Μάρτιν Σκορσέζε :ένας άριστος αφηγητής και εικαστικός στιλίστας

Ο Μάρτιν Σκορσέζε (γενν. 1942), αποτελεί μια μοναδική περίπτωση σκηνοθέτη ,καθώς καθόρισε σε μεγάλο βαθμό το μοντέρνο αμερικάνικο σινεμά των δεκαετιών του ’70  και του ’80. Υπήρξε μέλος της γενιάς του “νέου Χόλιγουντ” ( με Κόπολα ,Μπογκτάνοβιτς, Φρίντκιν,Τσιμίνο) που εμφανίστηκε  στη δεκαετία του 1970.

Άριστος αφηγητής και εικαστικός στιλίστας ,μετάγγισε το πάθος και την ενέργεια του σε ένα δονούμενο κινηματογραφικό έργο που το διατρέχει η κριτική ματιά στην Αμερικάνικη κοινωνία  . Παράλληλα είναι και ένας ακούραστος υποστηρικτής της διαφύλαξης του κινηματογράφου και εργάζεται για να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στην ιστορία και το μέλλον του κινηματογράφου .Το εντελώς προσωπικό στυλ του διαμορφώθηκε από τις εμφανείς επιρροές του:  κλασικό Χόλιγουντ,  Γαλλικό Νέο Κύμα και  underground κίνημα της Νέας Υόρκης των αρχών της δεκαετίας του ’60.

Οι «Κακόφημοι δρόμοι»(1973)  είναι η πρώτη μεγάλη ταινία του με το αγαπημένο του θέμα, τη Νέα Υόρκη και τους ανθρώπους της νύχτας .Με τον Ταξιτζή (1976), βραβεύεται με Όσκαρ, προσεγγίζοντας τον ήρωά του με την εμβέλεια και την ευαισθησία ενός Ντοστογιέφσκι . Άλλες σημαντικές ταινίες του είναι το μιούζικαλ «Νέα Υόρκη-Νέα Υόρκη» (1977), το «Οργισμένο είδωλο» (1980), βιογραφία γνωστού πυγμάχου, «Βασιλιάς για μια νύχτα» (The king of comedy) (1982), «Μετά τα μεσάνυχτα» (1985), «Το χρώμα του χρήματος» (1986),  «Ο Τελευταίος πειρασμός» (1988), συγκλονιστική ιχνηλασία του επίμαχου  βιβλίου του Καζαντζάκη , το ψυχολογικό θρίλερ «Το ακρωτήρι του φόβου» (1991), το δαντελένιο ρομαντικό δράμα«Τα χρόνια της αθωότητας» (1993), το γκαγκστερικό έπος «Καζίνο» (1995) . Τα τελευταία χρόνια ο Σκορσέζε έχει εγκαταλείψει το γνώριμο υπόστρωμα του , των πρωτογενών και άγριων συγκρούσεων στους νυχτερινούς δρόμους της Ν. Υόρκης .Με οπτικά εντυπωσιακές αλλά και πομπώδεις ταινίες όπως τα «Kundun»(1997), «Hugo»(2011), «Σιωπή»(2006) έχει μετατραπεί σε ρόλο του «συντηρητή» της  παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς. Με τον , φλύαρο και άτονο, « Ιρλανδό»(2019) επέστρεψε στο είδος του γκανγκστερικού φιλμ.

Πολλοί κατηγορούν τον Σκορσέζε για την έντονη βία των ταινιών του. Ωστόσο ο Σκορσέζε δεν δοξάζει τη βία,  αλλά  την απεικονίζει με τρόπο μοναδικά σαγηνευτικό . Οι σκηνές πυγμαχίας από το «Raging Bull» ή το αιματοβαμμένο φινάλε του «Taxi Driver» είναι καθηλωτικές όχι μόνο από τη ίδια τη δράση αλλά και  για την οπτική έκφραση της παραφροσύνης και της απογοήτευσης που προκαλούνται από ένα βαθύτερο κοινωνικό πρόβλημα.

Οι χαρακτήρες του Σκορσέζε έχουν να κάνουν με την καταγωγή και την αναζήτηση της ταυτότητάς τους, με τους Ιταλούς μετανάστες της Αμερικής, με τη ζωή στις μεγαλουπόλεις και με το αμερικανικό όνειρο. Η ανθρώπινη επιθυμία για χρήμα, δύναμη ,εξουσία και επαγόμενη «ενοχή » είναι η  σταθερές θεματικές που κινούν τα νήματα του έργου αυτού του μυστικοπαθή καθολικού, του οποίου οι ταινίες  βρίθουν από χριστιανικές αναφορές . Ο Σκορσέζε, σε όλα αυτά εμβαθύνει με οξεία κριτική ματιά.

Ένας τραγικός «βασιλιάς της κωμωδίας»

Ο Rupert Pupkin  (Robert De Niro) έχει την πεποίθηση ότι διαθέτει κωμικό ταλέντο. Είναι διατεθειμένος να κάνει  τα πάντα για να γίνει διάσημος σαν το είδωλο του, τον κορυφαίο τηλεοπτικό παρουσιαστή Jerry Langford. Ο Langford (Jerry Lewis) είναι αντικείμενο λατρείας από ορδές οπαδών, που τον περιμένουν καθημερινά στο πεζοδρόμιο έξω από το στούντιο του . Ανάμεσα τους ο Pupkin   και η πάμπλουτη αλλά ψυχωτική  Masha (Sandra Bernhard) .Ο Pupkin καταφέρνει να χωθεί για λίγα λεπτά στη λιμουζίνα του Langford , βρίσκοντας την ευκαιρία να τον ενημερώσει, ότι είναι ταλαντούχος κωμικός και θέλει να εμφανιστεί στο show του . Ο Langford  τον θεωρεί ένα συνηθισμένο «ψώνιο».  Για να τον αποφύγει του λέει να τηλεφωνήσει στο γραφείο του, πιστεύοντας ότι αυτή είναι η τελευταία φορά που θα τον δει μπροστά του. Ωστόσο δεν έχει υπολογίσει την ακατάβλητη επιμονή του Rupert, που αρχίζει να εμφανίζεται με ενοχλητική συχνότητα στα κεντρικά γραφεία του. Συναντιέται επανειλημμένα με την γραμματέα του Cathy Long (Shelley Hack), αλλά δεν μπορεί να πλησιάσει τον ίδιο . Η ευγενική απόρριψη του Rupert από την Cathy δεν τον κάμπτει. Σε μια προσπάθεια να εντυπωσιάσει την όμορφη Rita(Diahnne Abbott), προσποιείται ότι είναι καλεσμένος στο ανακτορικό μέγαρο του Langford .Διώχνονται από εκεί, με εξευτελιστικό τρόπο. Σε μια κίνηση απελπισίας  συνεργάζεται με τη Masha για να πετύχει επιτέλους τον σκοπό του. Άραγε οι ακραίες  μέθοδοι του  θα  αποδειχθούν  αποτελεσματικές ;

Ο «Βασιλιάς της κωμωδίας» (1982) είναι το κρυμμένο και συχνά ξεχασμένο κόσμημα στη φιλμογραφία του Σκορσέζε. Κι όμως η καλλιτεχνική του αξία είναι στο ύψος των αριστουργημάτων του «Taxi Driver» και «Raging Bull» .  Όταν προβλήθηκε για πρώτη φορά υπήρξε μια παταγώδης εμπορική αποτυχία .Οι λόγοι; Προφανώς η αμηχανία και η διάψευση του προσδοκιών του κοινού. Από τον Σκορσέζε περίμεναν μια ακόμη ταινία για τους μικρογκάγκστερς της Ν. Υόρκης -είδαν ένα μείγμα καυστικής σάτιρας και σκοτεινής κωμωδίας. Από τον Ντε Νίρο περίμεναν ένα σκληρό χαρακτήρα του υποκόσμου -είδαν ένα εμφανισιακά αστείο ,ονειροπαρμένο 37χρονο ,που ζει στο υπόγειο της μητέρας του. Από τον Τζέρυ Λιούις περίμεναν τις  γκριμάτσες και τις ακροβασίες του -είδαν έναν συγκρατημένο, μελαγχολικό χαρακτήρα, κουρασμένο από την επιτυχία του.  Ωστόσο σήμερα, η ταινία  φαντάζει προφητική και επίκαιρη.  Σήμερα, ο κόσμος  φαίνεται να είναι γεμάτος από Pupkin που επιζητούν, με κάθε κόστος ,πέντε λεπτά δημοσιότητας.

Ο Pupkin είναι μια ηπιότερη εκδοχή του Travis Bickle του «Ταξιτζή». Ωστόσο είναι  το ίδιο διαταραγμένος και ναρκισσιστής. Αδυνατεί να ξεχωρίσει τη φαντασία από την πραγματικότητα ,ζει σε ένα ονειρικό κόσμο που γεννιέται από το εμμονικό ενδιαφέρον του για τις διασημότητες. Έτσι ,κάποια στιγμή αποφασίζει να μιμηθεί το είδωλο του ,να γίνει κι αυτός διάσημος. Για να το πετύχει εξασκείται καθημερινά στο υπόγειο του, παίρνοντας φανταστικές συνεντεύξεις από χάρτινα ομοιώματα διάσημων σταρ . «Ρούπερτ ,τι κάνεις τόσο αργά;» τον προσγειώνει ανώμαλα η  καταπιεστική μητέρα του.

Η ταινία διακόπτεται περιστασιακά από τις ονειρικές σκηνές που γεννά η αχαλίνωτη ​​φαντασία του Pupkin. Άλλοτε είναι ο βασικός καλεσμένος στο show του Langford  ,όπου ο διευθυντής του γυμνασίου του ζητά συγνώμη -επειδή τον απέρριψε- και μετά τον παντρεύει με την αγαπημένη του Rita .Άλλοτε πάλι, κάθεται  σε δείπνο με τον Langford αλλά ο κόσμος ζητά αυτόγραφα από αυτόν. Έχει φτάσει στο σημείο να φαντάζεται ότι γίνεται ισότιμος ,ίσως και ανώτερος από το ίνδαλμα του.

Πολύ σημαντική για την κατανόηση της ψυχοσύνθεσης του Pupkin είναι η σεκάνς με την stand-up παράσταση του  .Ενώ ξεκινά  ανάλαφρα σταδιακά ο τόνος της σκοτεινιάζει. Ασυνείδητα ίσως, όλα τα αστεία του αναφέρονται σε τραυματικές προσωπικές εμπειρίες .Γίνεται γρήγορα εμφανές ότι ο Pupkin είχε μια ταραγμένη παιδική ηλικία. Είναι ένας τραγικός χαρακτήρας ,βαθιά πληγωμένος και απελπισμένος. Ακόμη και το όνομα του ξενίζει, ακούγεται αστείο και  σχεδόν κανείς δεν το προφέρει σωστά. Ουσιαστικά δεν θέλει να γίνει κωμικός,  τα αστεία του είναι αυτο-αναφορικά και φτηνά. Θέλει απλά τη διασημότητα για να ξεφύγει από την κενότητα ,την ασημαντότητα  της ζωής του. Ο Pupkin του Ντε Νίρο είναι αστείος ,οδυνηρός ,τρομακτικός.

Η επιλογή του Jerry Lewis για τον ρόλο του Langford αποδείχθηκε  αληθινά εμπνευσμένη  . Δεν είναι ο γνωστός κλόουν, εδώ . Είναι το κουρασμένο, απογοητευμένο αστέρι της τηλεόρασης. Βλέπουμε το τίμημα που πληρώνει κάποιος  που είχε την τύχη να βρει θέση στο καλλιτεχνικό στερέωμα .Αν και  διάσημος είναι στην πραγματικότητα προσιτός και ευγενής. Περπατάει στους δρόμους του Μανχάταν και μιλά με διάφορους περαστικούς χωρίς ιδιαίτερο φόβο.

Το  σενάριο της ταινίας που γράφτηκε από τον Paul D. Zimmerman, πρώην κριτικό κινηματογράφου για το «Newsweek», είναι πνευματώδες και αιχμηρό. Η σκηνοθεσία του Μάρτιν Σκορσέζε είναι αριστοτεχνική: τηλεοπτική αισθητική με επίπεδους φωτισμούς  και απλό μοντάζ , παλλόμενοι χαρακτήρες , καθηλωτική αφήγηση , κλιμακούμενη αντίστιξη πραγματικότητας -φαντασίας , οξεία κοινωνική κριτική.

Ο «Βασιλιάς της κωμωδίας» καλλιεργεί την αβεβαιότητα του θεατή για την τελική κατάληξη της ιστορίας. Είναι μια ταινία με πολλές ξεκαρδιστικές στιγμές, αλλά κάτω από  τις κωμικές καταστάσεις υφέρπει η  υποψία ότι το γέλιο μας ξαφνικά θα παγώσει. Το φινάλε  είναι  σκοτεινό ,αινιγματικό ,διφορούμενο . Ο Σκορσέζε δεν μας χειραγωγεί .Μας δίνει το δικαίωμα της προσωπικής επιλογής. Άραγε το «colpo grosso» του Pupkin, τον έκανε διάσημο παρουσιαστή ; Ή είναι απλά μια ακόμη φαντασίωση του; Ίσως, την απάντηση δίνει ο ίδιος ο Rupert όταν τελειώνει τη (μοναδική;) παράσταση του λέγοντας : «Καλύτερα βασιλιάς για μια νύχτα ,παρά κορόιδο για μια ζωή».