές αιτίες ανασφάλειας: τη διαβίωση σε ένα σπίτι χωρίς την παρουσία του πατέρα (που έχει φύγει για να πολεμήσει στον αμερικανικό εμφύλιο) και την ενηλικίωση της σε μια καθαρά ανδροκρατούμενη κοινωνία .Κάθε κορίτσι πλάθει τα δικά του όνειρα για το μέλλον. Κάποια  θα πετύχουν τους στόχους τους. Για άλλα η μοίρα θα επιφυλάξει δύσβατη διαδρομή. Και άλλα θα ωριμάσουν ανακαλύπτοντας τις αναπάντεχες ανατροπές της ζωής, που οδηγούν στον συμβιβασμό με την πραγματικότητα.

Αν υπήρχαν κάποιες αμφιβολίες για το σκηνοθετικό ταλέντο της Greta Gerwig ,αυτές διαλύονται με το νέο της φιλμ  . Το ντεμπούτο της, «Lady Bird»(2017) , ήταν μια καθαρή απόλαυση .Ωστόσο αυτή η διασκευή της σε μια πασίγνωστη ιστορία την καθιερώνει σαν μια από τις ελπιδοφόρες σκηνοθέτιδες στα λιμνάζοντα νερά του Αμερικάνικου κινηματογράφου. Η Gerwig κάνει τολμηρές επιλογές  που κάνουν αυτή την προσαρμογή να διαφοροποιείται τόσο από το βιβλίο όσο και από τις προγενέστερες διασκευές. Υιοθετεί μια μη γραμμική αφήγηση  που παλινδρομεί ανάμεσα σε δύο χρονικές περιόδους: στην ενήλικη ζωή των αδελφών Μαρτς και στο παρελθόν της  εφηβικής τους ηλικίας. Έτσι τεμαχίζει την ενιαία πλοκή του βιβλίου σε δύο συνυφασμένα μέρη, επινοώντας μια οπτική γλώσσα για να το πετύχει.  Η κοριτσίστικη ενέργεια και ανεμελιά κατακλύζει τις ζεστά φωτεινές σκηνές της παιδικής κι εφηβικής ηλικίας. Επτά χρόνια αργότερα κυριαρχεί ένα ψυχρό γαλαζωπό χρώμα. Οι  εύθραυστες σκηνές μαρτυρούν τους επώδυνους συμβιβασμούς και τα ματαιωμένα όνειρα . Αυτή η εναλλαγή  δημιουργεί υπόγεια δραματουργική ένταση,  που προοδευτικά αυξάνεται και διαποτίζει την οθόνη.

Ωστόσο, εκεί που η Gerwig αριστεύει  είναι στις θαυμάσιες ερμηνείες που αποσπά για  τους βασικούς και τους δευτερεύοντες ρόλους. Κατορθώνει να συνθέσει τα πορτρέτα των τόσο διαφορετικών κοριτσιών, που η καθεμία τους εκπροσωπεί μία πλευρά της γυναικείας φύσης. Η Ronan διαθέτει το φυσικό χάρισμα να αναδεικνύει τον θηλυκό νευρωτισμό, ενώ ο ευαίσθητα γοητευτικός Timotée Chalamet, μας μεταφέρει μια περίεργη πολυπλοκότητα στο ρόλο του εγγονού του εύπορου γείτονα Laurie.  Όμως  αυτή που κυριαρχεί στην οθόνη σε κάθε εμφάνιση της  είναι η Laura Dern, στο ρόλο της μητέρας των κοριτσιών.

Όσο για την καλλιτεχνική διεύθυνση είναι υποδειγματική ,για ταινία εποχής. Τα σκηνικά και τα κοστούμια είναι απόλυτα πειστικά και εκθαμβωτικά όμορφα .Τα μεγάλης διάρκειας και εικαστικής πλαστικότητας πλάνα δημιουργούν την αίσθηση των κινούμενων πινάκων ζωγραφικής που πλαισιώνουν αριστοτεχνικά την κάθε στιγμή.

Οι «Μικρές Κυρίες» είναι μια ,σκηνοθετημένη με φροντίδα και έμπνευση,  ιστορία  ενδυνάμωσης, αποφασιστικότητας και ωρίμανσης. Η  Gerwig δεν καθηλώθηκε από το βάρος της ευθύνης για μια φιλολογική υπερπαραγωγή του κλασικού βιβλίου της Alcott . Επέλεξε σοφά  μια πιο  ελεύθερη, ευέλικτη, ανορθόδοξη οπτική χωρίς οι  αισθητικά λαμπρές εικόνες της να περισφίγγουν υπερβολικά τις  δραματικές σκηνές. Ωστόσο η  βαθιά ανθρώπινη συγκίνηση λείπει από την , κατά τα άλλα, όμορφη αυτή ταινία.