George Stevens(1904-1975):ένας τελειομανής τεχνίτης

Ο George Stevens έκανε το ντεμπούτο στη σκηνή μόλις στην ηλικία των πέντε ετών, καθώς και οι δυο γονείς ήταν ηθοποιοί. Μπήκε στον κινηματογράφο το 1921 ως βοηθός κάμεραμαν. Στη δεκαετία του 1920, σκηνοθέτησε το ντουέτο των  Laurel και Hardy  και επόμενες δυο δεκαετίες, ένα ευρύ φάσμα από ταινίες: τρεις κωμωδίες με την Katharine Hepburn, μερικά μιούζικαλ του Fred Astaire και μια αποικιοκρατική ταινία περιπέτειας «Gunga Din» (1939). Οι ταινίες του αργότερα έγιναν πιο προσωπικές, οι μέθοδοι εργασίας του πιο αργές, και το στυλ του πιο εκλεπτυσμένο. Το «I Remember Mama»(1948), η πρώτη του μεταπολεμική ταινία, είναι μια ένα θερμή θεατρική κωμωδία. Ο φήμη του Stevens έφτασε στο απόγειο της στις αρχές της δεκαετίας του ‘ 50 με το φιλμ «Μια Θέση στον Ήλιο» (1951), άριστη προσαρμογή του μυθιστορήματος του Dreiser «Μια Αμερικανική Τραγωδία», για το οποίο κέρδισε Όσκαρ σκηνοθεσίας . Το cult γουέστερν «Shane» που ακολούθησε (1953), είναι ιδωμένο μέσα από τα μάτια ενός αγοριού που λατρεύει τους ήρωες. Αντίθετα ο Οσκαρικός «Γίγας» (1956) είναι ένα επικό γουέστερν με εξαιρετική χρήση του Cinemascope. Ακολούθησε το «Ημερολόγιο της Άννας Φρανκ» (1959). Στη συνέχεια η καριέρα του παρουσίασε μια φθίνουσα πορεία, μέχρι το θάνατο του το 1975.

Ο Stevens ήταν ,με ποσοτικά κριτήρια, ένας  από τους λιγότερο παραγωγικούς σκηνοθέτες του Χόλιγουντ . Η πρόθεση για την τελειότητα και την οπτική αυθεντικότητα, έκανε περνούν πολλοί μήνες, μερικές φορές και χρόνια, προετοιμασίας. Απαιτούσε να  καλύπτει κάθε σκηνή, από κάθε πιθανή γωνία λήψης, σε αναλογία πολύ μεγαλύτερη τους περισσότερους σκηνοθέτες του Χόλιγουντ. Αλλά τα αποτελέσματα, τις περισσότερες φορές δικαιολογούσαν την επιπλέον επένδυση σε χρόνο και χρήμα. Για το μεγαλύτερο μέρος της καριέρας του το έργο του διατηρείτο σε  μεγάλη εκτίμηση από την Αμερικανική κριτική , αν και η φήμη του υπέστη σοβαρό πλήγμα τη δεκαετία του ‘ 60, μετά τον χωρίς έμπνευση χειρισμό του βιβλικού υπερθεάματος  «The Greatest Story Ever Tοld» (1965), το οποίο πήρε πέντε χρόνια για να ολοκληρωθεί.

Πολιτικό ή μεταφυσικό γουέστερν;

Η ταινία ανοίγει με μια πλονζέ λήψη, με την καθόδο ενός μοναχικού καβαλάρη προς μια ειδυλλιακή κοιλάδα. H φύση, απέραντη, γαλήνια, μεγαλόπρεπη : γαλάζιος ουρανός που αντανακλά σε ένα ήσυχο ποτάμι ,καταπράσινα λιβάδια ,χιονισμένα βουνά. Μια  επιτομή του «επίγειου Παραδείσου». Ένα ελάφι μέσα στο ποτάμι θα σηκώσει το κεφάλι και τα κέρατα του θα πλαισιώσουν τη μακρινή φιγούρα του αναβάτη που διασχίζει ,σαν λευκός ιππότης την κοιλάδα. Ένα ζωηρό αγόρι παίζει με ένα όπλο στο κοντινό αγρόκτημα.

Σε αυτό ζει η οικογένεια των Starrett: ο πατέρας Joe (Van Heflin), η σύζυγός του Marian (Jean Arthur) και ο μικρός Joey(Brandon DeWilde). O μυστηριώδης ξένος, λέγεται απλά Shane, και ήρθε  να ζητήσει νερό και να φύγει .Σχεδόν ταυτόχρονα καταφθάνει και ένας βάναυσος μεγαλοκτηματίας, ο Rufus Ryker (Emile Meyer), με τους μπράβους του. Ζητά επιτακτικά από τον Joe ,να εγκαταλείψει το αγρόκτημα. Αυτή είναι η μόνιμη πρακτική του για να εκφοβίσει και να διώξει όλους τους βιοπαλαιστές αγρότες.  Βλέποντας την ζοφερή κατάσταση ο Shane (Αlan Ladd) αποφασίζει να μείνει και να βοηθήσει την  οικογένεια . Η φιλία του με τον Joe , σφραγίζεται όταν μαζί κόβουν ένα τεράστιο κομμάτι δέντρου. Ο μικρός Joey γοητεύεται από τον ξένο , και αρχίζει να τον εξιδανικεύει, κυρίως λόγω της μεγάλης επιδεξιότητας  του με τα όπλα. Η διαμάχη κλιμακώνεται και ο Ryker προσλαμβάνει ένα σκληροτράχηλο πιστολέρο, τον Jack Wilson(Jack Palance).

Το «Shane» δεν είναι ένα τυπικό γουέστερν ,όπως το «Red River» του Howard Hawks, ούτε ένας διαλογισμός πάνω στην ιστορία και τους χαρακτήρες ,όπως το «The Searchers» του John Ford. Έχει αρχετυπική απλότητα αλλά και μια υπόγεια μυστηριακή δύναμη. Η ταινία  κέρδισε το  Όσκαρ για τη φωτογραφία ενώ ήταν υποψήφια και για τα βραβεία καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας, σεναρίου και β΄ ανδρικού ρόλου για τους   Jack Palance, και Brandon de Wilde. Το σενάριο είναι βασισμένο στο ομώνυμο κλασικό διήγημα του Jack Schaefer. Στην εποχή της πέρασε μάλλον απαρατήρητη από το ευρύ κοινό, αλλά με την πάροδο του χρόνου απέκτησε μυθικές διαστάσεις.

Μια πιθανή εξήγηση για την γοητεία της ταινίας είναι η αφηγηματική και ηθική αμφισημία της, καθώς συνυπάρχουν παράλληλα  επίπεδα ανάγνωσης . Επιφανειακά , ο Shane φαίνεται να είναι ένας πιστολάς που ψάχνει για εξιλέωση αφήνοντας πίσω του το αμαρτωλό παρελθόν , λαχταρώντας τη θαλπωρή μιας οικογένειας. Παράλληλα η ταινία  θέτει και οικουμενικά ζητήματα :την τυραννία των καπιταλισμού που επιδιώκει το κέρδος των λίγων σε βάρος των πολλών , την ανάγκη της κοινωνίας για μοντέλα ρόλων , τον αιώνιο αγώνα του ανθρώπου ενάντια στο νομαδικό του ένστικτό αλλά και την καταδίκη της οπλοχρησίας.

Αλλά και ο ίδιος ο Shane είναι ένα αίνιγμα. Δεν γνωρίζουμε τίποτα για το παρελθόν του. Φθάνει στην πόλη ακριβώς την στιγμή που η ιστορία το απαιτεί, εκπληρώνει το πεπρωμένο του και στη συνέχεια συνεχίζει τον μοναχικό δρόμο του . Προτιμά να φανεί δειλός, παρά να εμπλακεί σε μάχη .Είναι η ενσάρκωση του “Καλού” ,  μια σχεδόν μεταφυσική οντότητα .Άραγε ,ένας «εκπεσών» άγγελος ;

Ο Alan Ladd δεν ήταν η προφανής επιλογή για τον ρόλο του Shame. Μικρόσωμος, υπερβολικά εγκεφαλικός και επιρρεπής σε περιόδους χρόνιας κατάθλιψης,  θεωρητικά ταίριαζε περισσότερο σε χαρακτήρες των φιλμ νουάρ. Ωστόσο αποδείχθηκε  ιδανικός . Η νηφάλια ,σχεδόν άυλη, παρουσία του στοιχειώνει την ταινία και της προσδίδει μια λεπτή τραγικότητα που ίσως αναδύεται  και από την βασανισμένη  ύπαρξη του Ladd.

Ο Van Heflin δημιουργεί μια αποτελεσματική αντίθεση με τον λακωνικό αντι-ήρωα του Ladd, προσωποποιώντας τον φλύαρο ,σκληροτράχηλο και πεισματάρη αγρότη . Ο μαυροντυμένος Jack Palance  είναι ένας ανατριχιαστικός άγγελος θανάτου .Κάθε φορά εμφανίζεται , ο χρόνος φαίνεται να επιβραδύνεται  από την απειλητική βαρύτητα του. Οι σκοτεινές  αποχρώσεις της ιστορίας απαλύνονται από την ανθρώπινη θέρμη της Jean Arthur .Είναι  μια αφοσιωμένη σύζυγος και μητέρα ,που προσπαθεί να αποτρέψει την αρσενική κλίση προς την αυτοκαταστροφή. Ωστόσο τις εντυπώσεις κερδίζει ο  μικρός Brandon De Wilde ,με τα μάτια του οποίου βλέπουμε το μεγαλύτερο μέρος του δράματος ,απόλυτα πειστικός στην ανάγκη του να λατρεύει έναν ήρωα.

Με το «Shane» ο Stevens θέλει να αναδείξει και τις δικές του τραυματικές εμπειρίες από τον Β ‘ Παγκόσμιο Πόλεμο. Σε αντίθεση  με τον καταιγισμό σφαιρών και τον συχνά κωμικό τόνο  πολλών γουέστερν, ο Stevens μας δείχνει ότι στην αληθινή ζωή μια μόνο σφαίρα αρκεί για να αφαιρέσει μια ζωή. Η επιλογή  ρεαλιστικής ακουστικής  προσδίδει στις σκηνές βίας μια πρωτοφανή ένταση και σκληρότητα .

Η  φωτογραφία του Loyal Griggs αποτελεί  ένα αυτόνομο έργο τέχνης . Η ευαίσθητη κάμερα του καταγράφει τον παραμικρό κόκκο ύλης από το μαγευτικό φυσικό περιβάλλον .Η γιγαντιαία και ατάραχη οροσειρά Teton  παρέχει το σκηνικό που έρχεται σε αντίθεση με την ευάλωτη κατάσταση των αγροτών που αγωνίζονται για ένα μικρό κομμάτι από τη δική τους «γη της επαγγελίας». Η κινηματογράφηση των εσωτερικών χώρων θυμίζει πίνακες του Rembrandt ,με το κιαροσκούρο να δημιουργεί ζοφερή ατμόσφαιρα, καθώς η διαμάχη εντείνεται.

Στην ταινία υπάρχουν μερικές εκπληκτικά ενορχηστρωμένες σκηνές .Σε μια από αυτές ,ένας οργισμένος αλλά αδύναμος αγρότης, ο Torey ( Elisha Cook .Jr.) κινείται προς το σαλούν για να αναμετρηθεί με τον σαδιστή Wilson . Σε ένα μεσαίο γενικό πλάνο ο Torrey να περπατά με δυσκολία στο λασπωμένο έδαφος προς την είσοδο του σαλούν. Ο Wilson κινείται παράλληλα με αυτόν πάνω στη βεράντα. Για μια στιγμή τα πυκνά σύννεφα ανοίγουν και έντονο φως λούζει τον Torey. Ο Wilson τον προκαλεί, τον χλευάζει. Ο Torey ,με κάποιο δισταγμό, αποφασίζει να προχωρήσει προς τη μοίρα του. Τότε τα σκούρα σύννεφα ενώνονται ξανά.

Αλησμόνητη είναι και η συμπλοκή  των δυο φίλων όταν ο Shane  προσπαθεί να προστατεύσει τον απερίσκεπτο Joe από βέβαιο θάνατο. Την παρακολουθούμε από μακριά ,μέσα από τα παράθυρα του σπιτιού ή κάτω από τις ξέφρενες οπλές των αγριεμένων αλόγων.

Και φυσικά η μυθική  σκηνή του αποχαιρετισμού με την αντήχηση της έκκλησης του  Joey («Shane, γύρνα πίσω… Ο μπαμπάς σε χρειάζεται. …Η μαμά σε θέλει….Το ξέρω ότι σε θέλει!).Ο Shane όμως ξέρει ότι πρέπει να φύγει: δεν κατάφερε να σπάσει το καλούπι του , είναι πάλι κυνηγημένος  και η αμοιβαία έλξη του με τη Marian πρέπει να μείνει πλατωνική. Η τραγωδία του είναι πλέον ολοκληρωτική.

Η ταινία κλείνει με το  αντίθετο της αρχικής  εικόνας. Από  μια λήψη κοντρ πλονζέ  βλέπουμε τον Shane να ανεβαίνει στα βουνά ,πληγωμένος σωματικά αλλά και συναισθηματικά. Το πηχτό σκοτάδι φωτίζεται μόνο από τις λάμψεις μιας καταιγίδας. Το κεφάλι του γέρνει , ο τραυματισμένος του βραχίονας κρέμεται στο πλευρό του. Φθάνει στην κορυφογραμμή , όπου δεσπόζει ένας σταυρός , αγγίζει τα ιώδη σύννεφα και χάνεται .Η ταινία εγείρει περισσότερα ερωτήματα από τις απαντήσεις που δίνει. Ο Shane αργοπεθαίνει ή θα ζήσει; Από πού ήρθε και που πηγαίνει; Είναι ένας μετανιωμένος φονιάς που παλεύει για να ξορκίσει τους εσωτερικούς του δαίμονες;  Ή μήπως ,ένας άγγελος-προστάτης των κατατρεγμένων ; Και τελικά η ταινία είναι ένα πολιτικό γουέστερν ή μια χριστιανική παραβολή;