Σενάριο:Richard Brooks

Σκηνοθεσία:Richard Brooks

Φωτογραφία:William A. Fraker

Μουσική:Artie Kane

Ηθοποιοί: Diane Keaton (Theresa), Tuesday Weld (Katherine), William Atherton (James), Richard Kiley (Mr. Dunn), Richard Gere (Tony), Alan Feinstein (Martin), Tom Berenger (Gary), Priscilla Pointer (Mrs. Dunn), Laurie Prange (Brigid), Joel Fabiani (Barney), Julius Harris (Black Cat), Richard Bright (George), LeVar Burton (Cap Jackson), Marilyn Coleman (Mrs. Jackson), Carole Mallory (Marvella)

Οδύσσεια δίχως λύτρωση

Η σεξουαλική επανάσταση  υπήρξε ένα κοινωνικό κίνημα που αμφισβήτησε τους παραδοσιακούς κώδικες συμπεριφοράς που σχετίζονται με τη σεξουαλικότητα και τις διαπροσωπικές σχέσεις. Έκανε την εμφάνιση της σε όλο τον δυτικό κόσμο, από τη δεκαετία του 1960 έως τις αρχές της  δεκαετίας του 1980. Ωστόσο αυτή η αναζήτηση της αυτο-εκπλήρωσης μέσω της αισθησιακής έκφρασης διολίσθησε και ευτελίστηκε σε ακραίο ηδονισμό, μέχρι το απειλητικό φάντασμα του AIDS να την αναχαιτίσει.

Το φιλμ «Αναζητώντας τον κύριο Γκούντμπαρ» ακτινογραφεί την επίδραση αυτού του κινήματος στα μέσα των 70’s με πολύ πιο διεισδυτικό τρόπο από την ρηχή φαντασμαγορία του «Πυρετού το Σαββατόβραδο» ,της ίδιας χρονιάς. Το ζενερίκ της ταινίας είναι μια χορογραφία  ,στον ρυθμό της  ντίσκο , από ασπρόμαυρα θραύσματα  που καταγράφουν την αόριστα επικίνδυνη γοητεία της νυχτερινής ζωής .

Ο βασικός χαρακτήρας της ταινίας είναι η  Theresa Dunn ,μια  αφοσιωμένη  δασκάλα  κωφών παιδιών. Έχει χαμηλή  αυτοεκτίμηση καθώς γεννήθηκε με σκολίωση. Η  χειρουργική επέμβαση που υποβλήθηκε στην παιδική της ηλικία την τραυμάτισε σωματικά και συναισθηματικά .Ταυτόχρονα έχει να αντιμετωπίσει τη τυραννική καταπίεση από ένα δεσποτικό και θρησκόληπτο  πατέρα, ενώ διατηρεί επαφή μόνο με τη μεγαλύτερη αδελφή της. Παράλληλα σπουδάζει στο Πανεπιστήμιο όπου συνδέεται ερωτικά με ένα παντρεμένο καθηγητή. Όταν ο τελευταίος τερματίζει τη σχέση τους , η  πληγωμένη Theresa αποφασίζει να εκφράσει την εναντίωση της στον ηθικολογικές επιταγές της μικροαστικής της οικογένειάς. Αρχίζει να κάνει «ψωνιστήρι» σε κακόφημα μπαρ της πόλης, αναζητώντας περιστασιακές σχέσεις.

Αρχικά γοητεύεται από την ξέφρενη ατμόσφαιρα των clubs , με μουσική  ,χορό ,ποτό και εύκολες γνωριμίες . Γνωριμίες που η κάθε μια κρύβει μια πικρή ιστορία , ένα σκοτεινό παρελθόν. Ωστόσο το ταξίδι της  μέσα σε αυτό τον κόσμο είναι μια αντανακλαστική αντίδραση. Ο συναισθηματικός σκεπτικισμός της, είναι απόρροια της  εξιδανικευμένης σχέσης της  με τον καταχρηστικό καθηγητή της. Η έλλειψη επιθυμίας να αποκτήσει παιδιά, είναι η απάντηση στις πολλαπλές εκτρώσεις της αδελφής της και στο φόβο της κληρονομικής ασθένειας της. Έτσι η χειραφέτηση της  σχηματοποιεί μια παράδοξη δυαδικότητα –  σεμνή δασκάλα «Theresa» τη μέρα και έκφυλη «Terry» τη νύχτα – που σηματοδοτεί  τις αβυσσαλέες εσωτερικές συγκρούσεις της . Αυτή η υποταγή  της στον απερίσκεπτο ηδονισμό,  την υποβάλλει σε όλο και πιο επικίνδυνες σεξουαλικές συναντήσεις. Όταν μάλιστα συνδέεται με ένα βίαιο Ιταλό , συνειδητοποιεί  ότι η αχαλίνωτη «ελευθερία» είναι μια απατηλή ικανοποίηση ενορμήσεων ,που κρύβει την αβάσταχτη μοναξιά της .Έρχεται Πρωτοχρονιά , βλέπει τα αδιέξοδα ,θέλει να  κάνει μια νέα αρχή. Θα μπορέσει άραγε να ξεφύγει από τη σπειροειδή κατάδυση της σε αυτή την  άβυσσο σεξ και βίας;

Το «Αναζητώντας τον κ. Goodbar» ήταν η τελευταία σημαντική ταινία του Richard Brooks, ενός από τους εμπνευσμένους τεχνίτες του αμερικανικού κινηματογράφου .Αποτελεί διασκευή του ομώνυμου μυθιστορήματος της Judith Rossner ,που με τη σειρά του βασίζεται σε αληθινή ιστορία . Συχνά κατηγοριοποιείται ως ερωτικό θρίλερ ,αλλά στη πραγματικότητα είναι ένα οξύ και σκοτεινό σχόλιο για τη γυναικεία σεξουαλικότητα,τον μικροαστικό πουριτανισμό και τη θρησκευτική υποκρισία . Ο Brooks προσεγγίζει με πρωτοποριακή ειλικρίνεια ,ευαισθησία και τόλμη την ηθική σύγχυση και την αποτυχία της Αμερικανικής κοινωνίας να συμβιβάσει τις παραδοσιακές αξίες με τις σύγχρονες ελευθερίες. Με ευφυή τρόπο χρησιμοποιεί ανώδυνα γεγονότα από  «φωτεινά» κομμάτια της ζωής της Theresa  , για να προειδοποιήσει για τη κλιμάκωση της βίας στις «σκοτεινές» αναζητήσεις της. Σε μια τέτοια σκηνή, φτάνει καθυστερημένη στο σχολείο- μετά από μια νύχτα κραιπάλης – και βρίσκει απέναντι της μια θυμωμένη τάξη. Στον πίνακα είναι γραμμένο, «Δεν με νοιάζει!» και ζωγραφισμένο ένα τρομακτικό κρανίο, σαν μάσκα θανάτου. Όσο για την “mise en scene” του Brooks στη ντελιριακή κορύφωση της τελικής σεκάνς είναι στροβοσκοπικά φωτισμένη με δυσοίωνο κυανό και αποτελεί ένα από τα πιο συγκλονιστικά φινάλε του Αμερικανικού κινηματογράφου της δεκαετίας του ΄70.

Η  φωτογραφία του William Fraker  συνθέτει ένα εναλλασσόμενο μοτίβο φωτισμένων και σκοτεινών  πλάνων ,αντιπαραβάλλοντας και παραλληλίζοντας τις ελαφρύτερες σκηνές στο νοικοκυριό των Dunn και στο σχολείο με το σκοτάδι της συναισθηματικής βίας που κρύβεται στο περιθώριο της προσωπικής της ζωής . Σε συνδυασμό με το θαυμάσιο disco soundtrack  ,αυθεντικό κομμάτι της νοσταλγικής φαντασμαγορίας των 70’ς ,  συμβάλλουν στην αυθεντικότητα και την υπνωτιστική δύναμη του φιλμ.

Με  την συνταρακτική της απόδοση η Diane Keaton κρατά στη πλάτη της όλη τη ταινία. Ερμηνεύει ένα χαρακτήρα με  τρομακτικές αντιθέσεις , αλλά καταφέρνει να τον κάνει αληθινό και συμπαθή , χωρίς να ολισθαίνει στο γκροτέσκο.  Κατά παράδοξο τρόπο ,το 1978, βραβεύτηκε με το Όσκαρ  ερμηνείας όχι ως “Τheresa Dumm”, αλλά για την «Annie Hall»του Woody Allen. Εξαιρετικές είναι και οι ερμηνείες των  Richard Gere  ,Tom Berenger  ,Tuesday Weld,  William Atherton και Richard Kiley  στους υποστηρικτικούς ρόλους.

Στα  Seventies  η  χρήση ουσιών και το χωρίς συναίσθημα σεξ  θεωρήθηκε  η πύλη για την ειλικρινή και ανοιχτή ανθρώπινη επαφή. Τι ήταν όμως στα αλήθεια; Μια διαφυγή από την πραγματικότητα; Ένα αναλγητικό για τον πόνο της ύπαρξης; Ένα  τείχος προστασίας από  τους σκοτεινούς δαίμονες του καθενός; Ή ,μήπως ήταν μια Οδύσσεια δίχως λύτρωση;

  Richard Brooks(1912-1992)

Ο Brooks είναι ίσως ο πιο υποτιμημένος Αμερικανός κινηματογραφικός δημιουργός , με όλη τη σημασία του όρου ,καθώς υπήρξε σπουδαίος σεναριογράφος αλλά και σκηνοθέτης κλασικών ταινιών όπως τα «Blackboard Jungle» (1955), η «Cat on a Hot Tin Roof» (1958), Elmer Gantry (1960) και «In Cold Blood» (1967).

Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Temple στη Φιλαδέλφεια, και άρχισε την καριέρα του ως αθλητικός δημοσιογράφος και αργότερα  ραδιοφωνικός σχολιαστής για το NBC. Στις αρχές της δεκαετίας του 1940 μετακόμισε στο Χόλιγουντ, όπου εργάστηκε στην Universal για τα σενάρια ταινιών όπως το «Men of Texas» (1942) και «Cobra Woman» (1944). Αφού υπηρέτησε (1943-45) στον Β Παγκόσμιο Πόλεμο,  έγραψε το «The Brick Foxhole» (1945), ένα μυθιστόρημα για τη δίωξη ενός ομοφυλοφίλου. Το βιβλίο ήταν η βάση για το κλασικό «Crossfire» του Edward Dmytryk (1947), αν και η ταινία επικεντρώνεται στον αντισημιτισμό. Αργότερα έγραψε τα σενάρια για σημαντικές ταινίες όπως τα φιλμ νουάρ «Brute Force (1947)του Jules Dassin και το «Key Largo» (1948)του John Huston.

Στη συνέχεια ανέλαβε τη σκηνοθεσία στα φιλμ «Crisis»(1950), «The Light Touch»(1952) «Deadline—USA» (1952) .Μετά από μια σειρά  με αδιάφορες ταινίες, ο Brooks είχε την πρώτη μεγάλη επιτυχία του με το «Blackboard Jungle» (1955). Βασισμένο σε ένα δημοφιλές μυθιστόρημα του Evan Hunter, η ταινία διαδραματίζεται  σε σχολείο της Νέας Υόρκης που τρομοκρατείται από έφηβους κακοποιούς (μεταξύ άλλων, από τον Vic Morrow και τον Sidney Poitier) μέχρι να παρέμβει ένας νέος δάσκαλος (Glenn Ford). Εξαιρετικά επιδραστικό, το δράμα βοήθησε να ξεκινήσει η επανάσταση του “rock-and-roll” χρησιμοποιώντας ως μουσικό θέμα του το ‘Rock Around the Clock’ του Bill Haley . Το 1956 ο Brooks σκηνοθέτησε ένα από τα λίγα western του, το «The Last Hunt», και το «The Catered Affair», μια ρομαντική κωμωδία με πρωταγωνιστές τη Bette Davis και τον Ernest Borgnine. Στη συνέχεια έκανε το «Something of Value» (1957), ένα απολογισμό της εξέγερσης των Mau Mau στην Κένυα, με τον Poitier, τον Rock Hudson και την Wendy Hiller.

Ο Brooks εισήλθε  στην πιο πετυχημένη περίοδο της καριέρας του, μεταφέροντας μια σειρά από εξέχοντα λογοτεχνικά έργα στη μεγάλη οθόνη.Το «Cat on a Hot Roof»(1958) ήταν η προσαρμογή του ομώνυμου θεατρικού του Tennessee Williams για μια προβληματική οικογένεια του Νότου ,με ισχυρές ερμηνευτικές επιδόσεις των Paul Newman, Elizabeth Taylor και Burl Ives. Ωστόσο είχε λιγότερη επιτυχία, με την διασκευή στο Ντοστογιεφσκικό «The Brothers Karamazov»(1958) .

Το 1960 ο Brooks έγραψε και σκηνοθέτησε το « Elmer Gantry», ένα κυνικό αριστούργημα βασισμένο στο μυθιστόρημα του Sinclair Lewis με ήρωα ένα φιλάνθρωπο ευαγγελιστή.. Το 1962 συνεργάστηκε ξανά με τον Newman στο «Sweet Bird of Youth», μια μάλλον αδύναμη  προσαρμογή ενός ακόμη θεατρικού του Williams . Ο υπερ-φιλόδοξος «Lord Jim» (1965), με τον Peter O’Toole ως πρωταγωνιστή του ομώνυμου μυθιστορήματος του Joseph Conrad πήρε ανάμικτες κριτικές. Αντίθετα ο Brooks είχε μεγαλύτερη επιτυχία με το γεμάτο δράση «The Professionals» (1966), ένα από τα καλύτερα western της δεκαετίας  ,που υπήρξε πρόδρομος στο εμβληματικό «The Wild Bunch» του Sam Peckinpah (1969). Το φιλμ διέθετε ένα φοβερό cast με Burt Lancaster, Lee Marvin, Robert Ryan, Jack Palance, Woody Strode και Claudia Cardinale.

Το “In Cold Blood” (1967) είναι βασισμένο στο best seller του Truman Capote.Αναφέρεται στο πραγματικό γεγονός της εν ψυχρώ δολοφονίας μιας οικογένειας του Kansas, το 1959 ,από δύο μικρο-εγκληματίες, τον Perry Edward Smith και τον Dick Hickock, που ερμήνευσαν ο Robert Blake και ο Scott Wilson αντίστοιχα. Η docudrama προσέγγιση του Brooks ταιριάζει με την τεχνική του Capote. Το «In Cold Blood” θεωρείται δίκαια το “magnus opus” του Brooks και μια από τις καλύτερες Αμερικανικές ταινίες όλων των εποχών.

Οι μετέπειτα ταινίες του Brooks απέτυχαν να πλησιάσουν  την επιτυχία του προηγούμενου έργου του. Μετά το μελόδραμα «The Happy Ending» (1969), ο Brooks στράφηκε στην κωμωδία με το «$» (1971), ένα πολύπλοκο αλλά ευχάριστο φιλμ, στο οποίο ένας  ειδικός ασφάλειας (Warren Beatty) και μια πόρνη (Goldie Hawn) κλέβουν πολλά εκατομμύρια από μια τράπεζα. Το «Bite the Bullet» (1975) ήταν μια καλά κατασκευασμένη αναδρομή στην ακμή των western με εξαιρετικές εμφανίσεις από τον Gene Hackman, τον James Coburn και τον Ben Johnson. Ωστόσο, προβλήθηκε την ίδια εβδομάδα με τo «Jaws» του Steven Spielberg και βυθίστηκε εισπρακτικά.

Το 1977 ο Brooks γύρισε το τολμηρό και άδικα παραγνωρισμένο «Finding for M. Goodbar», μια συγκλονιστική προσαρμογή του best seller της Judith Rossner ,για μια καταπιεσμένη δασκάλα (Diane Keaton), της οποίας οι σεξουαλικές αναζητήσεις καταλήγουν σε τραγωδία.

Μετά από πενταετή απουσία από τη μεγάλη οθόνη, ο Brooks επέστρεψε με το «Wrong Is Right» (1982), μια σάτιρα για τα μέσα μαζικής ενημέρωσης που πέρασε απαρατήρητη παρά την παρουσία του Sean Connery. Η τελευταία του ταινία ήταν το «Fever Pitch» (1985), με πρωταγωνιστή τον Ryan O’Neal ,ως εξαρτημένο από τα τυχερά παιχνίδια. Το φιλμ ήταν εμπορική και καλλιτεχνική αποτυχία, και ο απογοητευμένος Brooks  αποσύρθηκε οριστικά από τον κινηματογράφο.