Σκηνοθεσία: Louis Malle.

Σενάριο:Louis Malle, Patrick Modiano.

Φωτογραφία: Tonino delli Colli.

Μουσική: Django Reinhardt

Μοντάζ: Suzanne Baron.

Ηθοποιοί: Pierre Blaise (Λυσιέν),Aurore Clément (Φρανς), HolgerLöwenadler (Αλμπέρ Ορν),Therese Giehse (η γιαγιά Ορν),Stéphane Bouy (Ζαν-Μπερνάρ ντεΒουαζέν), Jean Rougerie (Τονέν).

Διάρκεια: 139’

Πέρα από το καλό και το κακό

Στο συγκλονιστικό ντοκιμαντέρ του Marcel Ophüls  «Ο Οίκτος και η Θλίψη/Le Chagrin et la pitié» (1969), ο μύθος της Γαλλικής αντίστασης καταρρίφθηκε. Αποκαλύφθηκε πως μια μερίδα Γάλλων πολιτών επιβίωσαν στην Κατοχή καταδίδοντας συμπατριώτες τους .Την ίδια ώρα η πλειοψηφία της άρχουσας τάξης συνεργαζόταν με τους Γερμανούς στην πάταξη κάθε Εβραϊκού στοιχείου στην χώρα. Αυτή ήταν η αλήθεια που κανείς στη Γαλλία δεν ήθελε να ακούσει , αλλά ήταν μια αλήθεια που ο σκηνοθέτης Louis Malle ένιωσε υποχρεωμένος να εξερευνήσει,  στο «Lacombe Lucien», την πιο προκλητική και φιλόδοξη ταινία του.

Η άποψη του de Gaulle ότι οι Γάλλοι συνεργάτες των Ναζί ήταν απλά μια μειονότητα στρεβλωμένων ατόμων δεν φαντάζει πειστική πια. Οι Γερμανόφιλοι ανήκαν σε δυο κατηγορίες .Από τη μια όσοι είχαν  φασιστικές και  αντισημιτικές πεποιθήσεις . Από την άλλη  το ,κατά  Μαρξ ,«λούμπεν προλεταριάτο», άτομα απελπισμένα και περιθωριακά , χωρίς ιδεολογία ,με μόνο σκοπό τα υλικά αγαθά και την κοινωνική ανέλιξη.

Ο 18χρονος Lucien Lacombe(Pierre Blaise) νοιώθει αηδία για  τη δουλειά του ως καθαριστής ενός άθλιου νοσοκομείου. Επιστρέφει στο σπίτι του. Βρίσκει μια άλλη οικογένεια να ζει εκεί . Ο πατέρας του είναι φυλακισμένος από τους Γερμανούς. Η μητέρα του συζεί με το αφεντικό της .Του ζητά να μην την επισκέπτεται πια. Δεν έχει γονείς ,δεν έχει εστία, δεν έχει καμιά προοπτική. Είναι ήδη ένας εν  δυνάμει «λούμπεν».

Ο Lucien είναι σχεδόν παιδί αλλά έχει τη συμπαγή σωματική διάπλαση ενός άνδρα αλλά και έμφυτη  βιαιότητα : τον βλέπουμε να σκοτώνει πρώτα ένα μικρό πουλί με μια σφεντόνα, έπειτα κουνέλια και κοτόπουλα, σαν απάντηση κάθε φορά που δέχεται απόρριψη . Άλλοτε πάλι , δείχνει μεγάλη τρυφερότητα για ένα άλογο που πέθανε.

Ο χώρος δράσης είναι μια μικρή επαρχιακή πόλη στη νοτιοδυτική Γαλλία. Είναι  Ιούνιος του 1944 και η χώρα εξακολουθεί να βρίσκεται υπό ναζιστική κατοχή. Ζητά από τον δάσκαλό του να τον στρατολογήσει στους αντιστασιακούς «Maquis», αλλά αυτός τον απορρίπτει ως πολύ νέο , που απλά έλκεται από τη βίαιη δράση . Ωστόσο αν και αμόρφωτος  ,δεν είναι ανόητος. Διαθέτει δεξιότητες που δεν μαθαίνονται στο σχολείο και  ξέρει πώς να επιβιώνει στην άγρια ​​φύση. Από μια σειρά συμπτώσεων βρίσκεται σε ένα ξενοδοχείο -κρησφύγετο συνεργατών της Γκεστάπο. Δεν φοβάται. Αναγνωρίζει ανάμεσα τους έναν πρωταθλητή ποδηλασίας . Υπάρχουν ακόμη ένας πρώην αστυνομικός που διώχθηκε από το σώμα , μια starlet του σινεμά κι ένας ξεπεσμένος αριστοκράτης  που μαζεύει λάφυρα για να διαφύγει στην Ισπανία . Όταν αυτή η κουστωδία ποτίζει με αλκοόλ τον Lucien ,αυτός με χαλαρωμένη γλώσσα , σε μια παιδιάστικη πράξη  εκδίκησης καταδίδει  τον δάσκαλο του.

Όταν μαζί με άλλους εισβάλλουν στο πολυτελές σπίτι ενός μεγαλοαστού γιατρού, μέλους της Αντίστασης, για πρώτη φορά ο   Lucien  απολαμβάνει σχεδόν σαδιστικά την ισχύ που απέκτησε. Θαμπωμένος από τον πλούτο , μεθυσμένος από την δύναμη του ,μυείται στο έγκλημα  και το πλιάτσικο.

Στη συνέχεια συναντά έναν υπέρκομψο  Εβραίο ράφτη, από το Παρίσι,  τον Albert Horn(Holger Löwenadler  ), που  κρύβεται με τη μητέρα και την πανέμορφη κόρη του, France.

Όταν το άχαρο χωριατόπαιδο – με το καθαρό δέρμα , τα πλούσια κυματιστά μαλλιά και την ισχυρό μυϊκό σύστημα – φορέσει το νεανικό κοστούμι που του ράβει ο Albert και τα σκούρα γυαλιά ηλίου , μεταμορφώνεται. Η ενηλικίωση του, συνεπάγεται  σεξουαλικότητα, μετασχηματισμό, κίνδυνο. Αυτό που έρχεται σαν φυσική συνέχεια επιβεβαιώνει την ηθική αμφισημία του ρόλου του Lucien: ερωτεύεται σφοδρά την πολύ Παριζιάνα, αλλά και υπό διωγμό κόρη του κ. Horn.

Ο Lucien  , αυτο-χρήζεται  μέλος της οικογένειας των Horn , εγκαθίσταται στο σπίτι τους ,απαιτώντας τροφή ,στέγη και ερωτική συντροφιά από την France, παρέχοντας ως αντάλλαγμα προστασία .Τυραννάει ασυνείδητα τον  Albert , ο οποίος ,από τη πλευρά του ,δεν μισεί εντελώς τον νεαρό εχθρό του.  Ο τραγικός πατέρας σε μια κίνηση μεγαλείου ,αξιοπρέπειας και αυτοθυσίας θα μπει στο άντρο της Γκεστάπο για να «μιλήσει ως άντρας προς άντρα» με τον Lucien. Θα θυσιαστεί ο ίδιος για να σώσει τους αγαπημένους του.

Μια επιδρομή των ανταρτών στην έδρα της Γκεστάπο προκαλεί μεγάλες απώλειες . Ο Lucien, ένας από τους λίγους επιζώντες, συμμετέχει σε αντίποινα . Ωστόσο όταν η France και η γιαγιά της συλλαμβάνονται , η ορμή του έρωτα και της ζωής θα αλλάξει τα δεδομένα  , μέχρι το πεπρωμένο να εκπληρωθεί μετά από λίγες μέρες ειρήνης …

Ο Louis Malle πήρε την τολμηρή απόφαση να δώσει τον ρόλο του Lucien στον 22χρονο υλοτόμο Pierre Blaise. Φοβόταν ότι  ένας επαγγελματίας ηθοποιός δεν θα ήταν σε θέση να δώσει την αυθεντικότητα και τον πριμιτιβισμό  του ρόλου. Προτιμούσε ένα ερασιτέχνη που να μπορεί να ανταποκριθεί στα γεγονότα με τη δική του αθωότητα, απάθεια, ζωική ευφυΐα. Ο Malle  σκηνοθετεί τη δράση, αλλά χρησιμοποιεί την κάμερα ως ερευνητικό όργανο που ανιχνεύει και παρατηρεί. O Blaise αποτύπωσε τέλεια την αθωότητα και την αλαζονεία που απαιτεί ο ρόλος ,χωρίς να  υπάρχει τίποτα ψεύτικο ή τεταμένο στην ερμηνεία του . Δυστυχώς σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα ένα χρόνο μετά την προβολή του φιλμ.

Η Aurore Clément, που ερμήνευσε την France Horn, έκανε επίσης το ντεμπούτο της στο σινεμά. Ο Malle την επέλεξε για τα γοητευτικά χρώματα της, την λεπτή φιγούρα ,την ευθραυστότητα και τα εξευγενισμένα , αριστοκρατικά χαρακτηριστικά της. Δεν έχει την ένταση μιας έμπειρης ηθοποιού, και έτσι μερικές φορές φαίνεται παθητική απέναντι στη κάμερα, αλλά εκφράζει άψογα τη διπλή φύση της σχέσης της με τον Lucien: διασκεδαστικός χλευασμός για τους χωριάτικους τρόπους του αλλά και ορμέφυτη σεξουαλική  έλξη . Η Clément είχε μια διακεκριμένη καριέρα στον κινηματογράφο, με σημαντικότερες στιγμές το «Παρίσι,Τέξας» του Βέντερς και το «Αποκάλυψη ,τώρα» του Κόπολα.

Ο Holger Löwenadler, μια διακεκριμένη φιγούρα στο σουηδικό θέατρο για περισσότερο από μισό αιώνα (εμφανίστηκε και στην ταινία του Ingmar Bergman του 1947 «A Ship to India»), μας χαρίζει μια οδυνηρή και συγκλονιστική ερμηνεία . Η ακρίβεια των κινήσεων και των εκφράσεων ,η εκλεπτυσμένη του συμπεριφορά  είναι τραγική έκφραση της έμφυτης αξιοπρέπειας του. Ανησυχεί βαθιά  για την ηθική κατάπτωση ,για την ταξική αποσάθρωση , για την ατέρμονη καταδίωξη του. Με βαθύ πόνο αναγκάζεται να δεχτεί τον αγροίκο και θρασύ Lucien ,στο τραπέζι του και στο κρεβάτι της κόρης του. Και, το χειρότερο, γνωρίζει ότι η κόρη του δεν είναι απρόθυμη.

Το soundtrack του φιλμ είναι διακοσμημένο με την υπέροχη μουσική του κιθαρίστα Django Reinhardt, μιας φιγούρας που ίσως ενσωματώνει τα διφορούμενα θέματα της ταινίας. Ο Reinhardt  ανήκε σε μια από τις μισητές ,για τους Ναζί ,μειονότητες – ήταν τσιγγάνος – που όμως έβγαζε το ψωμί του στην κατοχή διασκεδάζοντας τους κατακτητές ,όπως ο Albert έπρεπε να φτιάχνει ρούχα για όσους τον περιφρονούν.  Εξαιρετική είναι η ιμπρεσιονιστική φωτογραφία του Tonino delli Colli  στην παλιά, σχεδόν εξωτική περιοχή της νότιας Γαλλίας που ονομάζεται Occitanie, όχι πολύ μακριά από την Ισπανία.

Ο κύκλος του φιλμ κλείνει στην Μητέρα Φύση ,εκτός τόπου και χρόνου, εκτός πολέμου και  Ιστορίας.  Όταν  βλέπουμε τον Lucien να στήνει παγίδες για τροφή,  να παίζει και να κάνει έρωτα με τη France , να ξαπλώνει απαλά στη χλόη ενώ αυτή λούζεται στο ποτάμι ,συνειδητοποιούμε ότι δεν νοιώθουμε  μίσος γι αυτόν ,παρά τις απεχθείς πράξεις του. Τα τελικά βλέμματα των δυο νέων ,γεμάτα ανθρώπινη θέρμη ,  λένε πολλά ,λένε τα πάντα. Είναι ένα φινάλε γαλήνιο και μελαγχολικό, μια στωική ενατένιση στο μοιραίο και στο αναπόφευκτο.

Το « Lacombe Lucien» είναι μια πολυδιάστατη ταινία .Ένα μάθημα ιστορίας. Ένα ουμανιστικό δράμα που εξετάζει πολύπλοκα ηθικά ζητήματα. Μια κοινωνιολογική και ψυχολογική μελέτη για τη διαφθορά της αθωότητας. Και πάνω από όλα ένα αληθινό μάθημα κινηματογράφου από τον μέγα δάσκαλο Louis Malle.

Louis Malle(1932-1995)

ΜΙΑ ΕΜΒΛΗΜΑΤΙΚΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: ο σκηνοθέτης Louis Malle ,η αιθέρια Aurore Clement και ο αδικοχαμένος Pierre Blaise στα γυρίσματα του φιλμ “Lacombe, Lucien”(1974)
Ένας από τους σημαντικότερους Γάλλους σκηνοθέτες , ο Louis Malle έγινε γνωστός ως μέλος του κινήματος της “Nouvelle Vague” στα τέλη της δεκαετίας του 1950. Συνέχισε να σκηνοθετεί ταινίες με μεγάλη έκταση και ποικιλία, αποφεύγοντας συνειδητά τον πειρασμό να επαναλάβει τον εαυτό του.
 
Ο Malle γεννήθηκε το 1932 στο Thumeries, κοντά στη Λιλ της βόρειας Γαλλίας, σε μια αστική οικογένεια που είχε μια παράδοση στην παραγωγή ζάχαρης που χρονολογείται από τους Ναπολεόντειους πολέμους. Το 1940, σε ηλικία 12 ετών, παρακολούθησε ένα καθολικό οικοτροφείο κοντά στο Παρίσι (με τα τρία αδέλφια του), ένα σχολείο που στέγαζε Εβραίους μαθητές. Τα τραγικά γεγονότα αυτής της εποχής τεκμηριώνονται στην οδυνηρή ταινία του, «Au Revoir les Enfants».
 
Μετά τον πόλεμο, ο Malle ξεκίνησε σπουδές πολιτικών επιστημών στο Παρίσι, αλλά, αντίθετα με τις επιθυμίες των γονιών του, τελικά σπούδασε κινηματογράφο. Σχεδόν αμέσως μετά, προσλήφθηκε ως χειριστής κάμερας για τον διάσημο υποβρύχιο εξερευνητή, Jacques-Yves Cousteau. Εργάστηκε ως συν-σκηνοθέτης στη διάσημη ταινία ντοκιμαντέρ του Costeau, “Le Monde du silent” το 1956, πριν εργαστεί ως βοηθός του μέγιστου auteur Robert Bresson.
 
Τα τέλη της δεκαετίας του 1950 και οι αρχές της δεκαετίας του 1960 ήταν μια συναρπαστική και ταραχώδης εποχή για τον γαλλικό κινηματογράφο, με ένα πλήθος νέων σκηνοθετών ,που προέρχονταν από την κριτική- σε περιοδικά όπως τα “Cahiers du cinema” . Ένας από αυτούς ήταν ο Louis Malle, ο οποίος κέρδισε άμεση αναγνώριση για την πρώτη του προσωπική ταινία « L’Ascenseur pour l’échafaud» (1958) ,ένα φιλμ νουάρ που εντυπωσίασε για το αυτοσχεδιαστικό μουσικό σχόλιο του Miles Davis και την ισχυρή ερμηνεία της Jeanne Moreau.
 
Η Jeanne Moreau πρωταγωνίστησε και στην επόμενη ταινία του Malle, “Les Amants”, μια τρυφερή απεικόνιση της επιθυμίας μιας απογοητευμένης νοικοκυράς για μια εκτός γάμου σχέση. Η ταινία καταδικάστηκε και λογοκρίθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες για τις εκτεταμένες γυμνές ερωτικές σκηνές , οι οποίες ήταν αρκετά τολμηρές για την εποχή (1959).
 
Ίσως το καθοριστικό χαρακτηριστικό της φιλμογραφίας του Louis Malle είναι το ποικιλόμορφο στυλ του, που προκύπτει από την αποφασιστικότητα του να μην επαναλαμβάνεται . Αυτό αντικατοπτρίζεται πιο έντονα στην επόμενη ταινία του, «Zazie dans le métro» (1960), η οποία βρίσκεται σε απόλυτη αντίθεση με τις προηγούμενες ταινίες του. Πρόκειται για μια ενεργητική κωμική φάρσα στην οποία ένα νεαρό κορίτσι σπέρνει το χάος και τον όλεθρο όταν το σχέδιό της να ταξιδέψει στον υπόγειο του Παρισιού ανατρέπεται από μια απεργία.
 
Ακολούθησαν και άλλες επιτυχίες, όπως το φιλμ «Vie privée» (1962), στο οποία η Brigitte Bardot απεικόνισε μια παρωδία του αληθινής της persona , το συνταρακτικό «Le Feu follet» (1963), μια μελαγχολική αλλά ισχυρή μελέτη ενός αλκοολικού συγγραφέα στο χείλος της αυτοκτονίας και η μουσική σάτιρα Viva Maria! (1965).
 
Έχοντας κάνει το «Les Voleurs» το 1967, ο Malle παραδέχτηκε ότι ήταν κουρασμένος από τη δημιουργία ταινιών και, το 1969, ταξίδεψε στην Ινδία, όπου έκανε δύο ασυμβίβαστα ντοκιμαντέρ σχετικά με τη φτώχεια που είδε σε αυτήν τη χώρα, την «Καλκούτα» και το «L’Inde Fantome».
 
Μετά την επιστροφή του στη Γαλλία, ο Malle προκαλεί ξανά με την επόμενη ταινία του, «Le Souffle au Coeur», μια στοργική ματιά στην εφηβεία που περιελάμβανε μια αιμομικτική σχέση μεταξύ μιας νεαρής γυναίκας και του εφήβου γιου της. Η δεύτερη ταινία του Malle για τη νεότητα, «Lacombe, Lucien» (1974),για πολλούς το «chef d’œuvre» της φιλμογραφίας του, δεν ήταν λιγότερο αμφιλεγόμενο καθώς απεικόνιζε τον δωσιλογισμό και τη παιδική διαφθορά στη Γαλλία κατά τη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής.
 
Στα τέλη της δεκαετίας του 1970, αναζητώντας νέα έμπνευση και νέο εύφορο έδαφος, ο Louis Malle μετακόμισε στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου θα έκανε σχεδόν μισή ντουζίνα ταινιών, πολλές από τις οποίες κέρδισαν την κριτική αποδοχή. Σε αυτά περιλαμβάνονται το «Pretty Baby» (1978), μια ιστορία για έναν φωτογράφο και μια προ-έφηβη πόρνη (η Brooke Shields, στον πρώτος σημαντικό ρόλος της) και το έξοχο «Atlantic City» (1980), ένα ιδιότυπο ρομάντζο ανάμεσα σε έναν γερασμένο γκάνγκστερ και μια νεότερη γυναίκα. Επίσης εκτιμήθηκε απο την κριτική το «My Dinner with André» (1982), μια ασυνήθιστη ταινία που αποτελείται σχεδόν εξ ολοκλήρου από μια συνομιλία τραπεζιού μεταξύ του σκηνοθέτη πειραματικού θεάτρου André Gregory και του ηθοποιού / θεατρικού συγγραφέα Wallace Shawn.
 
Το αποκορύφωμα της καριέρας του Malle ακολούθησε την επιστροφή του στη Γαλλία με το «Au revoir les enfants» (1987), έναν αυτοβιογραφικό και έντονα συγκινητικό απολογισμό των μαθητικών του χρόνων ,εν καιρώ πολέμου ,που κέρδισε δύο υποψηφιότητες για Όσκαρ. Ακολούθησε μια ελαφριά σατιρική κωμωδία, «Milou en Mai» (1989), με θέμα τον αστικό εφησυχασμό κατά τις διαδηλώσεις του 1968 στο Παρίσι και το αμφιλεγόμενο τολμηρό ερωτικό δράμα«Damage» (1992) ,που πάντως τον κράτησε στο διεθνές προσκήνιο.Η τελευταία ταινία του Malle ήταν το «Vanya on 42nd Street» (1994), μια μέτρια, ασυνήθιστη προσαρμογή στην οθόνη του έργου του Chekov, «Uncle Vanya».
Η κινηματογραφική του κληρονομιά δείχνει μια σχεδόν απαράμιλλη ευελιξία που καθιστά κάθε μία από τις ταινίες του μοναδική, όπως διασκεδαστικές κωμωδίες ή προκλητικά δράματα , που διακρίνονται για τον συναισθηματικό τους ρεαλισμό και τη στιλιστική τους απλότητα.