Ένας παραγνωρισμένος δημιουργός

O Basil Dearden(1911 – 1972) είναι ίσως  ο πιο παραγνωρισμένους Άγγλος σκηνοθέτης . Από το 1949 έως το 1971, συνεργάστηκε με τον παραγωγό Michael Relph και κέρδισε αρκετά  βρετανικά κινηματογραφικά βραβεία για το οιονεί ντοκυμαντέρ «The Blue Lamp» (1950) και το φυλετικά φορτισμένο ρομαντικό μελόδραμα «Sapphire» (1959). O Basil Dearden Δεν είχε ένα αναγνωρίσιμο προσωπικό ύφος αλλά ήταν εξαιρετικός τεχνίτης και βαθιά προοδευτικός άνθρωπος. Είχε την ικανότητα να μεταπηδά σε διαφορετικά κινηματογραφικά είδη: από κωμωδίες («Smallest Show on Earth»), , ψυχολογικά δράματα («Victim») , μυστήρια δολοφονιών («Woman of Straw») και  ιστορικά έπη («Khartoum») με την ίδια επιτυχία. Η καριέρα του  τερματίστηκε αδόκητα το 1971 όταν σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα σε ηλικία μόλις 60 ετών.

Κυνηγοί και θηράματα

Η εναρκτήρια σεκάνς του «Εκβιαστή» κυριολεκτικά κόβει την ανάσα . Η ελλειπτική δομή και η αίσθηση μιας μυστηριώδους απειλής θυμίζουν το ύφος του Lang και του Hitchcock . Η νευρική  κάμερα  καταγράφει γερανούς και σκαλωσιές ενός γιγαντιαίου εργοταξίου στο οποίο φτάνει ένα αστυνομικό αυτοκίνητο. Βλέποντας το, ένας νεαρός εργαζόμενος  – ο Boy Barrett (Peter MC Ennery)- τρέχει σαν κυνηγημένο αγρίμι ,φέρνοντας στο νου τον James Mason στο “Odd man out” του Carol Reed. Είναι μόνος και απελπισμένος σε έναν εχθρικό και απειλητικό κόσμο. Τα απανωτά τηλεφωνήματα ,που κάνει στη συνέχεια ,παραμένουν αναπάντητα. Όλοι  ενοχλούνται από την παρουσία του ,όλοι του γυρίζουν την πλάτη .Η σύντροφος ενός  φίλου του τον αντιμετωπίζει με απέχθεια και περιφρόνηση. Γιατί άραγε; Ποια ενοχή τον στιγματίζει;

Ο Melvin Farr (Dirk Bogarde) είναι ένας προβεβλημένος μεσήλικας δικηγόρος , παντρεμένος με κόρη δικαστή και υποψήφιος για την περίοπτη  θέση του νομικού συμβούλου της βασίλισσας. Ο Farr κάνει ό, τι μπορεί για να αποφύγει τα ενοχλητικά τηλεφωνήματα του  Barrett . Λίγο καιρό αργότερα, ο Barrett συλλαμβάνεται από την αστυνομία και κατηγορείται για κλοπή χρημάτων από την κατασκευαστική εταιρεία στην οποία εργαζόταν. Οι αστυνομικοί υποπτεύονται  ότι  ο Barrett εκβιάζεται, αλλά αποτυγχάνουν να  του εκμαιεύσουν την αλήθεια . Όταν  ο Farr μαθαίνει ότι  ο Barrett κρεμάστηκε στο κελί του , καταλαβαίνει τι έχει συμβεί. Πριν από λίγο καιρό διατηρούσε μια πλατωνική σχέση με  τον Barrett . Κάποιος πρέπει να  το είχε μάθει και  εκβίαζε τον νεαρό. Ο Farr είναι  ευτυχισμένος στο γάμο του, αλλά στο παρελθόν είχε μια ομοφυλοφιλική σχέση  με ένα συμφοιτητή του. Η σύζυγός του Laura (Sylvia Syms) το γνώριζε πριν τον παντρευτεί και πίστευε ότι ο γάμος θα τον βοηθήσει να ξεπεράσει την έμφυτη κλίση του. Ωστόσο σοκάρεται όταν μαθαίνει για την τωρινή του σχέση . Ό Farr νοιώθει ένοχος και αναστατωμένος από τον θάνατο του Barrett και αποφασίζει  με γενναιότητα τους να εντοπίσει τους εκβιαστές, παρόλο που διακινδυνεύει τη φήμη, το γάμο και την καριέρα του. Σύντομα ανακαλύπτει ότι τα θύματα των εκβιασμών περιλαμβάνουν ένα ευρύ φάσμα αντρών από διαφορετικές κοινωνικές τάξεις και επαγγελματικές ομάδες .Η επίμονη έρευνα του  τον οδηγεί όλο και  βαθύτερα  στην ομοφυλοφιλική σκηνή του Λονδίνου. Συναντά  φοβισμένους ανθρώπους που κρύβονται μόνιμα στη σκιά πληρώνοντας στυγνούς εκβιαστές για να αποφύγουν την διαπόμπευση και τη φυλάκιση ,καθώς η αντρική ομοφυλοφιλία αποτελούσε ποινικό αδίκημα στη Μ. Βρετανία .

Το 1950 ο Dearden σκηνοθέτησε τον Dirk Bogarde στο πρωτοποριακό «The Blue Lamp», όπου ακούστηκε για πρώτη φορά σε ταινία η λέξη «μπάσταρδος». Έντεκα χρόνια αργότερα ο Dearden συναντιέται πάλι με τον Bogarde στο  ακόμα πιο τολμηρό “Victim”, ;όπου για πρώτη φορά ακούγεται η  λέξη “ομοφυλόφιλος”. Και όχι μόνο η λέξη , αλλά ολόκληρη η πλοκή περιστρέφεται γύρω από  ομοφυλόφιλους χαρακτήρες! Το φιλμ σόκαρε τον κόσμο το 1961 και η προβολή του απαγορεύτηκε στις ΗΠΑ.

Η αφήγηση της ταινίας αναπτύσσεται  σε δύο τεμνόμενα επίπεδα: ως θρίλερ εγκλήματος και ως κοινωνική καταγγελία . Η διττή φύση του  φιλμ αναμειγνύει σε  ιδανική αναλογία την ψυχαγωγία και το ανθρωπιστικό μήνυμα. Το έξυπνο και ευέλικτο σενάριο των Janet Green και John McCormick  αρχικά κρύβει τα κίνητρα, αποπροσανατολίζει τις υποψίες μας, παραπλανά τις προσδοκίες μας .Ο πληθωρισμός  των εμπνευσμένων  δεύτερων χαρακτήρων  συμβάλλει στην περιγραφή του ζοφερού κλίματος της εποχής. Ένας πικρόχολος –ερωτικά προδομένος-  βιβλιοπώλης και η αινιγματική  υπάλληλος του. Ένας ευγενικός και φιλελεύθερος αστυνομικός  που λέει σε ένα  συνάδελφο του: «Αν ο νόμος τιμωρούσε κάθε διαστροφή, θα είμαστε συνεχώς απασχολημένοι». Ένας έμπλεος φόβου ηλικιωμένος κουρέας που «η φύση του έπαιξε άσχημο παιχνίδι » .Πλούσιοι και επώνυμοι ομοφυλόφιλοι που πληρώνουν αδρά για να κρύψουν την ιδιαιτερότητα τους. Ένας ανατριχιαστικός τυφλός που ζει παρασιτικά  ,εκμεταλλευόμενος κουτσομπολιά , καθισμένος στη γωνιά μιας άθλιας παμπ.

Είναι ενδιαφέρον ότι ο  Dearden επέλεξε να προσδώσει στην ταινία το ύφος ενός φιλμ νουάρ, με έντονα κλειστοφοβικά κοντράστ  στην  ασπρόμαυρη φωτογραφία του Otto Heller. Το ατμοσφαιρικό θρίλερ  μεταδίδει μια απτή αίσθηση υπαρξιστικού  άγχους  και νοσηρότητας. Η αριστοτεχνικά βαθμονομημένη ερμηνεία του Bogarde,  από τις καλύτερες της καριέρας του, αναγκάζει τον θεατή, ανεξάρτητα από τις απόψεις του, να προβληματιστεί για την ηθική ενός νόμου που καταδίκαζε μια μερίδα ανθρώπων σε μια ζωή φόβου, μιζέριας ή φυλάκισης. Ο Bogarde  μεταφέρει την αναταραχή του χαρακτήρα  του και εκπέμπει μια γνήσια αίσθηση εσωτερικής  έντασης και σύγκρουσης. Σε μια συγκλονιστική σκηνή ο  Farr  και  η σύζυγος του Laura  ,συζητούν  με ειλικρίνεια ,αξιοπρέπεια και αλληλοσεβασμό και συμφωνούν για το μέλλον της σχέσης τους .Ένα μέλλον ανοικτό  ,υπαγορευμένο από τις προσωπικότητές τους  και όχι από μια εφησυχαστική δραματουργική λύση .

Ορισμένες ταινίες προσπαθούν να περάσουν κοινωνικά μηνύματα  αλλά καταλήγουν να κάνουν απλοϊκό κήρυγμα . Το αξιοσημείωτο με τον «Εκβιαστή» είναι ότι τα καταφέρνει εξίσου καλά τόσο στη ψυχαγωγική όσο και στη κοινωνική συνιστώσα του .Διαθέτει τολμηρή και καθηλωτική πλοκή –με ένα αναπάντεχο και ανατρεπτικό φινάλε – ατσάλινη σκηνοθεσία ,  έξοχες ερμηνείες .

Το κίνητρο για τη δημιουργία του «Victim» ήταν να καταγγελθεί  η εφαρμογή ενός απάνθρωπου  νόμου που παρείχε  εύφορο έδαφος  για τη μισαλλοδοξία και τη μετατροπή ανθρώπων σε κυνηγούς και θηράματα. Η προβολή του είχε σημαντικό αντίκτυπο στη Μ. Βρετανία ανοίγοντας το δρόμο για την οριστική αποποινικοποίηση  της ομοφυλοφιλίας ,το 1967. Πόσο συχνά άραγε ένα κινηματογραφικό έργο έχει την ισχύ να συμβάλει καθοριστικά σε μια τόσο βαθιά κοινωνική αλλαγή;