“Καραντίνα” από τον Οδυσσέα Νασιόπουλο

“Καραντίνα” από τον Οδυσσέα Νασιόπουλο

Σάλεψε η μέρα αργά κι σταθερά ανθίζουν τα λουλούδια στο μπαλκόνι, αρχές Μάρτη οι πρώτοι βλαστοί ήδη έκαναν την θριαμβευτική εμφάνιση τους. «Πάντα θα νικάει η ζωή κι ας νιώθουμε γύρω μας το σκοτάδι», σκέφτηκε. Στον απέναντι δρόμο η μυγδαλιά άπλωνε τ’ άρωμα της, σαν μη νοιάζεται για τις υποθέσεις των ανθρώπων.

Κι ήταν μέρα χαρωπή, ο ήλιος έπαιζε μαζί μας κατηφόριζε τις στέγες, χαμογελούσε σαν ξέγνοιαστο παιδί στους έρημους δρόμους. «Πόση αντίθεση, πόση απελπισία Θεέ μου, κι εγώ εδώ μένω σπίτι, ηθελημένα έγκλειστη σε τέσσερις τοίχους, θηρίο στο κλουβί του. Πίσω απ’ το τζάμι, στο παράθυρο να κοιτώ τους άδειους δρόμους, κανείς δεν ξεμυτίζει πια, ο φόβος κάνει κατοχή στην  πόλη, ενώ η ζωή βρισκόταν στην πιο μεγάλη της ώρα, ν’ ανθίζει, να μας προσκαλεί στο οργιαστικό χορό των λουλουδιών, κι για όλα φταίει ένας ιός που ήθελε, να γίνει του κόσμου βασιλιάς, κι έμοιαζε στου τοίχου της σκιάς θεριό αδηφάγο, ενώ ήταν νάνος. Τι να πιστέψεις πια, και μας βάλανε σε καραντίνα, για το καλό μας, λέει, για το καλό μας, ενώ ἡ διαίσθηση μου, φωνάζει, για το κακό μας», έλεγε μέσα της.

Ενώ στην ανοιχτή τηλεόραση στην βάθος στο σαλόνι πάλι λέγανε για επεισόδια στα σύνορα του Έβρου, «πάλι και ξανά, για πολλοστή φορά τους έβαζαν σαν σφαίρα στην κάνη του όπλου τους και σημάδευαν την πατρίδα μας. Εσύ εκεί, κι ‘γω εδώ, από σύνορα, σε σύνορα», τον θυμήθηκε, και χάθηκε το βλέμμα της πιο μακρυά στον ορίζοντα που έδυε, πέρα στα βόρεια της μνήμης, να τον αναζητά. «Κι ‘γω εδώ, κι συ εκεί, να μη ξέρω τι να πρώτο αντιμετωπίσω, την απουσία σου, τον εχθρό μας στα σύνορα ή τον εχθρό που δεν γνωρίζει σύνορα κι ποίος ξέρει, να μου πει ειλικρινά αν είναι αληθινός ή ψεύτης; Ξέρεις, τι φοβάμαι στο ‘χα πει, μη καταλήξουμε άχρωμα σώματα, ασυναίσθητα στο πλέρια γκρίζο παγκόσμιο κόσμο, άψυχα, άβουλα κι αναλώσιμα πιστοποιημένα μ’ ένα αριθμό κάτω απ’ τὸ δέρμα. Κι συ χαμογελούσες. Που την βρίσκεις τόση φαντασία και την χωράς στ’ όμορφο κεφαλάκι σου, μου ‘λεγες, κι ύστερα μου έδειχνες τον ήλιο, μη φοβάσαι και τον έχουμε με το μέρος μας, μου ‘λεγες. Κι ύστερα μ’ έπαιρνες από το χέρι, και πηγαίναμε, πηγαίναμε κι ατενίζαμε την ζωή, με τα μάτια, την αγάπη. Μέχρι εκεί που δεν την έπιανε ο φθόνος των ανθρώπων, θυμάσαι. Και ύστερα σιωπή, εσύ αλλού, εγώ εδώ, εσύ μακριά, εγώ εδώ. Εσύ στα σύνορα στρατιώτης, κι εγώ στα σύνορα του σπιτιού μας, σε δέκα μέτρα γης περιορισμό της ελευθερίας μας, ο καθείς και τα δικά, για φαντάσου, πόσο παράδοξο».

Του γράφε, στο μήνυμα. «Φυλάμε, Θερμοπύλες εδώ πάνω, υπέρ πίστεως και πατρίδος, μην ανησυχείς για μένα, είμαι καλά, φοράω πάντα το φυλαχτό που μου ‘δῶσες εκείνο με την μπλε χάντρα κι το σταυρό που μόνη σου έφτιαξες, θυμάσαι, εδώ δίπλα στο μέρος της καρδιάς το έβαλα. Δεν θα περάσει κανείς, στο υπόσχομαι, θα γυρίσω, στο υπόσχομαι, να μη μου φοβάσαι. Κλείσε την τηλεόραση, σε τρομάζει, το ξέρω. Μείνε μέσα, μείνε καλά. Γρήγορα θα έρθω δίπλα σου. Σ’ αγαπώ, σε φιλώ». Ήταν η απάντηση του, «Δεν τον φοβάμαι, ήξερε, να πολεμάει τους φόβους του. Μα δεν ήξερε, να φυλάγεται απ’ τους εφιάλτες του κόσμου και έπεφτε πάνω τους, με τα μούτρα, αλλά και πάλι, νικητής θα ‘ρχόταν, εμένα φοβάμαι, πως θα παλέψω την μοναξιά, το γκρίζο σύννεφο, που ‘ρχεται, που απλώνει, πάνω απ’ την πατρίδα μας, πάνω από ολάκερη την ανθρωπότης», σκέφτηκε, και κοιτούσε τον ουρανό που γέμιζε με μαύρα, σκοτεινά και μουντά σύννεφα που κάλυψαν τον ήλιο. Κοίταξε την ανοιχτή τηλεόραση μ’ ένα βήμα έφτασε δίπλα της, με μια κίνηση την πέταξε κάτω, ένιωσε μια κάποια ανακούφιση, σαν μια πράξη αντίστασης που ελευθέρωνε την σκέψη, την ψυχή. Ένας αέρας σφοδρός σηκώθηκε ξαφνικά, ερχόταν μπόρα, ξεσπούσε  καταιγίδα. 

 

Βιογραφικό:

Ὁ Ὁδυσσέας Νασίοπουλος γεννήθηκε τὸ Σεπτέμβρη τοῦ 1982, σ ‘ἕνα ὁρεινό χωριό τῆς ἐπαρχίας Καλαμπάκας-Τρικάλων, ὀνόματι Κακοπλεύρι. Μαθήτευσε στην Καλαμπάκα, οἱ σπουδές του στὸ Τ.Ε.Ι. Κοζανής Ἡλεκτρολογίας, ἔμελλαν να μείνουν ἀνολοκλήρωτες, λόγῳ δυσμενῶν οἰκονομικῶν συγκηριῶν, και στροφῆς του προς τὸ γράψιμο, και δὴ τὴν ποίηση, διήγημα, σενάριο.Ἡ ἀδιάλλειπτη και συνεχής μελέτη τῶν ἀρχαίων Ἑλληνικῶν και τὸ διάβασμα, τὸν βοήθησαν, ὡς προς την βελτιώση τοῦ τρόπου γραφῆς. Ἔχει συμμετάσχει σὲ πλῆθος λογοτεχνικῶν διαγωνισμῶν πανελλήνιων και διεθνῶν ἀποσπώντας πολλά βραβεία, ἐπαίνους και τιμητικὲς διακρίσεις, ὅπως ἐπίσης καὶ συμμετοχές σ’ ανθολογίες και Λογοτεχνικά-Καλλιτεχνικά ἡμερολόγια. Ἡ «Ματαιοπονία», εἶναι ἡ πρώτη του ὁλοκληρωμένη ποιητικὴ συλλογή ποῦ ἔχει ἐκδοθεῖ, ὡς ἀποτέλεσμα, Α΄Βραβείου Πανθεσσαλικοῦ λογοτεχνικοῦ διαγωνισμοῦ τῶν Ἑκδόσεων Ἥρα Ἑκδοτική το 2012, στὸ Βόλο. Ζεῖ και ἐργάζεται στὰ Τρίκαλα, βοηθώντας στην οἰκογενειακή ἐπιχείρηση Ἀρτοποιεῖο. Ἡ «Πάλη για ἥλιο» εἶναι ἡ δεύτερη ποιητική του συλλογή που ἐκδίδεται, ἀπ’ τις  Πρότυπες Ἑκδόσεις Πηγή, Θεσσαλονίκη 2016.

Σχετικά με τον Συγγραφέα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Βρείτε μας στο Facebook

Γραφτείτε στο newsletter μας