Την θυμάμαι, είχε, ντυθεί πριγκίπισσα της νύχτας ή μάλλον πιότερο έμοιαζε με θεά αρχαίας λατρείας, μούσα, και νεράιδα με κατάλευκο φόρεμα, κι χρυσό περιδέραιο που έλαμπε στο φως σαν όνειρο απατηλό, ήταν τόσο νέα, τόσο όμορφη, σαν κούκλα από πορσελάνη που φοβόσουν, μη σου σπάσει. Κι ‘κείνος εκεί, παράμερα έκθαμβος την κοιτούσε, ντυμένος κάτι ανάμεσα αρλεκίνος ή παλιάτσος με ψεύτικο χαμόγελο, ίσως και ήρωας αρχαίας ιστορίας με πλαστική πανοπλία κι ασπίδα από χαρτόνι κι αστεία περικεφαλαία έτσι φάνταζε εκείνη την περίσταση, όπως κάθε μέρα, σαν ιλαροτραγωδία κοινωνία και πατρίδα. Εκεί καθηλωμένος μ’ ένα ποτήρι μπύρα που όλο έλεγε, να τελειώσει και ατελείωτη έμενε, την κοιτούσε πως συνομιλούσε, πως χόρευε μεταξύ πολλών, πως χαμογελούσε αθέλητα, ηθελημένα ανοιχτή καρδιά με όλους, με κανέναν, να ξεχωρίζει απλή κι ωραία.

Το θυμάμαι, στο ετήσιο αποκριάτικο πάρτι της λέσχης φίλων και αγνώστων, ήτανε όλοι μασκοφορεμένοι αληθινό εαυτό για μια του κόσμου φορά που μεθά την χαρμολύπη. Όλοι εκεί έβγαζαν το κρυμμένο είναι τους, μέχρι που έλεγες αν η αλήθεια τους είναι αυτή που ξεσπά στης μάσκας την απενοχοποιημένη αφορμή για μια και μόνο στιγμή.

Το θυμάμαι, πως ποτέ δεν του άρεσαν τα πάρτυ της μάσκας, έπινε μόνο, έτσι για το καλό των φίλων, σπάνια χόρευε μιξαρισμένα τραγούδια, ήχοι αρμονίας, δυσαρμονίας ανάκατα, αλλότρια, ξενικά και δικά, πιότερο ουρλιαχτά που σου ξεκουφέναν την χαρά. Ήθελε, να φύγει, μα ήθελε, και να την κοιτά. Θυμήθηκε ξανά τ’ αλλοτινά καρναβάλια παιδί ακόμα, με τα σατυρικά άρματα στα γεγονότα κι πρόσωπα των ημερών στους δρόμους, με τους ξέφρενους χορούς σε ξενικούς ρυθμούς, και τις εξωτικές χορεύτριες να λικνίζονται πάνω στις πρόχειρες εξέδρες τότε στα χρόνια της πλαστής αφθονίας, πόσο αταίριαστα φάνταζαν με τα ήθη κι έθιμα πατρογονικά. Είχαν την γοητεία τους βέβαια, παράλληλα και το παράφωνο μιας απνευμάτιστης παρακμής.

Κι ό, τι κρατούσαν ήταν το γαϊτανάκι που χόρευαν, έπλεκαν, ξέπλεκαν, νέοι και νέες τους κύκλους του θανάτου, της ζωής. Ύστερα το βράδυ, μαζεμένοι, καίγανε τον βασιλιά καρνάβαλο στο μέσο της πλατείας και πάνω έσκαγαν βεγγαλικά οράματα μιας ουτοπικής εποχής. Βέβαια κάπου αλλού ντυνόταν παραδοσιακά θεάματα, ως άλλοι βάκχοι, εν είδει ζωντανής ανάμνησης στης παραστάσεις του δρόμου, τραγουδούσαν σκωπτικά άσματα, θυμηδίες, και χόρευαν χέρι με χέρι του κύκλου τους χορούς, γύρω απ’ τις εξαγνιστικές φωτιές που τους λέγαν φανούς, στις γειτονίες, πιστοί σε μια άλλη αρχέγονη Ελλάδα, και ξεσήκωναν τα πνεύματα του θανάτου, της ζωής.

Το θυμάμαι, πως πέρασαν τα χρόνια, πως χάθηκαν οι εποχές, σαν ξεραμένα φύλλα, σαν μαραμένα μοσχομυρωμένα λουλούδια, μια ζωή ταξίδια, σκόρπισαν παντού το άρωμά τους. Κουράστηκαν ν΄ ακούνε τα ίδια ανερμάτιστα τραγούδια, σαν ηλεκτρονικές παρεμβολές. Κι αποζητούν πλεόν την λύτρωση οι ψυχές στις μνήμες, τις απλήρωτες του χτες.

Γέρασε εκείνος, γέρασε εκείνη, οι ρυτίδες χαρακιές, χρόνια κι εμπειρίες, μοναξιές στα καρναβάλια του κόσμου που είπανε ζωή μας. Μια μάσκα το σώμα που φορείς και καλύπτει σώμα της ψυχής το μεταξύ σάτιρας και τραγωδίας το θέατρο σκιών εσύ να είσαι ο πρωταγωνιστής στην σκηνή πραγματικότητα, την αποκριάτικη γιορτή του θανάτου, της ζωής. Το θυμάμαι, δεν κάνω λάθος, ήμουν ο μόνος που σε είδα δίχως μάσκα, μου την είχες χαρίσει, κι είχες φύγει. Για να μη δω τα μάτια της αγάπης, που θα λύτρωνε τον κόσμο μας, από τότε την αναζητώ στα καρναβάλια των ανθρώπων. 

Οδυσσέας Νασιόπουλος

 

Βιογραφικό:

Ὁ Ὁδυσσέας Νασίοπουλος γεννήθηκε τὸ Σεπτέμβρη τοῦ 1982, σ ‘ἕνα ὁρεινό χωριό τῆς ἐπαρχίας Καλαμπάκας-Τρικάλων, ὀνόματι Κακοπλεύρι. Μαθήτευσε στην Καλαμπάκα, οἱ σπουδές του στὸ Τ.Ε.Ι. Κοζανής Ἡλεκτρολογίας, ἔμελλαν να μείνουν ἀνολοκλήρωτες, λόγῳ δυσμενῶν οἰκονομικῶν συγκηριῶν, και στροφῆς του προς τὸ γράψιμο, και δὴ τὴν ποίηση, διήγημα, σενάριο.Ἡ ἀδιάλλειπτη και συνεχής μελέτη τῶν ἀρχαίων Ἑλληνικῶν και τὸ διάβασμα, τὸν βοήθησαν, ὡς προς την βελτιώση τοῦ τρόπου γραφῆς. Ἔχει συμμετάσχει σὲ πλῆθος λογοτεχνικῶν διαγωνισμῶν πανελλήνιων και διεθνῶν ἀποσπώντας πολλά βραβεία, ἐπαίνους και τιμητικὲς διακρίσεις, ὅπως ἐπίσης καὶ συμμετοχές σ’ ανθολογίες και Λογοτεχνικά-Καλλιτεχνικά ἡμερολόγια. Ἡ «Ματαιοπονία», εἶναι ἡ πρώτη του ὁλοκληρωμένη ποιητικὴ συλλογή ποῦ ἔχει ἐκδοθεῖ, ὡς ἀποτέλεσμα, Α΄Βραβείου Πανθεσσαλικοῦ λογοτεχνικοῦ διαγωνισμοῦ τῶν Ἑκδόσεων Ἥρα Ἑκδοτική το 2012, στὸ Βόλο. Ζεῖ και ἐργάζεται στὰ Τρίκαλα, βοηθώντας στην οἰκογενειακή ἐπιχείρηση Ἀρτοποιεῖο. Ἡ «Πάλη για ἥλιο» εἶναι ἡ δεύτερη ποιητική του συλλογή που ἐκδίδεται, ἀπ’ τις  Πρότυπες Ἑκδόσεις Πηγή, Θεσσαλονίκη 2016.