• Σενάριο: Per Anders Fogelström
  • Σκηνοθεσία: Ingmar Bergman
  • Φωτογραφία: Gunnar Fischer
  • Μουσική: Erik Nordgren
  • Ηθοποιοί: Harriet Andersson, Lars Ekborg, Dagmar Ebbesen |

Σκανδιναβικός ποιητικός ρεαλισμός

Η δεκαεπτάχρονη Μόνικα, δουλεύει σε ένα παντοπωλείο στο κέντρο της Στοκχόλμης. Μια μέρα, συναντά τον Χάρι, έναν νεαρό υπάλληλο αποθήκης. Ερωτεύονται αμέσως . Όταν η Μόνικα μαλώνει με τον  βάναυσο πατέρα της, παρακαλεί τον Χάρι  να την φιλοξενήσει . Ο Χάρι φοβάται την αντίδραση της καταπιεστικής θείας του, καθώς ο πατέρας του είναι άρρωστος στο νοσοκομείο. Της αντιπροτείνει να φύγουν με το σκάφος του και να περάσουν το καλοκαίρι σε ένα απομακρυσμένο νησί στο αρχιπέλαγος της Στοκχόλμης. Όμως οι ρομαντικές διακοπές σύντομα τελειώνουν. Έρχεται το φθινόπωρο, οι προμήθειες τελειώνουν και η Μόνικα είναι έγκυος. Το άγουρο ζευγάρι αναγκάζεται να επιστρέψει στη Στοκχόλμη για να ανταποκριθεί στις ευθύνες του …

 Το «Καλοκαίρι με τη Μόνικα» είναι η πρώτη σημαντική ταινία του Bergman και ανήκει στην περίοδο που ονομάστηκε «Μπεργκμανικό καλοκαίρι». Βασίζεται σε ένα μυθιστόρημα του Per Anders Fogelström και αποτελεί μια από τις πιο απλές ,προσιτές αλλά και πιο όμορφες ταινίες του Σουηδού σκηνοθέτη. Εδώ ,σε πλήρη αντίθεση με το μεταγενέστερο έργο του , o Bergman δεν ασχολείται με βαθυστόχαστες αναλύσεις φιλοσοφικών ή ψυχολογικών ζητημάτων. Φαινομενικά έχουμε μια  ανάλαφρη ταινία που μιλά για το καλοκαίρι ,τα νιάτα, τον έρωτα. Ωστόσο κάτω από την επίπλαστη απλότητα και τη φαινομενική αφέλεια υποβόσκει μια μάλλον ενστικτώδης ,παρά διανοητική, απεικόνιση των ανθρώπινων σχέσεων. Ο θεατής παραδίδεται συναισθηματικά και αναγκάζεται να σκεφτεί ένα από τα βαθύτερα μυστήρια της ζωής, τη φύση του έρωτα.

Η αφήγηση εκκινεί από το εφηβικό φλερτ της άνοιξης , περνά στο ερωτικό κρεσέντο του καλοκαιριού για να καταλήξει στο φθινοπωρινό αδιέξοδο Ο Χάρι και η Μόνικα ανακαλύπτουν την ελευθερία και για λίγο ζουν με την ψευδαίσθηση ότι η αγάπη τους είναι διαφορετική, απρόσβλητη, άφθαρτη. Ονειρεύονται να μεγαλώνουν και να μην δεσμεύονται , να μην συμμορφώνονται με τον κόσμο από τον οποίο έχουν αποδράσει, προσωρινά. Αλλά ο γάμος, τους αλλάζει τα πάντα. Είναι το τέλος της εξέγερσης και η αρχή μιας ζωής που δεν ήθελαν ποτέ. Οι ευθύνες και η φτώχεια διαβρώνουν σιγά-σιγά την σχέση  τους.

Η ταινία διερευνά δύο θέματα που επαναλαμβάνονται σε μεγάλο μέρος του έργου του Bergman. Το ένα είναι η σύγκρουση μεταξύ των γενεών , η αναπόφευκτη εξέγερση των νέων ενάντια στην τυραννία των προγόνων τους. Ο ίδιος ο Bergman είχε μια δύσκολη σχέση με τον πατέρα του, έναν αυστηρό λουθηρανό πάστορα , κάτι που μάλλον εξηγεί και την υπεροχή των γυναικείων χαρακτήρων στις ταινίες του. Η δεύτερη είναι η ιδέα της δυαδικότητας,  δείχνοντάς μας τις δυο αντίθετες πλευρές της ανθρωπότητας, τα δύο μισά που συνθέτουν και τον καθένα μας.

Πράγματι οι δυο ήρωες αποτελούν ασύμβατα ,αρχετυπικά σύμβολα : Η Μόνικα είναι μια εργάτρια από πολύ φτωχή οικογένεια . Κατοικεί σε ένα μικρό διαμέρισμα μαζί με τη μητέρα ,τον αλκοολικό πατέρα της και τα μικρότερα αδέλφια της, που δεν την αφήσουν στιγμή σε ησυχία. Είναι ενστικτώδης , παρορμητική ,επιπόλαιη .Στη δουλειά δέχεται σεξουαλική παρενόχληση ,που αφήνεται να εννοηθεί ότι δεν την αποκρούει πάντα. Δεν είναι ιδιαίτερα όμορφη  αλλά εκπέμπει ζωώδη ερωτισμό. Αντίθετα ο Χάρι ζει σε ένα μεγαλύτερο σπίτι με τον άρρωστο πατέρα του, ενώ έχασε τη μητέρα του όταν ήταν παιδί .Είναι ήρεμος, προσεκτικός, εργατικός ,ερωτικά άπειρος. Βρίσκει δουλειά και θα σπουδάσει μηχανικός για να ξεφύγει από τη ανέχεια. Η Μόνικα έλκεται από τον ευγενικό Χάρι, καθώς δεν την αντιμετωπίζει ως σεξουαλικό αντικείμενο, όπως οι υπόλοιποι άντρες. Ωστόσο η ίδια δεν έχει αναστολές και θα χρησιμοποιήσει κάθε μέσο για να επιβιώσει. Χωρίς δισταγμό  παραβιάζει ένα σπίτι για να κλέψει φαγητό. Για να αγοράσει ένα ακριβό παλτό στρέφεται σε άντρες από τους οποίους προσπαθούσε να ξεφύγει. Η Μόνικα αντιπροσωπεύει τη γήινη ,σαρκική πλευρά της ανθρωπότητας, ο Χάρι αποτελεί την εξευγενισμένη ,πνευματική πλευρά της.

Ένα από τα πιο ελκυστικά στοιχεία της ταινίας είναι η αισθησιακή ομορφιά των εικόνων της, που αγγίζει τα όρια της οπτικής ποίησης. Η φωτογραφία του Gunnar Fischer παρουσιάζει το αρχιπέλαγος της Στοκχόλμης σαν  αιθέριο παράδεισο φωτός και σκιάς. Οι μακρές πανοραμικές λήψεις είναι μεθυστικές ,με την αχνή ομίχλη και το διάχυτο φως να διατρέχουν το νησιωτικό τοπίο. Υπάρχει μια  αίσθηση καθαρότητας και ελευθερίας που διαλύει προσωρινά την ζοφερή χροιά του αστικού τοπίου. Όταν η Μόνικα τρέχει γυμνή προς την ακτή, ο θεατής συναισθάνεται την ευφορία της ,καθώς για πρώτη φορά νοιώθει απελευθερωμένη από όλα τα δεσμά της.

Η επίδραση προγενέστερων κινηματογραφικών κινημάτων στον Bergman είναι εμφανής σε όλη την ταινία. Στο αστικό τοπίο υπάρχουν αποχρώσεις του ιταλικού νεορεαλισμού -κυρίως Vittorio De Sica- ενώ στο νησιωτικό τοπίο υπάρχουν προφανείς αναφορές στον γαλλικό ποιητικό ρεαλισμό της δεκαετίας του 1930  ,των Marcel Carné, Jean Renoir, Jean Vigo . Η ίδια η ταινία αποδείχτηκε εξαιρετικά επιδραστική  ,με το μοντερνιστικό και εντυπωσιακό οπτικό στυλ της να επηρεάζει σκηνοθέτες του Γαλλικού Νέου Κύματος  ,όπως οι Jean-Luc Godard, François Truffaut, Jacques Rivette.

Το σενάριο της ταινίας είναι  αντικομφορμιστικό  και αντισυμβατικό στον τρόπο που χτίζει τους χαρακτήρες: η Μόνικα ξεφεύγει εντελώς από την παραδοσιακή αναπαράσταση των γυναικών στο σινεμά .Δεν είναι ούτε μοιραία γυναίκα , ούτε πρότυπο πίστης, υπομονής και αυτοθυσίας. Ο χαρακτήρας της δεν είναι προσπελάσιμος και αναγνώσιμος , ο θεατής δεν καταλαβαίνει την συμπεριφορά της, η ταινία δεν εξηγεί τις επιλογές της και δεν δίνει οριστικές λύσεις και εξηγήσεις.

Ο  Μπέργκμαν αφού πρώτα  οδηγεί τον θεατή στο να κατακρίνει την ηρωίδα, ως άπιστη σύζυγο και κακή μητέρα στη συνέχεια τον αποζημιώνει με ένα από τα πιο ιδιοφυή και συγκλονιστικά πλάνα στην ιστορία του σινεμά. Σε ένα καφέ η Μόνικα  φλερτάρει με έναν νεαρό .Ξαφνικά το θολωμένο βλέμμα της στρέφεται προς τη κάμερα , το φόντο σκοτεινιάζει και το πρόσωπο της μεταφέρεται εκτός πραγματικού τόπου και χρόνου. Η Μόνικα κοιτάζει κατάματα τον θεατή , για αρκετά δευτερόλεπτα, αντιστρέφοντας  του το βλέμμα και την ευθύνη , μοιάζοντας να του λέει: «Ποιος είσαι εσύ που θα με κρίνεις;».

 Ingmar Bergman (1914-2007)

Γιος ενός αυστηρού πάστορα, ο Ingmar Bergman έκανε ταινίες γεμάτες με θρησκευτικές εικόνες, οι οποίες κατά παράδοξο τρόπο εκφράζουν ένα αθεϊστικό και στερημένο από αγάπη Σύμπαν. Ολόκληρο το έργο του Bergman μπορεί να ιδωθεί ως αυτοβιογραφία της ψυχής του .Μοιράζοντας το σκηνοθετικό του έργο ανάμεσα στο θέατρο και το σινεμά, ο Bergman εισήγαγε συχνά το θέατρο στις ταινίες του ως μεταφορά για τη δυαδικότητα της προσωπικότητας. Τουλάχιστον πέντε από τις ταινίες του εκτυλίσσονται σε ένα νησί, μια οριοθετημένη περιοχή όπως η σκηνή. Το θέμα της πρώιμης εργασίας του είναι ο αγώνας των εφήβων ενάντια στον άσπλαχνο κόσμο των ενηλίκων.Το παροδικό ,ηλιόλουστο σουηδικό καλοκαίρι, είναι η μόνη περίοδος ευτυχίας πριν από την επέλαση του χειμώνα. Αυτό αποτυπώνεται με λάμψη στα «Καλοκαιρινό ιντερλούδιο» (Sommarlek, 1950) και  «Καλοκαίρι με τη Μόνικα». (Sommaren med Monika, 1952).Η κινηματογραφική οπερέτα «Χαμόγελα Καλοκαιρινής Νύχτας» (Sommarnattens leende,1955), ήταν το αποκορύφωμα αυτής της πρώτης περιόδου του. Η έβδομη σφραγίδα ( Det Sjunde,1957), τοποθετημένη σε μια σκληρή μεσαιωνική εποχή ,το σπαρακτικά υπαρξιακό «Αγριοφράουλες» (Smultronstället,1957) και η γοτθική ιστορία «Το πρόσωπο»(Ansiktet, 1958),εκτόξευσαν τη διεθνή φήμη του Bergman. Η Τριλογία για τη σιωπή του Θεού: «Μέσα από τον σπασμένο καθρέφτη» (Såsom i en spegel, 1961), «Χειμερινό φως(Nattvardsgästern, 1963) και «Η σιωπή»(Tystnaden, 1963), μετέφερε τον Bergman σε ένα πιο ζοφερό κόσμο. Με την «Persona»(1966),το γυναικείο πρόσωπο σε γκρο πλαν κατέλαβε την οθόνη ,αν και οι γυναίκες ήταν πάντα κεντρικό θέμα της δουλειάς του. Ακολούθησε μια διαδοχή ψυχοδραμάτων ,όπου ξεχωρίζει το συναισθηματικά φορτισμένο «Κραυγές και Ψίθυροι» (Viskningar och rop, 1972). Στη «Φθινοπωρινή σονάτα» (Höstsonaten, 1978) κατηγορεί μια διάσημη πιανίστρια για γονική παραμέληση, ενώ το«Fanny και Alexander» (Fanny och Alexander, 1982)είναι μια μαγική και οδυνηρή επιστροφή στη παιδική ηλικία.

Ο Bergman άφησε πίσω του ένα τεράστιο όγκο δουλειάς, με 65 ταινίες,  70 σενάρια, πολλές παραγωγές για την τηλεόραση, ντοκιμαντέρ κλπ. και αμέτρητες σκηνοθεσίες στο θέατρο. Δεν του άρεσαν τα ταξίδια, ήθελε να δουλεύει σε οικείο περιβάλλον και γύριζε μια η και δύο ταινίες το χρόνο, σχεδόν πάντα στην Σουηδία. Το έργο του έχει ομοιογένεια, με τα ίδια θέματα να επανέρχονται διαρκώς στις ταινίες του. Ακόμα μένει πιστός στους συνεργάτες τους, δουλεύει με τους ίδιους ηθοποιούς και τους ίδιους τεχνικούς, σαν να δημιουργεί μια οικογένεια και να συνεργάζεται διαρκώς μαζί τους. Σε αυτούς συμπεριλαμβάνεται ο περίφημος διευθυντής φωτογραφίας Sven Nykvist και στον πυρήνα των ηθοποιών οι Max Von Sydow, Gunnar Bjornstrand, Ingrid Thulin, Gunnel Lindblom, Harriet Andersson, Bibi Andersson, Liv Ullmann και Erland Josephson.

Η περίπτωση του Bergman αναδεικνύει το πώς ένας διανοούμενος σκηνοθέτης μπορεί να υπερβεί οποιαδήποτε αρνητικά στερεότυπα σχετικά με τη θεατρικότητα, την τηλεόραση ή τα ψηφιακά μέσα και πώς ενσωματώνει τεχνικές, πρακτικές και παραδόσεις μέσα στην εντελώς προσωπική του ιδιοφυή γραφή.