Ένα ποίημα από τον σκουπιδότοπο, μια κραυγή από τον βάλτο

Ο David Gordon Green είναι o πιο πρωτοποριακός και ανορθόδοξος Αμερικανός σκηνοθέτης που εμφανίστηκε στις αρχές του 21ου αιώνα. Στα πρώιμα έργα του παρουσίασε μια ενστικτώδη απεικόνιση του τοπίου και του πληθυσμού του Αμερικανικού Νότου. Απέρριψε την παραδοσιακή αφηγηματική δομή και ανάπτυξη  χαρακτήρων σε τέτοιο βαθμό ώστε στις  3 πρώτες ταινίες του  να είναι άμεσα αναγνωρίσιμο το εντελώς προσωπικό του ύφος. Αυτό φαντάζει λογικό καθώς σε νεαρή ηλικία έβλεπε με  θρησκευτική ευλάβεια ταινίες όπως τα «Walkabout», «Killer of Sheep» αλλά και τις ταινίες του Terrence Malick.

To “George Washington”(2000) ,το εντυπωσιακό σκηνοθετικό ντεμπούτο του Green ,δεν είναι μια τέλεια εστιασμένη ταινία . Έχει ψεγάδια, αρρυθμίες ,πλατειασμούς. Ωστόσο κουβαλά το ξάφνιασμα ενός ευαίσθητου βλέμματος  , παρασάγγες μακριά από το Χολιγουντιανό σινεμά του ποπ κορν.

Βρισκόμαστε στη Βόρεια Καρολίνα, σε ένα τοξικό  βιομηχανικό τοπίο. Υπάρχουν σκονισμένοι δρόμοι, εγκαταλελειμμένα παλιά αυτοκίνητα, σπασμένες τηλεοράσεις , άδεια  βαρέλια πετρελαίου, με γρασίδι και αγριόχορτα να φυτρώνουν ανάμεσα στα σκουπίδια. Οι μπουλντόζες σαρώνουν ένα ωκεανό από σκουριασμένα παλιοσίδερα . Όλα περνούν πιο αργά και από κουρασμένο φορτηγό που διασχίζει τον δρόμο κάτω από τον καυτό ήλιο.

Η ταινία ακολουθεί μια ομάδα αγοριών και κοριτσιών που ξοδεύουν άσκοπα το χρόνο τους  ,προσπαθώντας να ξεγελάσουν την δυστυχία τους. Τα αγόρια παίζουν και συνομιλούν ανάμεσα σε σωρούς σκουπιδιών και μεταλλικών απορριμμάτων . Τα κορίτσια διασκεδάζουν μιλώντας για τις ρομαντικές  εμπειρίες τους. Μερικά παιδιά είναι μαύρα, άλλα είναι λευκά. Είναι φίλοι. Είναι ειλικρινείς μεταξύ τους. Χωρίς να το συνειδητοποιούν , ενεργούν σαν να είναι μέρος μιας μεγάλης διαφυλετικής οικογένειας. Δορυφορικά  στα παιδιά περιφέρεται  μια ομάδα λευκών ενηλίκων που εργάζονται βαριεστημένα στον σκουπιδότοπο. Η απεικόνιση τους είναι ζοφερή .Ο Green τους καταδεικνύει σαν συνυπεύθυνους για  τη θλιβερή κατάσταση των παιδιών και της περιοχής.

Τον ρόλο της αφηγήτριας αναλαμβάνει  η  δωδεκάχρονη Nasia (Candace Evanofski) , θυμίζοντας τη φωνή της Linda Manz στις «Μέρες ευτυχίας» του  Malick. Η Nasia μόλις χώρισε  με τον  Buddy (Curtis Cotton III),που τον  θεωρεί ανώριμο. Την προσελκύει ο George Richardson (Donald Holden) ,ένα 13χρονο αγόρι πολύ  ήσυχο ,ευαίσθητο και  ονειροπόλο. Διαθέτει μια ήρεμη εσωτερική δύναμη και έναν αφελή ιδεαλισμό . «Μερικές φορές το μόνο που ξέρω είναι ότι θέλω είναι να είμαι ο ισχυρότερος άνθρωπος στον κόσμο» λέει. Η Nasia τον εμπιστεύεται τόσο που τον αποκαλεί Τζορτζ Ουάσινγκτον και τον βλέπει ως κάποιον με τον οποίο θα μπορούσε να ζήσει για πάντα. Ωστόσο ο George είναι ευάλωτος, έχει ευαίσθητο  κρανίο και πρέπει να φορά  διαρκώς  προστατευτικό κράνος.Υπάρχει και ο αγαθός-γίγαντας Vernon (Damian Jewan Lee) που δεν θέλει να βλέπει τον φίλο του, Buddy θλιμμένο. Ο Vernon συνθέτει ένα αταίριαστο ζευγάρι με την μικροκαμωμένη Sonya (Rachael Handy), ένα 9χρονο ξανθό κορίτσι που τον βοηθά  σε μια κλοπή αυτοκινήτου.

Κάποια  μέρα, μερικά από τα παιδιά εισέρχονται σε ένα εγκαταλελειμμένο λούνα παρκ. Εκεί θα συμβεί ένα ατύχημα που θα αλλάξει ανεπανόρθωτα τη ζωή τους. Η ομάδα θα διαλυθεί και το κάθε ένα παιδί θα ψάξει για την ταυτότητά του μπαίνοντας βίαια στη  διαδικασία της ωρίμανσης.  Ο George θα εκδηλώσει μια αυξανόμενη εμμονή με τον ηρωισμό. Με κίνδυνο της υγείας του θα σώσει ένα αγόρι από βέβαιο πνιγμό.

To ’George Washington” είναι ένα φιλμ σπάνιας αυθεντικότητας και ευαισθησίας .Συνδυάζει την καθαρότητα των πρώτων ταινιών του Gus Van Sant και την οπτική κομψότητα των ταινιών του Malick. Αποτελεί μια διασταύρωση του «Gummo»(1997) του Harmony Korine και των «Μερών Ευτυχίας»(1978) του Malick, δύο μεγάλων ταινιών που χρησιμοποιούν παρόμοια διάθεση και ύφος . Και ενώ οι «Μέρες Ευτυχίας» υπογράμμιζαν την ομορφιά και το «Gummo» επικεντρώθηκε στην ασχήμια, το «George Washington» βρίσκεται κάπου ενδιάμεσα. Είναι μια ταινία που προσπαθεί να βρει ομορφιά σε έναν κόσμο που την καταστρέφει. Σε μια πόλη -φάντασμα τα σπίτια θυμίζουν παράγκες, τα  μαγαζιά είναι κλειστά και η πλατεία της πόλης προκαλεί κατάθλιψη.  Τίποτα δεν είναι όμορφο, και όμως τίποτα δεν είναι αποκρουστικό. Ακόμα κι αυτό το ρυπαρό τοπίο, ιδωμένο με  τα αθώα και άπειρα μάτια της παιδικής ηλικίας, έχει μια αίσθηση λαμπρότητας.

Ο Green και ο κινηματογραφιστής του Tim Orr  συνεργάστηκαν  με μη επαγγελματίες ηθοποιούς και χρησιμοποίησαν αυτοσχεδιαστικό διάλογο. Η ευέλικτη επεισοδιακή  δομή επιτρέπουν στο χρόνο  και όχι σε συγκεκριμένα γεγονότα  ,να διαμορφώσουν την αφήγηση  αποτρέποντας την ολίσθηση στο μελόδραμα .Το φιλμ γυρίστηκε χρησιμοποιώντας  φυσικό φως και με την απλότητα και το ρεαλισμό του θυμίζει ντοκιμαντέρ. Κάθε πλάνο του είναι σκόπιμο. Κάθε εικόνα και κάθε αντικείμενο στο φόντο φαίνεται να υπάρχει για κάποιο λόγο, μέρος του ψηφιδωτού που κάνει την ταινία αυθεντική ,γήινη και ταυτόχρονα απόκοσμη. Αυτή δεν είναι μια ταινία για μια συναρπαστική περιπέτεια ή για νεαρούς ήρωες που κάνουν εξαιρετικά κατορθώματα. Είναι μια ταινία για την ενηλικίωση και την ξαφνική συνειδητοποίηση ότι η ζωή είναι ένα πολύτιμο δώρο που μπορεί να χαθεί σε μια στιγμή.

Υπάρχει μια συγκλονιστική σκηνή  περίπου στο μέσο της ταινίας .Τα παιδιά παίζουν σε ένα εγκαταλελειμμένο κτίριο και ένα από αυτά τραυματίζεται σοβαρά. Καθώς το αίμα αναβλύζει από το σώμα του , παίρνει ένα ραβδί και χτυπά  με μανία τον τοίχο  ξανά και ξανά. Απεγνωσμένα παλεύει με τον θάνατο ενώ νοιώθει τη ζωή να τον εγκαταλείπει .Αυτό το σπαρακτικό σφυροκόπημα είναι η λυρική πινελιά  που μετατρέπει μια απλή σκηνή σε  κινηματογραφική ποίηση.