Σκηνοθεσία:George Roy Hill

Σενάριο: Dalton Trumbo και Daniel Taradash

Μουσική: Elmer Bernstein

Φωτογραφία:Russell Harlan

Χρώμα: Έγχρωμη

Διάρκεια: 189 min

Μεγαλειώδες έπος και στοχασμός για την ανθρώπινη φύση

1820.Κονέκτικατ,ΗΠΑ. Ο Keoki(Manu Tupou), πρίγκιπας ενός νησιού του συμπλέγματος της Χαβάης, εκφέρει μια συγκλονιστική ομιλία στους απόφοιτους της Θεολογικής Σχολής του Yale . Έχοντας ο ίδιος σπουδάσει για τέσσερα χρόνια στο κολέγιο, τους παρακαλεί να έρθουν στο νησί του και να βοηθήσουν στην αποκατάσταση σταθερότητας και αξιοπρέπειας για το λαό του. Η εισβολή του «πολιτισμού» των λευκών έφερε το αλκοόλ, τις επιδημίες, την οικονομική εκμετάλλευση ,τον συγκαλυμμένο ρατσισμό. Τυχοδιώκτες έκλεψαν την γη , φαλαινοθήρες λεηλάτησαν τα κορίτσια και τα πέταξαν σαν μικρά, πληγωμένα ζώα.

Ανάμεσα σε αυτούς που συγκινούνται από το κάλεσμα του είναι , ο Αιδεσιμότατος Abner Hale (Max von Sydow) και ο φίλος του γιατρός, John (Gene Hackman), που επιθυμούν να μεταφέρουν  τον Λόγο του Θεού στους παγανιστές της Χαβάης. Ωστόσο πριν φύγουν πρέπει να παντρευτούν. Ο Abner συμφωνεί να συναντήσει την νεαρή  Jerusha Bromley (Julie Andrews). Η Jerusha ήταν ερωτευμένη με έναν ναυτικό που γνώρισε πριν μερικά χρόνια , αν και δεν έχει πάρει γράμμα του εδώ και καιρό . Η αυτοπαρουσίαση του Abner είναι αποκαρδιωτική:«Δεν έχω χαρίσματα. Είμαι περίεργος και αδέξιος σε… κοσμικό περιβάλλον. Αλλά μέχρι τώρα πάντα θεωρούσα τον εαυτό μου ως ένα τουλάχιστον έντιμο άνθρωπο». Αναπάντεχα και για τον ίδιο, η Jerusha συγκινείται από την αφοπλιστική ειλικρίνεια του και συμφωνεί να τον παντρευτεί και να πλεύσουν για τα νησιά της Χαβάης.

Αφού επιβιώνουν από τις κακουχίες του  θαλάσσιου ταξιδιού -όπου εικονοποιείται με άφθαστο ρεαλισμό η ναυτία  και ο τρόμος-  σε μια φοβερή τρικυμία στο πέρασμα του Μαγγελάνου, ο Abner και η Jerusha αποβιβάζονται στο νησί Maui .Εκεί κυβερνά η θεόρατη βασίλισσα Malama (Jocelyne LaGarde). Ωστόσο συγκλονίζονται από ορισμένες πτυχές της τοπικής κουλτούρας: ενθαρρύνονται οι γάμοι αιμομιξίας, ενώ υιοθετείται και η δολοφονία νεογέννητων με αναπηρία . Ο καλοπροαίρετος  Hale επιδιώκει να μεταλλάξει ακαριαία τους ιθαγενείς  σύμφωνα με αυτά που θεωρεί ως νόμους του Θεού, αλλά η προσέγγισή του είναι πολύ επιθετική και αγγλοσαξονική .  Οι ιθαγενείς, με τη σειρά τους, εξοργίζονται με τον μονολιθικό Πάστορα και, κατά τη γνώμη τους, τη συχνά υποκριτική ηθική του.

Αλλά αυτό που περιπλέκει περισσότερο την κατάσταση είναι η άφιξη στο νησί ενός φαλαινοθηρικού ,του οποίου ο καπετάνιος Rafer Hoxworth (Richard Harris ) είναι ο άντρας που ερωτεύτηκε η Jerusha. Αυτή η δευτερεύουσα πλοκή προσθέτει νέες ιδέες στην κίνηση της αφήγησης καθώς ο αψύς  Rafer προσπαθεί να την πείσει να επανέλθει στον πολιτισμό. Θα επισυμβούν γεννήσεις και θάνατοι ,τρομακτικές θύελλες και πυρκαγιές, παγανιστικές και χριστιανικές τελετές ,ανθρώπινη τρυφερότητα αλλά και σκληρή βία…

Η «Χαβάη» είναι μια ταινία σκηνοθετημένη με χαρισματική δεξιοτεχνία από τον George Roy Hill ,ένα φεστιβάλ καθηλωτικού ,συγκινητικού και συναρπαστικού θεάματος , έξοχα φωτογραφημένη σε ευρεία οθόνη από τον Russell Harlan. Έχει ως βάση το ογκωδέστατο μυθιστόρημα του James Michener, αλλά η ταινία αφηγείται ένα απόσπασμα της ιστορίας. Τέσσερα χρόνια αργότερα προβλήθηκε η μέτρια συνέχεια “The Hawaiians” ,σκηνοθετημένη από τον Tom Gries. Το έξυπνο σενάριο των Dalton Trumbo και Daniel Taradash αποδίδει με ευελιξία και έμπνευση τους προοδευτικούς μετασχηματισμούς των χαρακτήρων.

Ο Abner αποδεικνύεται ο πιο φανατικός από τους ιεραποστόλους.  Άκαμπτος αλλά έντιμος , αλαζόνας αλλά ειλικρινής ,μισαλλόδοξος αλλά ανιδιοτελής. Δείχνει εντελώς ανίκανος και απρόθυμος να δει έστω ένα ψήγμα αξίας στον πολιτισμό των ντόπιων και την αρμονική συνύπαρξή τους με το μαγευτικό φυσικό τοπίο. Ακλόνητος σκοπός του είναι να τους φορτώσει την αίσθηση  ντροπής και ενοχής. Χωρίς ίχνος διπλωματίας,  χλευάζει και προσβάλλει κάθε πίστη και πρακτική της κοινότητας. Ωστόσο με το πέρασμα του χρόνου η αυστηρή μονολιθικότητα, ο χριστιανικός φονταμενταλισμός του υποχωρούν.  Όταν μάλιστα τον κτυπά ο κεραυνός μιας προσωπικής τραγωδίας , οι αλαζονικές του βεβαιότητες  θρυμματίζονται . Γερασμένος πια ,απορρίπτεται και από τη δική του εκκλησία, καθώς δεν συναινεί στα σχέδια της για επενδύσεις. Τότε βρίσκει επιτέλους την ταπεινοφροσύνη και την βούληση  να αγωνιστεί για τα δικαιώματα των Χαβανέζων. Ο Sydow είναι σαρωτικός στον αντιπαθή ρόλο του Abner, θυμίζοντας την ένταση και την ενσυναίσθηση που απέδωσε στις ταινίες των συμπατριωτών του   Bergman και Troell.

Η γλυκύτατη Jerusha (εξαιρετική η Julie Andrews) βρίσκεται στον αντίθετο πόλο του παγωμένου πάστορα .Με την ανθρώπινη θέρμη  και την ενστικτώδη προσέγγιση  της ,κερδίζει αμέσως τη συμπάθεια των ιθαγενών. Σταθερό στήριγμα σε ένα στρυφνό και δογματικό άνθρωπο,  υποφέρει σιωπηλά και αγόγγυστα από τις πρωτόγονες συνθήκες και  λειώνει αργά σαν το κερί.

Ωστόσο η εμβληματική φυσιογνωμία της ταινίας είναι η Jocelyne LaGarde ως Malama, μια δύναμη της φύσης που δίνει ζωή και δροσερό χιούμορ στον μοναδικό ρόλο της στο σινεμά(για τον οποίο πήρε υποψηφιότητα για Όσκαρ). Η Malama ενδιαφέρεται να ενσωματώσει τον Χριστιανισμό στο πάνθεον της Χαβάης και όχι να αντικαταστήσει τους παλιούς θεούς . Η σκηνή στην οποία “παραιτείται” από τον αγαπημένο αδερφό / σύζυγό της, προκειμένου να γίνει αποδεκτή από τον Θεό του Abner ,ξεχειλίζει από αβάσταχτο νατουραλισμό ανθρώπινης επαφής.

Η «Χαβάη» είναι ένα μυθιστορηματικό έπος  ,με αναζωογονημένα όλα τα παραδοσιακά στοιχεία του είδους , με συγκινησιακή δύναμη και ρωμαλέα σκηνοθεσία του Hill .Ωστόσο είναι κι  ένας στοχασμός πάνω στην ανθρώπινη φύση. Μπορεί να ιδωθεί και ως μια αλληγορία για την έκπτωση από την «Χάρη» της Εδέμ, με τους αποικιοκράτες στο ρόλο του διαβολικού «όφι» και τους ιθαγενείς να χάνουν την αθωότητά τους.

Τα ετερόκλητα στοιχεία  που συνθέτουν την ταινία βρίσκονται σε αρμονική σύντηξη. Θρησκευτικότητα και βιταλιστική ελευθεριότητα . Ρεμβασμός για το παραδεισένιο τοπίο και μελαγχολία για την πίκρα της μοίρας και την ματαίωση των ονείρων. Πάλη του ανθρώπου με τις ανεξέλεγκτες δυνάμεις της φύσης αλλά και με τους εσωτερικούς του δαίμονες. Και πάνω από όλα ένα αίσθημα ότι η τροχιά της ζωής ακολουθεί αναπότρεπτα  την ροή του χρόνου, άλλοτε σαν ήσυχο ποτάμι κι άλλοτε σαν ορμητικός καταρράκτης.

George Roy Hill (1921-2002)

Μετά από την ενασχόληση του με το θέατρο και την τηλεόραση ο Αμερικανός σκηνοθέτης George Roy Hill στράφηκε σχετικά αργά στον κινηματογράφο ,στις αρχές της δεκαετίας του 1960.  Οι πρώτες του ταινίες ήταν προσαρμογές θεατρικών έργων και μυθιστορημάτων. Το «Period of Adjustment» (1962) ήταν μια ελαφριά αλλά ευχάριστη ρομαντική κωμωδία με πρωταγωνιστές τη Jane Fonda, τον Anthony Franciosa και τον Jim Hutton, και το «Toys in the Attic» (1963, βασισμένο στο δράμα της Lillian Hellman) διέθετε το ανομοιογενές καστ των Dean Martin, Geraldine Page και Wendy Hiller. Το 1964 ο Hill σκηνοθέτησε τον «The World of Henry Orient», διασκευάζοντας ένα μυθιστόρημα της Nora Johnson (που έγραψε το σενάριο με τον σύζυγό της, Nunnally). Η γοητευτική και πρωτότυπη κωμωδία επικεντρώνεται σε δύο έφηβες groupies που έχουν εμμονή με έναν πιανίστα (που ερμηνεύεται από τον Peter Sellers). Το φιλμ αυτό βρίσκεται σε δραματική αντίθεση με την επική «Hawaii» (1966), η οποία διασκεύασε ένα απόσπασμα από το εκτεταμένο μυθιστόρημα του James Michener. Η επική ταινία είχε διάρκεια πάνω από τρεις ώρες με συναρπαστική μαιανδρική αφήγηση και στεφανώνεται από τις έξοχες ερμηνείες των Julie Andrews και Max von Sydow.

Το 1967 ο Hill συνεργάστηκε ξανά με την Andrews στο σατιρικό μιούζικαλ «Thoroughly Modern Millie» (1967), στο οποίο συμμετείχαν επίσης οι Carol Channing και Mary Tyler Moore. Ο Hill επέστρεψε στο Χόλιγουντ για να κάνει τον «Butch Cassidy and the Sundance Kid» (1969), ένα κωμικό γουέστερν που ήταν μια σημαντική κριτική και εμπορική επιτυχία. Στη  χημεία μεταξύ του καθιερωμένου σταρ Paul Newman και του σχετικά νεοφερμένου Robert Redford αλλά και το ειρωνικό σενάριο του William Goldman, το οποίο κέρδισε Όσκαρ, οφείλεται κατά μεγάλο μέρος η επιτυχία της ταινίας.

Ο Hill υπέγραψε στη συνέχεια μια μακροπρόθεσμη συμφωνία με την Universal και το πρώτο του έργο για το στούντιο ήταν το «SlaughterhouseFive» (1972). Με έναν ήρωα που ταξιδεύει στο χρόνο και  πικρό ειρωνικό τόνο, το best seller του Kurt Vonnegut δεν ήταν ένα βιβλίο που μεταφέρεται εύκολα στο σινεμά, αλλά η προσαρμογή του Hill επαινέθηκε σε μεγάλο βαθμό – αν και ήταν μια οικονομική αποτυχία. Με τη βοήθεια των Redford και Newman, ο Hill ανέκαμψε με εντυπωσιακό τρόπο με την αξιαγάπητη ταινία εξαπάτησης «The Sting» (1973). Εκτός από τον Hill που κέρδισε Όσκαρ για την σκηνοθεσία, η ταινία έλαβε Όσκαρ καλύτερης ταινίας. Ήταν επίσης ένα blockbuster στο box office και παραμένει μια από τις ταινίες με τα υψηλότερα κέρδη όλων των εποχών.

Στη συνέχεια ο Hill σκηνοθέτησε τον Redford στο «The Great Waldo Pepper» (1975), ένα δράμα για έναν περιπλανώμενο πιλότο στη δεκαετία του 1920. Παρά τις γενικά θετικές κριτικές, η ταινία είχε χλιαρή απήχηση στο κοινό. Στη συνέχεια επανενώθηκε με τον Newman για το «Slap Shot» (1977), με ήρωα ένα βωμολόχο αλλά παρακινητικό προπονητή μιας ηττοπαθούς επαγγελματικής ομάδας χόκεϊ . Προκειμένου να προσελκύσει τον κόσμο στους αγώνες και να επαναφέρει την ομάδα στις νίκες αποφασίζει να υιοθετήσει ένα βρώμικο στιλ παιχνιδιού. Αν και υποστηρίζεται από ένα ταραχώδες σενάριο της Nancy Dowd και μια εξαιρετική ερμηνεία από τον Newman, η κωμωδία απέτυχε εμπορικά. Στα επόμενα χρόνια, ωστόσο, το «Slap Shot» μετατράπηκε σε cult movie , και συχνά κατατάσσεται μεταξύ των καλύτερων αθλητικών ταινιών. Στη συνέχεια, ο Hill χώρισε τους δρόμους του με την Universal, και το 1979 βρήκε μέτρια επιτυχία με την γοητευτική κωμωδία «A Little Romance», με την Diane Lane ως έφηβη Αμερικανίδα στο Παρίσι, της οποίας το πρώτο ρομάντζο ενορχηστρώθηκε από έναν αδίστακτο κλέφτη (Laurence Olivier).

Πολύ πιο φιλόδοξο ήταν το «The World According to Garp» (1982), που βασίστηκε στο picaresque best seller του John Irving. Ο Hill κατάφερε να μεταφέρει μεγάλο μέρος της μαύρης κωμωδίας του βιβλίου σε μια σχετικά συνεκτική ιστορία, την οποία υποβοήθησαν πάρα πολύ οι ερμηνείες των Glenn Close και John Lithgow. Αν και έλαβε γενικά καλές κριτικές, η ταινία απέτυχε να βρει επαρκές κοινό. Οι σινεφίλ απέφυγαν επίσης το «The Little Drummer Girl» (1984), μια προσαρμογή του περίπλοκου μυθιστορήματος John le Carré. Αφού σκηνοθέτησε τον Chevy Chase στην κωμωδία «Funny Farm» (1988), ο απογοητευμένος Hill αποσύρθηκε οριστικά από το Χόλιγουντ για να διδάξει στο πανεπιστήμιο του Yale.