Σενάριο : David Rayfiel, Bertrand Tavernier( από το μυθιστόρημα του David Compton «The Continuous Katherine Mortenhoe»)

Σκηνοθεσία : Bertrand Tavernier

Φωτογραφία : Pierre-William Glenn

Μουσική : Antoine Duhamel

Ένα ανατριχιαστικά προφητικό θρίλερ

Στο εγγύς μέλλον όπου η επιστήμη έχει εξαλείψει τις περισσότερες ασθένειες ,  ο θάνατος νέων ανθρώπων έχει γίνει εξαιρετικά σπάνιος . Ο Vincent Ferriman (Harry Dean Stanton),είναι ένας αδίστακτος τηλεοπτικός παραγωγός που έχει χτίσει μια παρασιτική αυτοκρατορία που εκμεταλλεύεται τον ανθρώπινο πόνο .Το μότο του είναι : “Στη τηλεόραση όλα είναι σημαντικά και τίποτα δεν έχει σημασία” .Προσπαθώντας να αυξήσει τη θεαματικότητα του δικτύου έχει επινοήσει μια τηλεοπτική εκπομπή με το όνομα “Death Watch”, στην οποία θα μεταφέρει στους δέκτες των τηλεθεατών τις τελευταίες μέρες ενός πάσχοντα από ανίατη νόσο. Το άτομο  που θα επιλεγεί πρέπει προφανώς να είναι νεαρό, διάσημο ,όμορφο, και κατά προτίμηση γυναίκα.

Η συγγραφέας Katherine (Romy Schneider) ταιριάζει απόλυτα στην παραπάνω περιγραφή. Ένας κυνικός γιατρός ,απρόσμενα της ανακοινώνει ότι σύντομα θα πεθάνει από μια άγνωστη νόσο . Ο Vincent, έχοντας ήδη ετοιμάσει αφίσες με τη μορφή της, της προσφέρει ένα μεγάλο χρηματικό ποσό για να επιτρέψει στο δίκτυο να καλύψει τις τελευταίες ώρες της ζωής της. Το ρόλο του «κάμεραμαν» θα αναλάβει ο Roddy (Harvey Keitel),στα μάτια του οποίου  έχουν εμφυτευθεί  μικρο-κάμερες .Η Katherine προσποιείται ότι συμφωνεί, αλλά τελικά το σκάει με τη βοήθεια του Roddy που γνώρισε «τυχαία» ,αγνοώντας τον σκοτεινό του ρόλο. Μαζί  ξεκινούν  ένα ταξίδι στην ύπαιθρο με σκοπό να καταλήξει στο Land’s End, όπου ζει ο μουσικολόγος ,πρώην σύζυγός της, Gerald Mortenhoe (Max von Sydow).

Το «Death Watch» είναι το πέμπτο φιλμ  –το πρώτο αγγλόφωνο- του μάλλον υποτιμημένου Γάλλου σκηνοθέτη Bertrand Tavernier . Βασίζεται στο μυθιστόρημα του David Compton «The Continuous Katherine Mortenhoe» και αφιερώνεται στον μεγάλο Jacques Tourneur που στις ίδιες τοποθεσίες της Σκωτίας γύρισε το θρίλερ «Circle of Danger»(1951).

Το 1980 που προβλήθηκε η ταινία δεν είχε επινοηθεί ακόμη ο όρος «reality show» . Ο Tavernier προβλέπει την εμφάνιση  της ωμά ρεαλιστικής τηλεόρασης και την άβυσσο στην οποία αναπόφευκτα θα βυθιστεί η ανθρωπότητα ,με το θέαμα του θανάτου  να γίνεται η« νέα πορνογραφία». Προειδοποιεί για την εκθετική αύξηση της δύναμης των ΜΜΕ  σε ένα εφιαλτικό μέλλον καθυπόταξης στην καπιταλιστική απληστία: οι κυνικοί παραγωγοί δεν διστάζουν να θυσιάσουν ανθρώπους στο κυνήγι της θεαματικότητας αλλά και οι «καταδικασμένοι» είναι διαθέσιμοι για να εξαργυρώσουν τον θάνατο τους. Επιπλέον διερευνά  την κατάρρευση των  θεμελιωδών ηθικών αξιών ,την  απώλεια σταθερών σημείων αναφοράς ,όπως ο σεβασμός των προσωπικών δεδομένων και το ιατρικό απόρρητο: η σεκάνς της συνάντησης του αμοραλιστή γιατρού με την ασθενή  μας προκαλεί ρίγος τρόμου.

Το εφιαλτικό όραμα του Tavernier , στα 1980 , σήμερα δεν είναι πια αντικείμενο της επιστημονικής φαντασίας, αλλά μια ζοφερή πραγματικότητα . Το φαινόμενο είναι πανδημικό, με καθημερινά  προγράμματα άθλιας αισθητικής ,που παρέχουν φθηνές συναισθηματικές συγκινήσεις σε ένα  κανιβαλιστικό κοινό. Ζούμε στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα του «Death Watch», και το πιο ανησυχητικό είναι ότι την συνηθίσαμε και δεν φαίνεται πλέον να μας ενοχλεί.

Το ευέλικτο σενάριο των Tavernier και David Rayfiel χωρίζει την αφήγηση σε δύο μέρη. Το πρώτο είναι γυρισμένο στη Γλασκόβη. Το ερειπωμένο μεγαλείο και τα  καταθλιπτικά περίχωρα ,με  σωρούς αστικών αποβλήτων,  αντικατοπτρίζουν την  ηθική παρακμή της μεταβιομηχανικής κοινωνίας. Γινόμαστε μάρτυρες του αργού μετασχηματισμού της Katherine , όταν μαθαίνει ότι αργοσβήνει. Αρχίζει να βλέπει τον κόσμο γύρω της διαφορετικά ,σκέφτεται το παρελθόν, τους ανθρώπους που αγαπούσε ,τα όνειρα που είχε. Με πίκρα συνειδητοποιεί ότι όλοι- ο παραγωγός ,ο γιατρός ακόμη και ο σύζυγος της- την βλέπουν όχι πια ως ανθρώπινη ύπαρξη αλλά ως αντικείμενο προς πώληση. Στο συμπαθές πρόσωπο του Roddy νομίζει ότι βρήκε ένα ανθρώπινο στήριγμα. Στη διάρκεια μιας διαδήλωσης, ο Roddy συλλαμβάνεται και φυλακίζεται για μια νύχτα. Το πρωί η Katherine τον περιμένει συμπονετικά έξω από την φυλακή ,ενώ αυτός συνεχίζει κρυφά να την μαγνητοσκοπεί . Η   τραγική ειρωνεία συγκλονίζει τον θεατή!!!

Στο δεύτερο μέρος  το σκηνικό της δράσης μεταφέρεται στο λιτό μεγαλείο των Highlands .Η ήρεμη και χωρίς «κραυγές» κινηματογράφηση   των απέραντων εκτάσεων  απαλύνει τον ανθρώπινο πόνο των περιπλανώμενων ηρώων. Τότε αυτοί έρχονται πιο κοντά ,συζητώντας για τους θριάμβους και τις αποτυχίες τους, τα ιδανικά και τα όνειρά τους. Ο Roddy  επαναξιολογεί τόσο την εμπλοκή του με το «Death Watch» όσο και τον τρόπο που έζησε μέχρι τώρα τη ζωή του. Συνειδητοποιεί ότι κάτω από διαφορετικές συνθήκες θα μπορούσε να έχει μια όμορφη ζωή με τη Katherine .Ανάμεσα τους εκλύεται ανθρώπινη θέρμη. Πρόκειται για μια σχέση αδύνατη, ασύμβατη που παρόλα αυτά συγκινεί. Όμως όταν ο Roddy  βλέπει τυχαία σε μια τηλεόραση  προσωπικές στιγμές της Katherine που ο ίδιος υποκλέπτει ,καταρρέει συναισθηματικά. Η βαριά ενοχή τον καταπνίγει ,αποζητά τη λύτρωση.

Ο Tavernier δομεί την ταινία του ισορροπώντας ανάμεσα στο ρεαλιστικό  και το φανταστικό , σε διαρκή διασταύρωση και όσμωση. Η μαγευτική φωτογραφία του Pierre-William Glenn  και η ανησυχητική μουσική του Antoine Duhamel  δημιουργούν  μια  λιτά φουτουριστική  και απόκοσμη  ατμόσφαιρα . Οι ερμηνείες της  Romy Schneider και του Harvey Keitel  είναι εύθραυστες και οδυνηρές , καθώς εκείνη την εποχή και οι δυο αντιμετώπιζαν σοβαρές προσωπικές δυσκολίες  ,από την εισβολή των ΜΜΕ στη ζωή τους. Οι Keitel και Stanton ήταν  ένθερμοι υποστηρικτές της «μεθόδου», ενώ η Schneider υπήρξε μια καθαρά ενστικτώδης ηθοποιός. Βέβαια αυτός που φωτίζει όλη την ταινία με την επιβλητική παρουσία του είναι ο ηθοποιός-φετίχ του Bergman , Max von Sydow.

Το “Death Watch”, αποτελεί την κορωνίδα της φιλμογραφίας του Tavernier . Είναι ένας προφητικός εφιάλτης, ένα ανατριχιαστικό  σχόλιο για την δικτατορία του ηδονοβλεπτισμού , διαποτισμένο με μελαγχολικό λυρισμό και πεισιθάνατο ηλεκτρισμό. Το επιφερόμενο φορτίο των διπολικών συγκρούσεων αγάπης-μίσους , ηθικής-κέρδους ,τεχνολογικής προόδου-αποξένωσης , φόβου – δαιμονικής έλξης του θανάτου,  οδηγεί αναπότρεπτα στο τελικό κρεσέντο που έχει τη καταστροφική δύναμη ελληνικής τραγωδίας. H Οιδιπόδεια αυτό-τιμωρία  και η αυτοχειρία  ως έσχατη άμυνα για την υπεράσπιση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

 

Bertrand Tavernier(1941-)

Ο Bertrand Tavernier είναι ένας από τους πιο παραγωγικούς αλλά και πλούσιους σε ποικιλόμορφη θεματολογία γάλλους σκηνοθέτες. Το θεματικό φάσμα των ταινιών εκτείνεται από τις οικογενειακές σχέσεις, τους Παγκόσμιους Πόλεμους και φτάνει μέχρι τα σύγχρονα κοινωνικά δεινά. Ανεξάρτητα από τα θέματα που εξερευνά, ο Tavernier προσδίδει στις ταινίες του μεγάλη ενδοσκόπηση και ανθρωπισμό, κάτι που τον καθιέρωσε ως μια από τις πιο προοδευτικές και συμπονετικές φιγούρες του γαλλικού κινηματογράφου.

Επηρεάστηκε ιδιαίτερα από αμερικανούς σκηνοθέτες όπως ο Joseph Losey, ο John Ford, ο Samuel Fuller και ο William Wellman, και – κατά τη διάρκεια μιας περιόδου στο Sorbonne, όπου σπούδασε νομικά – ασχολήθηκε με τη βιομηχανία του κινηματογράφου ως βοηθός σκηνοθέτη . Θεωρώντας ότι δεν ήταν πολύ καλός για αυτή τη  δουλειά,  έγινε κριτικός κινηματογράφου. Ενώ εργαζόταν για εκδόσεις με κύρος όπως το «Positif» και το «Cahiers du Cinema», έγραψε δύο βιβλία για τον αμερικανικό κινηματογράφο, ένα από τα οποία είχε πολλές εκδόσεις.

Έκανε το ντεμπούτο του ως βοηθός του Ζαν Πιερ Μελβίλ στην ταινία «Léon Morin, prêtre»Sinner (1961) και με την πρώτη ταινία που σκηνοθέτησε, «Ο ωρολογοποιός του Σαν Πολ» (1974), από το μυθιστόρημα του Ζορζ Σιμενόν, ,απέσπασε την Αργυρή Άρκτο στο Φεστιβάλ Βερολίνου.
Τα επόμενα έργα του, «Que la fête commence..»(1975) και « Le juge et l’assassin»(1976) τον καθιέρωσαν σαν δημιουργό.
Το 1977 ήταν σκηνοθέτης αλλά και για πρώτη φορά συμπαραγωγός στην ταινία «Des enfants gâtés», ενώ το 1980 γύρισε την αγγλόφωνη ταινία  «La mort en direct/ Death Watch»  στην Σκότια με πρωταγωνιστές την Ρόμι Σνάιντερ και τον Χάρβεϊ Καιτέλ, ταινία που του χάρισε την διεθνή αναγνώριση.Την ίδια χρονιά γύρισε και το φιλμ  «Une Semaine de Vacances». Η αγάπη του για τον αμερικανικό νουάρ κινηματογράφο και γενικότερα την αμερικανική κουλτούρα εκφράστηκε στην ταινία «Το ξεκαθάρισμα»  (1981), μια μεταφορά στην Αφρική του αστυνομικού μυθιστορήματος του Τζιμ Τόμσον.
Το 1984, ο Ταβερνιέ κέρδισε αρκετά βραβεία με την ταινία «Un dimanche à la campagne», ανάμεσα στα οποία ήταν και εκείνο της σκηνοθεσίας στο φεστιβάλ των Καννών, το βραβείο κριτικών της Νέας Υόρκης και το βραβείο Βρετανών κριτικών.
Η επόμενη ταινία του, «Round Midnight» (1985) ήταν μια ταινία για τη τζαζ μουσική που κέρδισε το OSCAR καλύτερης μουσικής επένδυσης.  Οι ταινίες «La Passion Béatrice»(1987) και «La Vie et rien d’autre»(1989) έγιναν γνωστές για τις εξαιρετικές ερμηνείες τους. Αργότερα ο Ταβερνιέ άρχισε να γυρίζει ντοκιμαντέρ όπως οι ταινίες «Mississipi Blues» και «The Undeclared War», μια 4ωρη ταινία για τον πόλεμο στην Αλγερία.
Η ταινία «L.627» (1991) αναφέρεται στον νόμο “627” του γαλλικού ποινικού κώδικα που αφορά τη χρήση ναρκωτικών και αποτελεί τον “μπούσουλα”, τη Βίβλο, με την οποία κινείται ο αστυνόμος της Δίωξης Ναρκωτικών. Ο Ταβερνιέ δεν υπερασπίζεται φυσικά την ύπαρξη μιας καταπιεστικής αστυνομίας, αλλά προτείνει να γίνει η αστυνομία πιο αποτελεσματική.
Το 1995 ήταν η χρονιά του να βραβευτεί με την Χρυσή Άρκτο στο φεστιβάλ του Βερολίνου για την ταινία «The Bait», ενώ το 1996 του απονεμήθηκε το βραβείο CESAR από τους συμπατριώτες του για την σκηνοθεσία της ταινίας «Captain Conan».
Αργότερα η ταινία «It All Starts Today» (1999) απέσπασε το βραβείο κοινού στο Σαν Σεμπάστιαν. O Ζακ Γκαμπλέν πήρε την Αργυρή Άρκτο καλύτερης ερμηνείας στο φεστιβάλ Βερολίνου για το «Safe Conduct» (2002), ενώ πρωταγωνίστησε και στην επόμενη ταινία του Ταβερνιέ «Holy Lola» (2004).
Το «In the Electric Mist» (2009) βασίζεται στο best seller του Τζέιμς Λι Μπερκ «In the electric mist with confederate dead». Διαδραματίζεται στην Λουιζιάνα και έχει σαν κεντρικό χαρακτήρα έναν ντετέκτιβ -τον υποδύεται ο Tommy Lee Jones- που κυνηγάει έναν μανιακό δολοφόνο που έχει ως θύματά του νεαρές γυναίκες…
Η ταινία «La princesse de Montpensier» (2010) διαδραματίζεται στη Γαλλία το 1562.
Σχολιάζοντας την ποικιλομορφία των ταινιών ο Tavernier δήλωσε «Το να μεταφέρεσαι από τη σύγχρονη Λουιζιάνα στη Γαλλία του 16ου αιώνα και από εκεί στους Βαλκανικούς Πολέμους και από εκεί στους επικίνδυνους δρόμους του Παρισιού του ’90 και από εκεί στο Παρίσι της δεκαετίας του 1950 την εποχή που η τζαζ μεσουρανούσε, είναι ταξίδια ανεκτίμητα και πολύτιμα».