Σκηνοθέτης: Alexander Dovzhenko
Σενάριο: Alexander Dovzhenko
Φωτογραφία: Danylo Demutsky
Μουσική: Levko Revutsky, Vyacheslav Ovchinnikov
Ηθοποιοί: Stepan Shkurat, Semyon Svashenko, Yuliya Solntseva, Yelena Maksimova, Nikolai Nademsky
Τοποθεσία: Ε.Σ.Σ.Δ. 1930
Διάρκεια: 76’

Α.Ντοβζένκο: ‘’Δεν πρέπει να αντιμετωπίζουμε το θέμα του κοινού ανθρώπου ως κοινό θέμα”

Σε μια Ουκρανική στέπα ο δυνατός άνεμος φυσά συνεχώς στο σιτάρι και στα φρούτα  καθώς οι εποχές εναλλάσσονται . Ο Συμεών ,ένας ηλικιωμένος αγρότης ,  ζει ειρηνικά τις τελευταίες στιγμές του, κάνοντας αστεία με ένα παλιό του φίλο τον Πέτρο: «Πεθαίνεις, Συμεών;» «Ναι, Πέτρο.» «Λοιπόν, ας πεθάνεις τότε. Αλλά να με ειδοποιήσεις αν είσαι στον παράδεισο ή στην κόλαση». Με ηρεμία  απαντά: «Αν μπορώ, σίγουρα θα σε… ενημερώσω».  Τρώει ένα τελευταίο αχλάδι και ξαπλώνει γαλήνια στη γη ανάμεσα σε μήλα που πέφτουν από τα δέντρα  χαιρετώντας τους αγαπημένους του: «Να ζείτε καλά. Εγώ πεθαίνω!».Δυο μικρά παιδιά γελούν και ανέμελα τρώνε φρούτα.

Ο εγγονός του Συμεών, ο Βασίλι, ηγέτης των φτωχών αγροτών φέρνει στο χωριό το πρώτο τρακτέρ , που με συναισθηματική υπερβολή παρουσιάζεται  ένα είδος θεότητας. Οι θορυβημένοι κουλάκοι της περιοχής θρηνούν και συνωμοτούν κατά της επερχόμενης κολεκτιβοποίησης.  Οι χωρικοί οργώνουν, σπέρνουν και θερίζουν με τη βοήθεια του Βασίλι που οδηγεί το τρακτέρ. Μετά από τη σκληρή δουλειά της μέρας, οι νεαροί αγρότες συναντούν τις αγαπημένες τους. Το φως του ήλιου φιλτράρεται μέσα από τα σύννεφα αλλά ρίχνει  δυσοίωνες σκιές στα πρόσωπα.  Επιστρέφοντας στο σπίτι του  ο χαρούμενος Βασίλι χορεύει μόνος αλλά σε ένα σταυροδρόμι, πέφτει σε δολοφονική ενέδρα από ένα κουλάκο. Ο πατέρας του διώχνει τον παπά και αρνείται θρησκευτική κηδεία για τον γιο του. Η ταφή πραγματοποιείται σε μια υπέροχη άνοιξη ,τραγουδώντας “νέα τραγούδια”, αφού ο Βασίλι δολοφονήθηκε επειδή αγωνιζόταν  για μια “νέα ζωή”. Με ένα πολύπλοκο ρυθμικό μοντάζ ο σκηνοθέτης δημιουργεί ένα κρεσέντο κατακερματισμένης δράσης.  Η απογοητευμένη αρραβωνιαστικιά του Βασίλι ολοφύρεται γυμνή στην κρεβατοκάμαρά της. Ο  ιερέας παρακαλεί  τον  Θεό του, να τιμωρήσει τους ‘’’απιστους” αγρότες . Ο  δολοφόνος ομολογεί την ενοχή του ,αλλά το πλήθος τον αγνοεί. Οι αλλόφρονες κραυγές του πνίγονται  από την ένθερμη ομιλία  ενός ρήτορα  που σηματοδοτεί τη μετάβαση σε μια νέα εποχή ,καθώς δείχνει τον ουρανό λέγοντας :«Η δόξα του Βασίλι θα πετάξει και θα μαθευτεί σ’ ολόκληρο τον κόσμο σαν μπολσεβίκικο αεροπλάνο!»

Ο κύκλος της αφήγησης κλείνει ,όπως άνοιξε, με εικόνες από τη φύση και τη γονιμότητα της γης. Εναλλαγές κοντινών και μεσαίων πλάνων  απεικονίζουν  υγρά φρούτα που λαμπυρίζουν  με το σφιχτό  μοντάζ  να ακολουθεί τον ρυθμό της βροχής. Σε ένα όνειρο, η αρραβωνιαστικιά του Βασίλι βρίσκεται ακόμα στην αγκαλιά του. Οι εποχές και ο χρόνος ρέουν αδιάλειπτα  και περιορίζουν το χρονικό διάστημα  της έμβιας ύλης αλλά το πνεύμα και ο έρωτας  υπερβαίνουν αυτά τα όρια και γίνονται αιώνια.

Η “Γη”, θεωρείται το τελευταίο μέρος της άτυπης τριλογίας του Dovzhenko  που περιλαμβάνει ακόμα το “Svenigora”(1928) και το “’Arsenal”(1929). Το φιλμ αυτό ενόχλησε ,όπως όλα τα μεγάλα έργα τέχνης  : ο Στάλιν το θεώρησε πανθεϊστικό ενώ πολλοί «μυωπικοί» Δυτικοί ,προπαγανδιστικό.  Ο Dovzhenko αναδιάρθωσε  πολλές από τις μεθόδους του Eisenstein,  μεταλλάσσοντας την πολιτική διαλεκτική σε μια μυστικιστική, παγανιστική  λυρική σύνθεση.  Σε αντίθεση με τον Eisenstein, το αντιστικτικό μοντάζ  απευθύνεται περισσότερο στις αισθήσεις παρά στο μυαλό.

Ο σκηνοθέτης παίρνει ως αφορμή  τον σχηματισμό του πρώτου κολχόζ και την αντίσταση των γαιοκτημόνων, για να επικεντρωθεί  σε διαχρονικά και πανανθρώπινα θέματα: την πρόοδο και τη μονιμότητα, τον θάνατο και τη ζωή , τη χαρά και τον πόνο του έρωτα , την καλοήθη φύση που υπερβαίνει την ανθρώπινη αβελτηρία. Με οπτική ζωγράφου  παραδίνεται σε ένα μεγαλόστομο λυρισμό ,σε ένα ντελιριακό ιμπρεσιονισμό. Τα πλάνα του συλλαμβάνουν τη φύση και τους ανθρώπους σε στιγμές  ιδανικής έξαρσης ,όπου το αδύνατο γίνεται εφικτό και όπου το πάθος οδηγεί στο όραμα ,στη θυσία και στη  κατάκτηση μιας νέας εποχής ειρήνης. Συνθέτει μια κινούμενη ανθρώπινη και φυσική τοιχογραφία :αχανείς πεδιάδες κάτω από τον απέραντο ουρανό,  άνεμος και βροχή να χορογραφούν λουλούδια και φρούτα. Εικόνες πλημμυρισμένες από αγάπη για τη «Μητέρα Γη» και τον έμβιο κόσμο της. Εικόνες με αθεϊστική θρησκευτικότητα , μεθυσμένες από έρωτα  ,φορτισμένες από επαναστατικό ιδεαλισμό. Το συναίσθημα  έχει μεγαλύτερη σημασία από την δράση ,όπως φαίνεται σε σκηνές  όπως αυτή όπου ο γέρο-Πέτρος προσπαθεί να επικοινωνήσει με τον νεκρό Συμεών, ενώ τον κοροϊδεύει μια ομάδα παιδιών. Ή τη σκηνή της νεκρικής πομπής με τα φύλλα να χαϊδεύουν απαλά τον νεκρό Βασίλι και τα ηλιοτρόπια να υποκλίνονται.

Η «Γη» είναι η πρώτη, και πιθανώς η καλύτερη, ποιητική ταινία στην ιστορία του κινηματογράφου. Από εδώ ξεκίνησαν τα πάντα: ο Tarkovsky,  ο Paradjanov … Στις μέρες μας ο Mallick . Ένα αριστούργημα τόσο σπάνιο και συμπαγές, που μαρτυρά τη φιλοσοφία του δημιουργού του από την πρώτη έως την τελευταία λήψη .Ένας  βαγκνερικός παιάνας, οργιαστικός και ιερατικός, επικός και λυρικός, στωικός και επαναστατικός, παθιασμένος και γαλήνιος. Ένα μνημείο τέχνης με υπερβατική δύναμη, προσανατολισμένο  σε μια  νέα αρμονία του κόσμου .

Aleksandr Dovzhenko(1894-1956)

Ο Aleksandr Dovzhenko,υπήρξε πολυτάλαντος και πολυπράγμων και θεωρείται ένας από τους τρεις κορυφαίους σκηνοθέτες του κλασικού σοβιετικού κινηματογράφου, μαζί με τους  Sergei Eisenstein και Vsevolod Pudovkin. Ήταν αυτός που πρώτος έφερε διεθνή αναγνώριση στη σοβιετική κινηματογραφική βιομηχανία κατά τη δεκαετία του 1930. Η συναισθηματική ένταση και ο μυστικιστικός συμβολισμός υπερισχύουν συχνά της αφηγηματικής δομής στις ταινίες του, πολλές από τις οποίες αφορούσαν τον ρωσικό εμφύλιο πόλεμο (1918-2020) και την περίοδο της κολεκτιβοποίησης (τέλη της δεκαετίας του 1920 έως τις αρχές της δεκαετίας του ’30).

Γεννημένος από αγρότες της Ουκρανίας, ο  Dovzhenko αποφοίτησε από ένα κολέγιο δασκάλων και έγινε πολιτικός γελοιογράφος για μια ουκρανική εφημερίδα. Σπούδασε επίσης ζωγραφική υπό τον Γερμανό εξπρεσιονιστή Erich Heckel. Ξεκίνησε την κινηματογραφική του καριέρα το 1926, κάνοντας το σκηνοθετικό του ντεμπούτο με το μικρού μήκους «Yagodki lyubvi» (1926, «Οι καρποί του έρωτα») και συνέχισε με το «Βάσια ο Μεταρρυθμιστής»(1927). Το φιλμ «Zvenigora» (1928), η πρώτη του σημαντική ταινία, είναι ένα λυρικό μείγμα ιστορικών γεγονότων, τοπικών θρύλων, σοβιετικής προπαγάνδας και λεπτής σάτιρας που  αναφέρεται στην ιστορία του ουκρανικού λαού από την καταγωγή του από τους Βίκινγκς έως τη Ρωσική Επανάσταση. Το «Arsenal» (1929, «Οπλοστάσιο») είναι ένα οπτικό ποίημα γεμάτο με υπέροχες, στοιχειωμένες εικόνες των χρόνων που οδήγησαν στη μεγάλη επανάσταση. Η «Γη» (1930) ,το magnum opus του και μια από τις σημαντικότερες ταινίες στην ιστορία του κινηματογράφου ,ερμηνεύει με ευαίσθητο οπτικό συμβολισμό την σχεδόν μυστικιστική σχέση των Ουκρανών χωρικών με τη γη τους. Άλλες γνωστές ταινίες ήταν ο «Ιβάν» (1932), η πρώτη ομιλούσα ταινία του , που περιγράφει την κατασκευή ενός υδροηλεκτρικού έργου. Το «Aerograd»(1935) ασχολείται με τη δημιουργία ενός αεροδρομίου σε ένα απομακρυσμένο φυλάκιο της Σιβηρίας. Το «Shchors» (1939), αφηγείται την ιστορία ενός Ουκρανού επαναστάτη , για το οποίο κέρδισε ο Dovzhenko το πρώτο από τα δύο βραβεία του Στάλιν .Το άλλο ήταν για το «Michurin» (1949,»Η ανθισμένη ζωή»)

Προς το τέλος της καριέρας του, ο Dovzhenko ένιωσε καταπιεσμένος από τη γραφειοκρατία του Σταλινικού καθεστώτος. Δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει πολλά έργα σε εξέλιξη λόγω αυτής της παρέμβασης . Το βάθος της πικρίας του μπορεί να βρεθεί στα ημερολόγιά του όπου έγραψε ότι ένιωθε ότι η ζωή του είχε χαθεί. Ολοκλήρωσε μόνο μια επτά ταινίες μεγάλου μήκους αν και εργάστηκε στη βιομηχανία του κινηματογράφου για πάνω από 20 χρόνια.

Παρότι καθαρά πολιτικές, οι ταινίες του είναι γεμάτες συναίσθημα και συμβολισμούς, που συχνά κυριαρχούν στη γραμμική σεναριακή αφήγηση. Επηρέασε πολλούς σοβιετικούς σκηνοθέτες και υπήρξε μέντορας των νεαρών τότε Λαρίσα Σεπίτκο και Σεργκέι Παρατζάνοφ. Μετά το θάνατό του δόθηκε το όνομά του στα κινηματογραφικά στούντιο του Κιέβου. Η γυναίκα του, Γιούλια Σόλντσεβα, συνέχισε κατά κάποιο τρόπο το έργο του, παράγοντας δικές της ταινίες και ολοκληρώνοντας σχέδια που εκείνος δεν είχε προφτάσει.

Ο Dovzhenko έγραψε  ένα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα, Zacharovana Desna (The Enchanted), και πολλά διηγήματα.