Σκηνοθεσία:       Jules Dassin

Σενάριο:    Ben Barzman, Jules Dassin

Διεύθυνση Φωτογραφίας:Gilbert Chain, Jacques Natteau

Μουσική:   Georges Auric

Χώρα Παραγωγής:      Γαλλία-Ιταλία

Έτος Παραγωγής:      1957

Διάρκεια:   122′

Μια θρησκευτικά ασεβής και πολιτικά ανατρεπτική  αλληγορία

Το εμβληματικό μυθιστόρημα «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» γράφηκε από το Νίκο Καζαντζάκη στην Αντίμπ της Γαλλίας, το 1948 και εκδόθηκε το 1954. Δυο χρόνια αργότερα,  ο Jules Dassin μαζί με τη Μελίνα Μερκούρη επισκέφθηκαν τον συγγραφέα και ζήτησαν την έγκριση του για την μεταφορά του βιβλίου στον κινηματογράφο. Ο Καζαντζάκης δέχτηκε  και ο Dassin ταξίδεψε για πρώτη φορά στην Ελλάδα, και πιο συγκεκριμένα στα Κριτσά της Κρήτης για το γύρισμα της ταινίας.

Ο χρόνος δράσης είναι το 1922 και ο χώρος είναι η Λυκόβρυση ,ένα ελληνικό χωριό της Μικρασίας ,που βρίσκεται υπό Τουρκική Κατοχή. Οι προεστοί , ο άρχοντας Πατριαρχέας (Gert Frobe) και ο παπα-Γρηγόρης (Fernand Ledoux), με την ήσυχη υποταγή τους έχουν ικανοποιημένο τον Αγά, τον Τούρκο στρατιωτικό κυβερνήτη (Grégoire Aslan ) , έτσι ώστε να προστατεύονται το καθεστώς και η εξουσία τους στην κοινότητα. Πλησιάζει το Πάσχα και γίνονται οι προετοιμασίες για την αναπαράσταση του «Άγιου Πάθους», ενός εθίμου που γίνεται κάθε επτά χρόνια. Τον «Χριστό» θα υποδυθεί ο Μανωλιός (Pierre Vaneck), ένας καλοκάγαθος τραυλός βοσκός · τον «Ιωάννη», ο Μιχελής(Maurice Ronet),  γιος του άρχοντα Πατριαρχέα· τον «Ιούδα», ο βάναυσος Παναγιώταρος( Roger Hanin) · τη Μαγδαληνή, η  χήρα Κατερίνα(Μελίνα Μερκούρη). Όσοι επιλέχτηκαν θα πρέπει να προετοιμαστούν ψυχολογικά  για τη διαδικασία της αποστολής και της εκπλήρωσης  : ο Παναγιώταρος πρέπει να γίνει προδότης, ο Μανωλιός να γίνει ένας αληθινός ηγέτης, ο Μιχελής ο καλύτερος φίλος του.

Αργά το απόγευμα, καταφθάνουν κατατρεγμένοι πρόσφυγες, με επικεφαλής τον παπα-Φώτη (Jean Servais),  από ένα μακρινό χωριό. Οι  Τούρκοι τους έσφαξαν και τους έκαψαν το χωριό όταν ξεσηκώθηκαν εναντίον τους. Ζητούν τρόφιμα καθώς λιμοκτονούν και ανεκμετάλλευτη γη για να την καλλιεργήσουν .Ωστόσο ο παπα-Γρηγόρης , ο Πατριαρχέας και ο τσιγκούνης έμπορος γερο-Λαδάς (Δήμος Σταρένιος) αντιτίθενται σθεναρά στη φιλανθρωπία.  Φοβούνται ότι  θα διαταραχθεί η εκεχειρία  τους με τον Αγά και κυρίως ότι θα υποστούν απώλεια στην ιδιοκτησία τους. Όταν μια γυναίκα πεθαίνει από πείνα ,ο παπα-Γρηγόρης διαδίδει ότι οι πρόσφυγες μεταφέρουν την επιδημία της χολέρας. Έτσι τώρα οι διωγμένοι χωρικοί ανεβαίνουν τον δικό τους Γολγοθά  καταφεύγοντας στο άγριο βουνό της Σαρακίνας.

Ωστόσο  αυτοί που έχουν αναλάβει να υποδυθούν τον Χριστό, τους Απόστολους και την Μαγδαληνή αρχίζοντας σταδιακά να ταυτίζονται με τους ρόλους τους ,προστρέχουν για βοήθεια στη Σαρακίνα. Ειδικά ο Μανωλιός αλλάζει μέρα με τη μέρα για να φτάσει σε πνευματική, ψυχική και σωματική αγνότητα .Ασυνείδητα θέλει να γίνει αυτός που πρέπει, για να υπηρετήσει τον ρόλο του και να  ανταποκριθεί στον Χρυσό Κανόνα («δεν κάνουμε στους άλλους αυτά που δε θέλουμε να κάνουν οι άλλοι σε εμάς»). Στο πανηγύρι του προφήτη Ηλία βρίσκει το κουράγιο και τα λόγια για να υπερασπιστεί τους πρόσφυγες. Μιλά για την αξία της αγάπης και του ελέους, προκαλώντας την οργή του παπα-Γρηγόρη που αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο  ανοιχτής εξέγερσης και την απειλή αναταραχής.

Στο μεταξύ  πεθαίνει ο Πατριαρχέας και ο Μιχελής αποφασίζει να μοιράσει την περιουσία του στους πρόσφυγες. Όταν εκείνοι έρχονται στη Λυκόβρυση για να παραλάβουν τα κτήματα, ο παπα-Γρηγόρης κηρύσσει το Μιχελή ανισόρροπο ,του δεσμεύσει την περιουσία και προκαλεί εμφύλια σύρραξη ,προκαλώντας ακόμη και τον θάνατο του αδελφού του . Στη συνέχεια καταφεύγει στον Αγά κατηγορώντας τον Μανωλιό ως υπαίτιο όλων των συμφορών .Το φανατισμένο πλήθος συγκεντρώνεται στην εκκλησία, όπου ο παπα-Γρηγόρης αφορίζει τον Μανωλιό και δίνει το σύνθημα στον Παναγιώταρο να τον μαχαιρώσει μέσα στον ιερό χώρο.

Η κορύφωση του αγώνα των προσφύγων οδηγεί στην  ηρωική έξοδο τους από τις σπηλιές της Σαρακίνας  και την κάθοδο τους στο χωριό. Η ζωική ορμή για επιβίωση , οδηγεί  νομοτελειακά σε ένοπλη σύγκρουση ,όπου ακόμη και ο πράος παπα-Φώτης θα πιάσει το όπλο .Η βάση της σύγκρουσης είναι ξεκάθαρα υλική και ταξική. Από τη μια πλευρά βρίσκονται οι κάθε μορφής εξουσίες (κατακτητές, προεστοί, εκκλησία) και από την άλλη ενωμένοι σε κοινό μέτωπο οι πρόσφυγες με τους καταπιεσμένους χωρικούς.

Ο  Jules Dassin  έκτισε την καριέρα του στην Αμερική με τα έξοχα φιλμ νουάρ  «Bruce Force», «Naked city», «Thieves highway» πριν αυτοεξοριστεί στην Ευρώπη  , αφού αρνήθηκε να καταθέσει ενώπιον της επιτροπής Αντιαμερικανικών ενεργειών. Στην Ευρώπη γύρισε δυο ακόμη αριστουργηματικά νουάρ ,το « Night and the City» στην Αγγλία και το «Rififi»στη Γαλλία. Στον «Χριστό» συνδυάζει τις έντονες φωτοσκιάσεις από το γνώριμο νουάρ στυλ του ,  με  νεορεαλιστικές αποχρώσεις στο γυμνό, αποξηραμένο  κρητικό τοπίο.

Το φιλμ είναι μια θρησκευτικά ασεβής και πολιτικά ανατρεπτική αλληγορία με αόρατα νήματα να συνδέουν τρεις ιστορικές στιγμές: Την εποχή των Παθών στην Ιουδαία, τη Μικρασιατική Καταστροφή και τον Ελληνικό Εμφύλιο .Σύμφωνα  με τη «νιτσεϊκή επανάληψη του Ιδίου» οι άνθρωποι δεν μαθαίνουν από τα λάθη τους και έχουν μια φυσική ροπή να τα επαναλάβουν. Ο Dassin συνέθεσε μια κοινωνική τοιχογραφία πλάθοντας ρεαλιστικούς χαρακτήρες  που όμως ενσαρκώνουν πανάρχαια αρχέτυπα, αναγνωρίσιμα ακόμη και στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα . Επιτίθεται κατά μέτωπο στον θεσμοθετημένο χριστιανισμό, τον καπιταλισμό , την απληστία. Αναφέρεται στον προαιώνιο αλληλοσπαραγμό των Ελλήνων και τη δίωξη του αδύναμου και του διαφορετικού. Επισημαίνει την αξία της ατομικής και κοινωνικής ελευθερίας αλλά και την υποχρέωση για προσωπική και συλλογική αντίσταση απέναντι στην καταπίεση από  ξένους ή ντόπιους . Καταδικάζει αυτούς που συνδιαλέγονται με τους κατακτητές για να προστατεύσουν τα συμφέροντα τους ,πολλές φορές σε βάρος των ομοεθνών τους.

Το πολυεδρικό σενάριο συνέγραψαν ο σκηνοθέτης και ο Ben Barzman( επίσης κυνηγημένος από τη λίστα Μακάρθι), για τη σκληρή ασπρόμαυρη φωτογραφία συνεργάστηκαν οι  Gilbert Chain και Jacques Natteau, η μουσική επιμέλεια πάνω σε ελληνικά θέματα είναι του Georges Auric και τα κοστούμια σχεδιάστηκαν από τον Γιάννη Τσαρούχη.

Οι σελίδες του μυθιστορήματος του Καζαντζάκη λάμπουν στο σκοτάδι της οθόνης. Ο  ουμανιστής Dassin δημιούργησε  μια συναρπαστική  και γενναία ταινία, τόσο διανοητικά όσο και συναισθηματικά. Φωτίζει στο επίκεντρο τον ριζοσπαστισμό του Χριστού θέτοντας το  προφανές μήνυμα : αν ο Ιησούς επανέλθει σήμερα, δεν θα είναι οι κακοποιοί που θα τον σταυρώσουν, αλλά η εξουσία στην εκσυγχρονισμένη μορφή της :παγκοσμιοποιημένη ,πιθανά γοητευτική αλλά ταυτόχρονα αδίστακτη και φοβική απέναντι στις πανανθρώπινες ηθικές αξίες.

Jules Dassin(1911-2008)

Η σκηνοθετική φήμη του Jules Dassin θεμελιώθηκε σε πέντε φιλμ νουάρ, τρία από τα οποία δημιουργήθηκαν στο Χόλιγουντ πριν αναγκαστεί να εγκαταλείψει τις Ηνωμένες Πολιτείες για πολιτικούς λόγους. Προηγήθηκε ένα κατά το μάλλον ή ήττον αναποτελεσματικό μείγμα κωμωδιών και δραμάτων που χαρακτήρισαν στην πρώιμη δημιουργική του περίοδο, μέχρι να παρουσιάσει το «Brute Force» (1947),ένα σκληρό δράμα φυλακής. Συνειδητοποιώντας ότι το ταλέντο του ταίριαζε στα φιλμ νουάρ, συνέχισε με τα «The Naked City»(1948) και «Thieves’ Highway» (1949) που αμφότερα χαρακτηρίζονται από την έξοχη δραματική χρήση των χώρων , όπως συμβαίνει και με το «Night and the City» (1950), που είναι γυρισμένο στους σκοτεινούς δρόμους του υπόκοσμος στο Λονδίνο.

Αφού ο Dassin εγκαταστάθηκε στη Γαλλία, σκηνοθέτησε το «Rififi» (1956), μια εκπληκτικά πειστική ταινία ληστείας ,διάσημη για την –γεμάτη ένταση ,σχολαστικότητα και χωρίς διαλόγους- 22 λεπτών σεκάνς της διάρρηξης . Όταν παντρεύτηκε την Μελίνα Μερκούρη, η καριέρα του καριέρα άλλαξε κατεύθυνση. Η Μερκούρη έγινε η μόνιμη πρωταγωνίστρια του ,στον ρόλο της πόρνης με την αγνή ψυχή στο Καζαντζάκειο «Celui qui doit mourir» (1957) και στο «Never on Sunday» (1960)- το τελευταίο έγινε διάσημο για την λαϊκή μουσική του Χατζιδάκι – και σε εκσυγχρονισμένα ελληνικά κλασικά έργα ,όπως η «Phaedra» (1962). Στο «Topkapi» (1964),ένα κωμικό θρίλερ για μια ληστεία στο Μουσείο της Κωνσταντινούπολης, επανεξέτασε ένα γνώριμο του θέμα με πιο ανάλαφρη οπτική και με μεγάλη εμπορική επιτυχία.

Στη συνέχεια η καριέρα του Dassin ακολούθησε καθοδική πορεία . Η παρακμή άρχισε με το «10.30 PM Summer» (1966), μια επιτηδευμένη διασκευή ενός μυθιστορήματος της Marguerite Duras και το «Up Tight» (1968), λανθάνον remake του “The Informer” του John Ford (1935).

Η «Πρόβα» (1974) και το «A Dream of Passion» (1978) ένωσαν ξανά κινηματογραφικά την Μερκούρη και τον Dassin για έβδομη και όγδοη φορά αντίστοιχα. Η τελευταία του ταινία, «Circle of Two» (1980), ένα δράμα για τη σχέση μεταξύ μιας εφήβης (Tatum O’Neal) και ενός μεσήλικα ζωγράφου (Richard Burton), δεν είχε θετική απήχηση . Ήταν ένα ατυχές τέλος για την καριέρα ενός εμπνευσμένου αλλά άνισου σκηνοθέτη, του οποίου ο αντίκτυπος θα μπορούσε να ήταν μεγαλύτερος, αν δεν είχε καταχωριστεί στη μαύρη λίστα του Χόλιγουντ.

Ο Γ. Μπακογιαννόπουλος έγραψε για τον Dassin: «Με τον Ντασσέν ,έχει κανείς τον πειρασμό να μιλήσει για τον άνθρωπο, πριν, μέσα και πέρα από τις ταινίες του. Ο ουμανισμός του σαν θερμό ρεύμα τις διαποτίζει, σαν φως τις καταυγάζει πέρα από τα στενά όρια του «είδους» και της ιδεολογίας ή του μορφικού επιτεύγματος.»