Ο  John Forbes (Dick Powell)  είναι ένας πετυχημένος ασφαλιστής ,παντρεμένος με μια όμορφη σύζυγο (Jane Wyatt) και ένα μικρό ζωηρό αγόρι(Jimmy Hunt). Παρά όλα όσα έχει επιτύχει στη ζωή, ο Forbes  αισθάνεται ανεκπλήρωτος . Ο διάλογος με τη σύζυγο του το αποδεικνύει: «Τι απέγιναν εκείνοι οι δυο που θα έφτιαχναν ένα καράβι και θα έκαναν το γύρο του κόσμου;» της λέει. «Εγώ έκανα παιδί. Εσύ δεν ξέρω τι έκανες.» είναι η  πληρωμένη απάντηση που παίρνει. Η  εργασιακή ρουτίνα και το πιστά επαναλαμβανόμενο χρονοδιάγραμμα της ζωής τον συνθλίβει. Περιμένει κάτι να τον τραβήξει από το τέλμα .

Στο  γραφείο του  συναντά τον μοχλό της αφήγησης, τον «Φρικιαστικό» ιδιωτικό ντετέκτιβ  MacDonald (Raymond Burr), στον οποίο ανέθεσε να βρει στοιχεία για ένα καταδικασμένο κακοποιό που έκλεψε χρήματα από την εταιρεία του. Ο κακοποιός Smiley(Byron Barr) σπατάλησε τα περισσότερα από αυτά σε ακριβά δώρα- γούνες, δαχτυλίδι αρραβώνων ,ακόμη και ένα μικρό ταχύπλοο-  στη φίλη του Mona(Lizabeth Scott),ένα γοητευτικό μοντέλο. Η Mona έγινε ερωτική εμμονή για τον φορτικό MacDonald , αλλά αυτή τον απορρίπτει.

Ο  Forbes τον  ρωτά: «Της μίλησες;» .Του απαντά: «Ναι… Όταν κατάφερα να μην την κοιτάζω.» Τον ακούει με φαινομενική αδιαφορία  αλλά στην πραγματικότητα έχει ήδη δημιουργηθεί ένας ελκυστικός μύθος γύρω από την ομορφιά της. Όταν αργότερα την επισκέπτεται στο σπίτι της,  βρίσκει την πόρτα ανοιχτή . Περιμένοντας ξεφυλλίζει ένα άλμπουμ με φωτογραφίες της. Είναι φανερό ότι έχει ερωτευτεί την εικόνα της πριν καν την γνωρίσει. Σε λίγο ακούει μια βραχνά ερωτική φωνή : «Είσαι διαρρήκτης ή έχεις ένταλμα έρευνας;» Ο Forbes παλεύει να φερθεί καθαρά υπηρεσιακά. Όταν όμως τον υποτιμά ως «ανθρωπάκι με χαρτοφύλακα», η αυτοεκτίμηση του καταβαραθρώνεται. Η επιλογή του είναι να εμπλακεί συναισθηματικά μαζί της. Μετά από μια ρομαντική βόλτα με το σκάφος ,αφού παίρνουν ένα κοκτέιλ σε ένα μπαρ, και μετά την υπονοούμενη μοιχεία, επιστρέφει αργά στο σπίτι του.  Στη συνέχεια ο Forbes  υποφέρει από τις ενοχές,  γεγονός που εκμεταλλεύεται ο δολοπλόκος MacDonald  που εξοργισμένος από την απόρριψη της Mona καταστρώνει ένα σατανικό σχέδιο που εμπλέκει και τον φυλακισμένο Smiley.  Άραγε αν κάποιος θέλει να αποκρύψει μια μοιχεία , μπορεί να φτάσει μέχρι και τον φόνο;

Ο εξαίρετος τεχνίτης De Toth, Ουγγρικής καταγωγής,  είναι γνωστός για τα western του και τα τρισδιάστατο φιλμ τρόμου , όπως το «House of Wax» .Το « Pitfall» είναι ένα από τα σημαντικότερα  φιλμ του κύκλου «noir» ,παρά το γεγονός ότι συνήθως δεν συμπεριλαμβάνεται σε λίστες με τα καλύτερα του είδους . Μια πιθανή εξήγηση είναι ότι ο De Toth τολμά και ανατρέπει κάποια στερεότυπα. Ο  ήρωας δεν ανήκει στον υπόκοσμο .Είναι ο μέσος Αμερικάνος οικογενειάρχης , η ραχοκοκκαλιά της χώρας.

Ανατρέπει επίσης την εικόνα της  femme-fatale. Η Mona δεν είναι η σατανική γυναίκα που οδηγεί τους «αθώους» άντρες στην καταστροφή. Αντίθετα αυτή πληρώνει τις συνέπειες των πράξεων τους . Το μόνο λάθος της είναι ότι  προσελκύει λάθος άντρες: από τον φυλακισμένο φίλο της , τον σαδιστικό ντετέκτιβ μέχρι και τον αξιοπρεπή οικογενειάρχη που απλά αποζητά μια περιπέτεια . Η ίδια έχει ηθικό κώδικα ,είναι μια «καταδικασμένη αθώα».

Τέλος δεν τοποθετεί την εξαπάτηση ,την διπροσωπία και την προδοσία στους σκοτεινούς δρόμους του υποκόσμου της πόλης αλλά στην καρδιά μιας αμερικανικής οικογένειας. Μπορούμε να μιλήσουμε για ένα ιδιότυπο «οικιακό» φιλμ νουάρ.

Το «Pitfall» εξερευνά με οξύ βλέμμα την σκοτεινή πλευρά του αμερικανικού ονείρου και το ασταθές καταφύγιο της μεταπολεμικής  ευδαιμονίας. Όμως όταν κοπάσει η φρικτή θύελλα της βίας , ο De Toth επιλέγει ως τελική λύση ,την αποστασιοποίηση και την αμφιβολία από το καθησυχαστικό χάππυ-εντ .Τότε νοιώθουμε το ρίγος της υπαρξιακής κρίσης του ήρωα.  Η μήπως και το δικό μας;

Andre De Toth(1913-2002 )

Ο Andre De Toth, γεννήθηκε στην Ουγγαρία, σπούδασε νομικά στη Βουδαπέστη, αλλά ασχολήθηκε με την υποκριτική, τη φωτογραφία, τη γλυπτική και τη ζωγραφική.

Ως έφηβος, έγραψε επίσης θεατρικά έργα, και παρόλο που δεν ανέβηκαν στη σκηνή, ένα από αυτά, το «Discreet Bond», τον έφερε σε επαφή με τον Ferenc Molnar, τον πιο διάσημο θεατρικό συγγραφέα της Ουγγαρίας εκείνης της εποχής, ο οποίος με τη σειρά του τον εισήγαγε σε κορυφαίους καλλιτεχνικούς και κινηματογραφικούς κύκλους.

Έγινε σκηνοθέτης το 1938 και έκανε πέντε ταινίες πριν του ανατεθεί να κάνει ναζιστικές προπαγανδιστικές ταινίες και να καταγράψει τη γερμανική εισβολή στην Πολωνία το 1939. Αργότερα εκείνο το έτος, ο κ. De Toth έφυγε για την Αγγλία, όπου γρήγορα βρήκε δουλειά ως συγγραφέας και βοηθός σκηνοθέτης του Alexander Korda, ο οποίος τον πήρε στο Χόλιγουντ το 1942.

Η πρώτη του ταινία ήταν «Passport to Suez» (1943), σχετικά με την πολεμική ίντριγκα στη Βόρεια Αφρική. Αν και αργότερα σκηνοθέτες όπως ο Martin Scorsese, σεβάστηκαν τον κ. De Toth για το ακατέργαστο στυλ του, θεωρήθηκε ,  για το μεγαλύτερο μέρος της καριέρας του, σπεσιαλίστας των  Β-movies.

Η πιο διαχρονική κληρονομιά του, ειδικά για  τους νεότερους σκηνοθέτες και τους μελετητές του κινηματογράφου, ήταν μια σειρά από υπέροχα Β –movies, κυρίως western και δράματα εγκληματικότητας που έκανε στις  δεκαετίας του 1940 και του 1950. Ήταν ταινίες τραχιές, ψυχολογικά οξείες και αδίστακτα βίαιες.

Πολλοί κριτικοί θεωρούν ως καλύτερη του ταινία το «Pitfall», μια ταινία του 1948 με πρωταγωνιστή τον Dick Powell ως ασφαλιστικό ερευνητή ο οποίος πέφτει στα νύχια μιας femme fatale, που έπαιξε η Lizabeth Scott. Ένα άλλο αγαπημένο φιλμ νουάρ είναι το «Crime Wave», μια ταινία του 1954 με πρωταγωνιστή τον Sterling Heyden, η οποία γυρίστηκε σε μεγάλο βαθμό τη νύχτα σε άθλιες τοποθεσίες γύρω από το Λος Άντζελες.

Οι περισσότερες ταινίες του De Toth ήταν western  και συνεργάστηκε με πολλά από τα κορυφαία αστέρια της περιόδου, όπως ο Joel McCrea στο «Ramrod» (1947), ο Gary Cooper στο «Springfield Rifle» (1952), και ο Kirk Douglas στο «The Indian Fighter» (1955).

Η πιο μακροχρόνια εργασιακή του σχέση ήταν με τον Randolf Scott, με τον οποίο έκανε έξι αξιόλογα western στη δεκαετία του ’50: «Man in the Saddle»(1951), «Carson City» (1952), «The Stranger Wore a Gun»(1953), «Thunder Over the Plains» (1953), «Riding Shotgun»(1954) και «The Bounty Hunter»(1954).

Ο  De Toth έγινε ευρύτερα γνωστός από  το «House of Wax»(1953), ένα από τα λίγα «διαμαντάκια» που προέκυψαν από την τρισδιάστατη τρέλα της δεκαετίας του 1950, η οποία απαιτούσε από το κοινό να φορά χρωματιστά γυαλιά για να δει τα τρισδιάστατα εφέ. Στο φιλμ αυτό ο Vincent Price ερμηνεύει ένα παράφρονα ιδιοκτήτη ενός μουσείου κέρινων ομοιωμάτων που βαλσαμώνει τα θύματα των δολοφονιών του. αντιπροσωπευτική του έργου του. Αν και είναι δημοφιλές στο κοινό και φημισμένο για τα πρωτοποριακά του εφέ, δεν είναι αντιπροσωπευτική του έργου του και δεν είχε καλή αποδοχή από τους κριτικούς.

Ο De Toth κέρδισε τη μοναδική υποψηφιότητα για το Όσκαρ για το σενάριο, με τον William Bowers, για την ιστορία στην οποία βασίστηκε η ταινία του Gregory Peck  «The Gunfighter»(1950).

Τα τελευταία χρόνια, ο  De Toth εργάστηκε επίσης στην τηλεόραση, σκηνοθετώντας επεισόδια σειρών όπως «Maverick» και «77 Sunset Strip». Η τελευταία του μεγάλη ταινία του Χόλιγουντ ήταν «Play Dirty» (1968), ένα σκοτεινό και κυνικό πολεμικό φιλμ με πρωταγωνιστή τον Michael Caine.

Αν και νεότεροι σκηνοθέτες που εκπαιδεύτηκαν σε κινηματογραφικές σχολές επανεκτίμησαν  το έργο του  De Toth, ο ίδιος δεν είχε σε εκτίμηση αυτό το είδος εκπαίδευσης. «Οι σχολές κινηματογράφου δεν σας διδάσκουν απολύτως τίποτα», έγραψε . «Η ψυχολογία του να είσαι σκηνοθέτης, δεν σχετίζεται με μηχανήματα – είτε το έχεις είτε δεν το έχεις. Η απαίτηση Νο. 1 είναι η κατανόηση. Ένας σκηνοθέτης συνεργάζεται με το πιο ευαίσθητο όργανο, τα ανθρώπινα όντα.»