Ένα δαντελένιο ρομάντσο για το θάρρος και την αθωότητα

 

Σενάριο: Frederic Raphael(από τη νουβέλα του Henry James)

Σκηνοθεσία: Peter Bogdanovich

Φωτογραφία: Alberto Spagnoli

Μουσική: Angelo Francesco Lavagnino

Ο Henry James , σημαντική μορφή των Γραμμάτων του 19ου αιώνα, γόνος εξέχουσας οικογένειας, με πατέρα και αδερφό φιλοσόφους, επηρέασε με το έργο του πολλούς Αμερικανούς και Ευρωπαίους συγγραφείς, ενώ ο ίδιος, όπως ομολογούσε, δέχτηκε επιρροή από το έργο του Μπαλζάκ, τον οποίο θεωρούσε «δάσκαλό» του. Ως Αμερικανός που προτίμησε να ζήσει στην Ευρώπη, έγραψε ιστορίες για συμπατριώτες του οι οποίοι δοκιμάζονται σε ένα ξένο γι’ αυτούς περιβάλλον.

Η «Daisy Miller» αποτελεί μια εξαίρετη κινηματογραφική μεταφορά από την ομώνυμη κλασική νουβέλα του James .Είναι η ιστορία μίας Αμερικανίδας(Cybill Shepherd ) που έρχεται στην Ευρώπη με την απερίσκεπτη μητέρα (Cloris Leachman) και τον κακομαθημένο μικρό της αδερφό(James McMurtry). Είναι μία γυναίκα απελευθερωμένη και πολύ πιο μπροστά από την εποχή της, αρκετά ώστε με τη συμπεριφορά της να σκανδαλίζει την Βικτωριανή υψηλή κοινωνία του 1878.

Η εκκίνηση της αφήγησης  γίνεται από τον διάδρομο ενός πολυτελούς ξενοδοχείου στο ελβετικό θέρετρο Vevey.Μια στοιχισμένη σειρά από μπότες και παπούτσια περιμένουν  ακριβώς έξω από κάθε πόρτα. Ένα μικρό αγόρι,o Randolph Miller –ίσως ο πιο αντιπαθής παιδικός κινηματογραφικός χαρακτήρας-αφού παίρνει τα δικά του παπούτσια , ανακατεύει όλα τα υπόλοιπα ,κάνει τσουλήθρα στην κουπαστή ,κλέβει ένα μπαστούνι από τη ρεσεψιόν μέχρι να βγει έξω. Αναζητώντας τον επόμενο στόχο του εντοπίζει ένα νωχελικό και συμπαθή νεαρό που παίρνει πρωινό και προσπαθεί να διαβάσει μια εφημερίδα ,τον Frederick Winterbourne (Barry Brown). Του ζητά ένα κύβο ζάχαρης -και του κλέβει πολλούς περισσότερους- και με αναίδεια τον υποβάλλει σε μια σειρά από αδιάκριτες ερωτήσεις.«Ζεις στην Ευρώπη; Γιατί; Τι συνέβη;» ρωτά με ενοχλητικά ένρινη φωνή, που θυμίζει ενήλικο σε σώμα  παιδιού. Όταν η Daisy Miller εμφανίζεται σαν οπτασία στον κήπο ,ο έκθαμβος Frederick  ρωτάει την Randolph αν την ξέρει. «Δεν την ξέρω. Είναι η αδελφή μου» τον κατακεραυνώνει .

Σε μια επόμενη σουρεαλιστική σκηνή,  ο Frederick και η θεία του, κα Costello (Mildred Natwick) πίνουν το τσάι τους  σε  δημόσια λουτρά ,πλήρως ντυμένοι και  με το νερό μέχρι το στήθος .Η θεία προειδοποιεί τον ανιψιό  να αποφύγει τη στενή συναναστροφή του με την  χυδαία και νεόπλουτη οικογένεια των Miller. Το ίδιο βράδυ, ο Frederick  συναντά την Daisy και η μητέρα της κατά τη διάρκεια μιας βόλτας. Η Daisy προσπαθεί να κάνει μια βραδινή βαρκάδα μαζί του, αλλά αποθαρρύνεται από τον βλοσυρό οικονόμο , Eugenio.

Την επόμενη μέρα, o Frederick και η Daisy επισκέπτονται το κάστρο Chillion. Εκείνος την ξεναγεί προσπαθώντας να της πει την ιστορία του κάστρου, αλλά αυτή δεν συγκινείται ιδιαίτερα. Προτιμά να τον φλερτάρει με ανώδυνα πειράγματα. Της μιλά για τα  κελιά με άνοιγμα στην κορυφή που τα ονόμαζαν “ουμπλιέ”(ξεχασμένος). Η Daisy τον πειράζει , επαναλαμβάνοντας συνεχώς τη λέξη με γαλλική προφορά «ουμπλιέ». Διακόπτει την φλυαρία της μόνο για να του χαρίσει μερικά ξεκάθαρα βλέμματα σαρκικής έλξης. Ωστόσο συντρίβεται , όταν ο Frederick  της λέει ότι πρέπει ταξιδέψει στη Γενεύη , θεωρώντας ότι έχει κάποιο ερωτικό ραντεβού.Στην επιστροφή κυριαρχεί μελαγχολία και  σιωπή. Σε ένα πλάνο μεγάλης συναισθηματικής έντασης η Daisy γυρίζει το κεφάλι προς τα πίσω και κοιτά με θλιμμένο βλέμμα ,μέσα από το παράθυρο της άμαξας ,την εικόνα του κάστρου να χάνεται.

Μετά από καιρό ο  Frederick καταφθάνει στη Ρώμη. Εκεί ενημερώνεται από τη θεία του αλλά και από την παλιά ερωμένη του ,την δηλητηριώδη κα Walker (που ερμηνεύεται λαμπρά από την Eileen Brennan),  ότι η Daisy περιφέρεται δημόσια με ένα ντόπιο δευτεροκλασάτο ηθοποιό, τον Giovanelli(Duilio Del Prete), πυροδοτώντας σκάνδαλο. Όταν μάλιστα η Daisy αγνοεί τις νουθεσίες της κας Walker εξοστρακίζεται από τους κοσμικούς κύκλους, που δεν ανέχονται την επιπολαιότητα που επιδεικνύει σε αισθηματικά θέματα.

Τώρα ο Frenderick  μετεωρίζεται ανάμεσα στα αισθήματα του και στην πίεση από το στενό περιβάλλον του. Σε μια έξοχα ενορχηστρωμένη σεκάνς συνοδεύει τη Daisy στους περίφημους κήπους της Ρώμης . Όταν σταματούν για να παρακολουθήσουν κουκλοθέατρο  κοιτάζει τη Daisy με βαθιά θλίψη, που φωτίζεται ελαφρά όταν αυτή γελάει και του δίνει ένα θερμό ερωτικό βλέμμα . Στη προέκταση της Daisy στέκεται στο βάθος  μια ελευθέρια γυναίκα που τον κοιτά προκλητικά. Αμέσως θυμάται την «βρώμικη» φημολογία για την Daisy, το βλέμμα του συννεφιάζει ξανά.

Η τραγική ειρωνεία του έργου προέρχεται από τις περιοδικές συγκλίσεις και αποκλίσεις  των «εν δυνάμει» εραστών . Η Daisy είναι μια ανεξάρτητη ,ισχυρογνώμων γυναίκα ,με ειλικρινή  σεξουαλικότητα που αδιαφορεί πλήρως για τις κοινωνικές συμβάσεις. Ο πρωτο-φεμινισμός της εκδηλώνεται όταν λέει :«Δεν έχω επιτρέψει ποτέ σε έναν κύριο να υπαγορεύσει σε μένα ή να παρεμβαίνει σε οτιδήποτε κάνω». Αντίθετα ο Frenderick νοιώθει παγιδευμένος στην ανάγκη του να συμπορεύεται με τις επιταγές του κοσμικού του κύκλου. Αν και υπάρχει αμοιβαία έλξη, υπάρχει και μόνιμη  καχυποψία εξαιτίας της παρεξήγησης των προθέσεων  και της εσφαλμένης ανάγνωσης των χειρονομιών. Ποιος τελικά θα είναι ο νικητής σε αυτήν την πολιτισμική και ερωτική διαμάχη; Μήπως η Ειμαρμένη θα έχει τον τελευταίο λόγο;

Ο Bogdanovich είναι ένας διανοούμενος και βαθύς γνώστης των κινηματογραφικών κωδίκων. Η διασκευή του στο λογοτεχνικό έργο δανείζεται κινηματογραφική έμπνευση από το “μαγικό άγγιγμα” του Ernst Lubitsch .Υπάρχει ο αιθέριος ρυθμός της αφήγησης , η χορογραφία βλεμμάτων και εκφράσεων ,η λεπτή κριτική προς την υψηλή κοινωνία και η αδιόρατη  μελαγχολία που κρύβεται κάτω από την βαριά πολυτέλεια . Οι εικόνες είναι ταυτόχρονα γεμάτες εκθαμβωτική  ομορφιά  και δραματουργικό βάθος  ,αναδεικνύοντας την τραγικότητα της  μοίρας  όχι ως επέμβαση θεών αλλά ατελών θνητών. Αποτυπώνει με λεπτότητα και διακριτική σάτιρα τη διάσταση αμερικανικού επαρχιώτικου αυθορμητισμού και εγκρατούς ευρωπαϊκού σκεπτικισμού, αξιοποιώντας στο έπακρο τα εκφραστικά του μέσα όπως η ευρηματική αξιοποίηση των ντεκόρ, η συγκρατημένη αλλά καίρια χρήση της μουσικής και  η ατμοσφαιρική φωτογραφία του Alberto Spagnoli.

O Bogdanovich ,μαζί με τον Polanski, είναι ίσως οι μόνοι σύγχρονοι σκηνοθέτες που δημιουργούν «υποκειμενικό κινηματογράφο» .Στο σύμπαν του όλοι οι ήρωες έχουν τους λόγους τους , οι χώροι αποκτούν ρευστότητα  καθώς τους βλέπουμε από την οπτική του κάθε χαρακτήρα  από σκηνή σε σκηνή, και μερικές φορές μέσα στο ίδιο πλάνο σεκάνς. Οι διάλογοι που ο σεναριογράφος Frederic Raphael  εφευρίσκει για την ταινία είναι απόλυτα συνεπείς με το πνεύμα του  James, αλλά πολύ πιο αστείοι, προσθέτοντας το απαραίτητο χιούμορ που αντισταθμίζει την τραγικότητα της ιστορίας.

H Cybill Shepherd είναι η ιδανική  Daisy Miller, όπως την εμπνεύστηκε  ο Henry James. Όμως αυτός που κερδίζει τις εντυπώσεις είναι ο Barry Brown που δίνει μια πολύπλοκη, στοχαστική, εξαιρετικά βαθμονομημένη ερμηνεία ,ενώ τo υπόκωφα θλιμμένο βλέμμα του χαράζεται στη μνήμη του θεατή . Δυστυχώς οι προσωπικοί του δαίμονες τον οδήγησαν στην αυτοκτονία το 1978, σε ηλικία μόλις είκοσι επτά ετών.

Η πρώιμη σεκάνς της  περιήγησης στο ελβετικό κάστρο νοηματοδοτεί την «Daisy Miller». Σε μια ευφυή προοικονομία ο Frederick  προειδοποεί την Daisy «Μην απομακρύνεσαι, γιατί θα πέσεις» .Του απαντά Μέσα στοOublié” .Μην με ξεχάσεις». Στη Ρώμη , του μεταφέρεται ένα μήνυμα της Daisy  .Τότε συνειδητοποιεί  τη σημασία  μικρών ,ασήμαντων λεπτομερειών που μπορεί να αποκτήσουν τρομακτική δυναμική στο παιχνίδι του έρωτα .Τότε συνειδητοποιεί με οδύνη τις χαμένες ευκαιρίες, τη χαμένη νιότη .Τότε συνειδητοποιεί  πως η αρχική κρίση του (και δική μας) για την Daisy είναι αποτέλεσμα της ανικανότητας  μας να κατανοήσουμε αυτόν τον «αδιαμφισβήτητο συνδυασμό  θάρρους και αθωότητας» .Τότε  ίσως αναδύεται η αντήχηση από τοOublié”: «Μην με ξεχάσεις».

Peter Bogdanovich (1939- )

Χρισμένος ως ένα από τα χρυσά αγόρια του Νέου Χόλιγουντ  , ο Peter Bogdanovich υπήρξε ένας νέο-κλασικιστής που οι ταινίες του απέτιναν φόρο τιμής  στο στυλ των John Ford και Howard Hawks. Ωστόσο η προσωπική και επαγγελματική ζωή του  συνετρίβη  στα τέλη της δεκαετίας του ’70. Αν και λυτρώθηκε κάπως με τη «Μάσκα»(1985), δεν ανάκτησε ποτέ πλήρως την σκηνοθετική του απήχηση. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’90, ωστόσο  επέστρεψε στην αρχική του εκπαίδευση ως ηθοποιός και βρήκε την επιτυχία σε δεύτερους ρόλους σε ταινίες και στην περίφημη σειρά « The Sopranos».

Ως έφηβος, ο Bogdanovich σπούδασε υποκριτική με τη Στέλλα Άντλερ. Αργότερα εμφανίστηκε σε μικρές θεατρικές παραγωγές, τις οποίες μερικές φορές έγραφε και σκηνοθέτησε. Στη δεκαετία του 1950 εμφανίστηκε στη σκηνή με το Φεστιβάλ Σαίξπηρ της Νέας Υόρκης, και το 1959 σκηνοθέτησε μια παραγωγή off-Broadway του «The Big Knife» του Clifford Odets. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου ο Bogdanovich συνέγραψε κριτικές και άρθρα σε διάφορα περιοδικά, συμπεριλαμβανομένων των «Esquire» και «Cahiers du cinema». Οι μονογραφίες του για τους Όρσον Γουέλς (1961), Χάουαρντ Χοκς (1962) και Άλφρεντ Χίτσκοκ (1963) για το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης δημοσιεύθηκαν με μεγάλη αναγνώριση και ακολούθησαν τόμοι για τους Φριτς Λανγκ (1967), Τζον Φορντ (1968) και Άλαν Ντουάν (1971).

Σαν τους συναδέλφους και φίλους του   Μάρτιν Σκορσέζε και Φράνσις Φορντ Κόπολα, ξεκίνησε τη καριέρα του με τη βοήθεια μαιτρ των b-movies Ρότζερ Κόρμαν. Ήταν βοηθός σκηνοθέτης στο “The Wild Angels” (1966) και στη συνέχεια σκηνοθέτησε μια μικρή ταινία επιστημονικής φαντασίας, το “Voyage to the Planet of Prehistoric Women” (1968),  νέα εκδοχή μιας ρωσικής ταινίας. Επίσης συν-σκηνοθέτησε το 1967 ένα τηλεοπτικό ντοκιμαντέρ για τον Howard Hawks .

Με την υποστήριξη του Corman, ο Bogdanovich σκηνοθέτησε την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, «Targets» (1968), ένα αγωνιώδες θρίλερ που διαπλέκει δύο ιστορίες. Το ένα επικεντρώνεται σε έναν βετεράνο πολέμου του Βιετνάμ (που ερμηνεύεται από Τim O’Kelly) που ξεκινά μια τυφλή σειρά δολοφονιών. Η άλλη ιστορία ακολουθεί ένα ηλικιωμένο αστέρι ταινιών τρόμου ,με τον Boris Karloff στον τελευταίο σημαντικό ρόλο της καριέρας του-ο οποίος εξετάζει το ενδεχόμενο συνταξιοδότησης. Από κοινού με την Polly Platt, σύζυγο του εκείνη την εποχή, Bogdanovich συνέγραψε επίσης την ιστορία, και, αν και η ταινία αγνοήθηκε σε μεγάλο βαθμό από τους σινεφίλ όταν κυκλοφόρησε, θεωρείται πλέον κλασική.

Το  «The Last Picture Show» (1971) είναι μια απεικόνιση των σεξουαλικών ηθών και την κοινωνική αλλαγή σε μια μονότονη πόλη του Τέξας στη δεκαετία του 1950. Το ζοφερό δράμα -στο οποίο πρωταγωνίστησαν οι Jeff Bridges, Timothy Bottoms και Cybill Shepherd ως μαθητές λυκείου που ενηλικιώνονται- ήταν εμπνευσμένο από τον κλασικισμό των Hawks και Ford. Είναι αναμφισβήτητα η καλύτερη ταινία του Μπογκντάνοβιτς, και κατέκτησε εμπορική επιτυχία και καλλιτεχνική αναγνώριση. Το «Directed by John Ford» (1971)ήταν ένα ντοκιμαντέρ για τον Αμερικανό σκηνοθέτη, που έτυχε επίσης καλής υποδοχής.

Τι «What’s Up, Doc?»(1972) ήταν λιγότερο εντυπωσιακό αν και είχε εμπορική επιτυχία. Ένας εκτεταμένος φόρος τιμής στο «Bringing Up Baby» του Χοκς (1938), με πρωταγωνιστές τον Ράιαν Ο’Νιλ ως καθηγητή μουσικολογίας που περιτριγυρίζει μια βαλίτσα γεμάτη προϊστορικά πετρώματα και την Μπάρμπρα Στρέιζαντ ως τρελούτσικη γυναίκα που τον ερωτεύεται. Ήταν πιθανώς η πιο πιστή αναβίωση των κλασικών κωμωδιών screwball  μέχρι εκείνη την εποχή. Οι επιτυχίες συνεχίστηκαν με το «Paper Moon» (1973), μια κωμωδία γυρισμένη με ασπρόμαυρη φωτογραφία , ταιριαστή με το σκηνικό της χρονιάς 1936. Ο O’Neal  ερμήνευε έναν απατεώνα, φορτωμένο προσωρινά με ένα εννιάχρονο κορίτσι ,που  μπορεί και να είναι και πραγματική κόρη του, το οποίο όμως αρνείται να φύγει από κοντά του. Καθώς ταξιδεύουν για την Midwest κατά τη διάρκεια της «Μεγάλης Ύφεσης» συναντούν  από χήρες, αντιπαθείς υπάλληλους μέχρι λαθρέμπορους όπλων με μια διασκεδαστική και μερικές φορές συγκινητική ποικιλία περιπετειών.

Η σειρά των επιτυχιών του Βogdanovich σταμάτησε με την “Daisy Miller” (1974), μια προσαρμογή της νουβέλας του Henry James. Η ταινία ήταν μια οικονομική αποτυχία , ενώ μερίδα της κριτικής θεώρησε -μάλλον άδικα -αδύναμη την ερμηνεία της Shepherd στον κεντρικό ρόλο. Τα τελευταία η ταινία έχει επανεκτιμηθεί και κάποιοι την συγκαταλέγουν στις καλύτερες του σκηνοθέτη. Ακόμη λιγότερο πετυχημένο ήταν το «At Long Last Love» (1975), ένας  φόρος τιμής στα μουσικά ρομάντσα της δεκαετίας του 1930, διανθισμένος με μια σειρά από τραγούδια του Cole Porter. Η ταινία δέχτηκε τα ομαδικά πυρά της κριτικής ιδιαίτερα για τις ερμηνευτικές επιδόσεις των Shepherd και Burt Reynolds . Το 1976 ο Bogdanovich σκηνοθέτησε και συνέγραψε το «Nickelodeon», ένα πιο μετριοπαθές έργο που ήταν ένας φόρος τιμής στους πρωτοπόρους της κινηματογραφικής βιομηχανίας. Αν και είχε κακή αποδοχή στο box office, είναι ένα αληθοφανές και ενδιαφέρον κολλάζ ανέκδοτων ιστοριών που είχε μάθει από τους  Ford, Dwan, και Raoul Walsh .Ανίκανος πια να πάρει την οικονομική υποστήριξη από τα σημαντικότερα στούντιο,ο  Bogdanovich έλαβε τη βοήθεια του Corman για να κάνει το χαμηλού προϋπολογισμού “Saint Jack” (1979) , μια ευπρόσδεκτη ανάπαυλα από τα νοσταλγικά παστέλ του. Σε αυτό το υπαρξιακό δράμα (που βασίζεται σε ένα μυθιστόρημα του Paul Theroux) πρωταγωνίστησε o Ben Gazzara ως ένα καλόψυχος νταβατζής που έχει κολλήσει στη Σιγκαπούρη. Αν και δεν ήταν  δημοφιλής στους κινηματογραφόφιλους , κέρδισε κάποιους επαίνους από τους κριτικούς.

Το «They All Laughed» (1981) ήταν μια ιδιόμορφη ρομαντική κωμωδία για τρεις ιδιωτικούς ντετέκτιβ που ερωτεύονται με τις γυναίκες που προσλαμβάνονται για να ακολουθήσουν. Διέθετε ένα ελκυστικό cast που περιελάμβανε Gazzara, Audrey Hepburn, Colleen Camp, και John Ritter, αλλά περισσότερο τη θυμόμαστε για την Dorothy Stratten,που δολοφονήθηκε από τον εν διαστάσει σύζυγό της λίγο μετά τα γυρίσματα .Η Stratten είχε μια σχέση  με τον Bogdanovich, που έγραψε αργότερα έγραψε μια βιογραφία για αυτήν με τίτλο «The Killing of the Unicorn»(1984).

Μετά από ένα τετραετές διάλειμμα από τη σκηνοθεσία, ο Bogdanovichέκανε τη «Μάσκα» (1985), ένα δράμα βασισμένο σε μια αληθινή ιστορία. Η ταινία ήταν καλλιτεχνική και εμπορική επιτυχία, με την Cher να δίνει  μια αξέχαστη απόδοση ως η σκληρή αλλά στοργική μητέρα ενός έφηβου αγοριού (Eric Stoltz) που πάσχει από μια ασθένεια που προκαλεί σοβαρή παραμόρφωση του προσώπου. Ο Bogdanovich στη συνέχεια επανεξέτασε τις προηγούμενες επιτυχίες του, αν και με διαφορετικά αποτελέσματα. Το «Illegally Yours»  (1988) ήταν μια ακόμη προσπάθεια να γίνει μια ακόμη μοντέρνα εκδοχή  του«Bringing Up Baby», ενώ το «Texasville» (1990), από το μυθιστόρημα του McMurtry, ήταν  μια ακόμη απογοήτευση. Οι κριτικοί θεώρησαν την τελευταία ταινία μια άσκοπη, επίπεδη συνέχεια του αριστουργήματος του «The Last Picture Show» , παρά την παρουσία των αρχικών μελών του cast , Bottoms, Shepherd, Leachman, and Bridges. Πιο ενθαρρυντική, ωστόσο, ήταν η  προσαρμογή του Bogdanovich  στο «Noises Off» (1992), το περίφημο θεατρικό έργο του Michael Frayn, με θέμα τα μέλη ενός θιάσου που μπλέκονται σε μια σεξουαλική φάρσα τόσο εντός όσο και εκτός σκηνής. Πρωταγωνίστησαν οι  Carol Burnett, Michael Caine, Christopher Reeve, and John Ritter  .Το «The Thing Called Love» (1993) ήταν ένας διαλογισμός για το ανέφικτα όνειρα , με τον River Phoenix  και τη Sandra Bullock άντρα Μπούλοκ ως επίδοξους αστέρες . Η ταινία είχε μόνο μια περιορισμένη προβολή σε κινηματογράφους πριν τη μετάβαση στην αγορά του βίντεο.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1990 ο Bogdanovichάρχισε να εργάζεται κυρίως στη μικρή οθόνη, σκηνοθετώντας μια σειρά από ταινίες φτιαγμένες για την τηλεόραση. Ωστόσο, το 2001 έκανε το «The Cat’s Meow»  , μια προσαρμογή του έργου του Steven Peros για το μυστηριώδη θάνατο του σκηνοθέτη Thomas H. Ince κατά τη διάρκεια του εορτασμού γενεθλίων του στο γιοτ William Randolph Hearst το 1924. Το δράμα απεικονίζει ένα ειδύλλιο μεταξύ του Τσάρλι Τσάπλιν (Eddie Izzard) και Μάριον Ντέιβις (Κίρστεν Ντανστ). Το 2007 ο Bogdanovichσκηνοθέτησε το ροκ μουσικό ντοκιμαντέρ «Tom Petty and the Heartbreakers: Runnin’ Down a Dream». Η επόμενη προσπάθειά του, «She’s Funny That Way» (2014), παρουσίασε ένα σύνολο ηθοποιών που περιελάμβανε τους Jennifer Aniston, Kathryn Hahn, Imogen Poots, Rhys Ifans και Owen Wilson και επικεντρώνεται στις ρομαντικές εμπλοκές πίσω από τις σκηνές μιας παραγωγής του Broadway. Το «Great Buster» (2018) είναι ένα ντοκιμαντέρ για τον Buster Keaton.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της σκηνοθετικής σταδιοδρομίας του, Bogdanovich συνέχισε να παίζει ως ηθοποιός. Εκτός από την εμφάνισή του σε πολλές από τις δικές του ταινίες, πρωταγωνιστούσε σε ταινίες όπως ο «Mr. Jealousy» (1997), το  «Infamous» (2006) και το «While We’re Young» (2014). Οι ξεχωριστοί ρόλοι του στην τηλεόραση περιελάμβαναν αυτόν ενός ψυχιάτρου στη σειρά  «The Sopranos».