Βράδιασε, ώρα για ιστορία!

-Όπα, όπα. Τι θα μας πεις πάλι. Κοίτα απέναντι, αυτό από μόνο του είναι χίλιες λέξεις.

-Μα, στην αφορμή του είναι.

Κάποτε λοιπόν, σε μια χώρα που την ξέχασε η ιστορία, σε μια πόλη που την ξέχασαν οι άνθρωποι, κι όλοι τους ζούσαν σε διαρκεί γκρίζα θλίψη.

Κάθε μέρα έβρεχε, έβρεχε μια βροχή πνιγηρή, μουχλιασμένη,αλλόκοτη, καταραμένη κι ας έβγαινε ο ήλιος δάκρυζε κι κείνος μαζί τους, δάκρυα πυρωμένα που έκαιγαν τα φύλλα των δέντρων, που τρύπαγαν τις στέγες, τις ταράτσες.

Μια μέρα, μια κοπέλα, είδε στον ύπνο της κάτι που την παραξένεψε πολύ, κάτι που τις είχε πει η γιαγιά της.

 Είδε το ουράνιο τόξο. Και θυμήθηκε τα λογία της.

Αν κάποιος καταφέρει κι βρει την άκρη και το τέλος του, αυτός θα γεμίσει χρώματα την χώρα.

Στην άλλη άκρη της πόλης ζούσε ένα παλικάρι είχε το ίδιο όνειρο, με τα ίδια λόγια να θυμάται του παππού του.

-Περίεργα μου τα λες, σήμερα, για συνέχισε.

– Ένα απόγευμα λοιπόν, έβρεξε τόσο πολύ που πλημμύρισαν οι δρόμοι, καιγόταν ο ουρανός απ’ τις αστραπές, τους κεραυνούς.

Ένας απ’ αυτούς έπεσε στο σπίτι της, και έβαλε φωτιά στο δέντρο της αυλής.

Αφού κόπασε η μπόρα.

Βγήκε το ουράνιο τόξο είχε χρόνια πολλά να φανεί, πράγμα που έκανε πολλούς ν’ απορήσουν, το είχαν σχεδόν ξεχάσει.

Ήταν, ένα περίεργο ουράνιο τόξο, με δύο μόνο χρώματα γαλάζιο και λευκό κι ύστερα να αχνοφαίνονται τα υπόλοιπα.

Η κοπέλα μας, πήρε το ποδήλατό της κι έτρεξε γρήγορα να βρει από που ξεκινάει.

-Α! Τόσο τρελή;

-Μη βιάζεσαι. Πήγαινε, πήγαινε και άσο πήγαινε, τόσο ανέβαινε, κι άσο πήγαινε τόσο χανόταν. Κάποια στιγμή έφτασε έξω απ’ την πόλη σ’ ένα καταπράσινο λιβάδι.

Δεν είχε πια ποδήλατο, ήταν στα ολόλευκα ντυμένη. Εκεί βρήκε το παλικάρι, είχε τρέξει το ίδιο, είχε χτυπήσει ο κεραυνός το ίδιο. Του χαμογέλασε, της χαμογέλασε, τον κατάλαβε σαν να τον ήξερε, την κατάλαβε, σαν να ήταν μαζί για πάντα.

Και τότε είδαν ένα απόκοσμο φως να βγαίνει από μια πύλη, να υψώνεται σε ουράνιο τόξο. Πλησίασαν και μπήκαν μέσα της.

-Την επόμενη τους βρήκαν νεκρούς, λίγο έξω απ’ την πόλη, μαζί πιασμένους χαμογελαστούς γεμάτους φως και χρώματα. 

Είπαν, πώς πνίγηκαν και έκλεισε η υπόθεση. Αλλά εκείνοι κάθε ουράνιο τόξο, έβγαιναν μαζί του. Και χρωμάτιζαν την πόλη, την χώρα γαλανόλευκη.

-Μάλιστα, πολλή ευφάνταστη, αν και παραμύθι. Φαντασία μου πλανεύτρα…

-Ναι, αλλά δεν κατάλαβες πως, το ζευγάρι μας ήταν η γιαγιά κι ο παππούς. Και ότι, κάηκαν στα σπίτια τους απ’ τον κεραυνό. Με άλλα λόγια θυσιάστηκαν.

Κάθε ουράνιο τόξο απαιτεί μια θυσία. Όπως για να ξαναβγεί ο ήλιος λαμπρός και λεύτερος στην χώρα απαιτεί θυσίες, πλέρια αγάπη και ομόνοια. Αυτά, άντε για ύπνο τώρα. 

Οδυσσέας Νασιόπουλος

 

Βιογραφικό Οδυσσέας Νασιόπουλος:

Ὁ Ὁδυσσέας Νασίοπουλος γεννήθηκε τὸ Σεπτέμβρη τοῦ 1982, σ ‘ἕνα ὁρεινό χωριό τῆς ἐπαρχίας Καλαμπάκας-Τρικάλων, ὀνόματι Κακοπλεύρι. Μαθήτευσε στην Καλαμπάκα, οἱ σπουδές του στὸ Τ.Ε.Ι. Κοζανής Ἡλεκτρολογίας, ἔμελλαν να μείνουν ἀνολοκλήρωτες, λόγῳ δυσμενῶν οἰκονομικῶν συγκηριῶν, και στροφῆς του προς τὸ γράψιμο, και δὴ τὴν ποίηση, διήγημα, σενάριο.Ἡ ἀδιάλλειπτη και συνεχής μελέτη τῶν ἀρχαίων Ἑλληνικῶν και τὸ διάβασμα, τὸν βοήθησαν, ὡς προς την βελτιώση τοῦ τρόπου γραφῆς. Ἔχει συμμετάσχει σὲ πλῆθος λογοτεχνικῶν διαγωνισμῶν πανελλήνιων και διεθνῶν ἀποσπώντας πολλά βραβεία, ἐπαίνους και τιμητικές διακρίσεις, ὅπως ἐπίσης καὶ συμμετοχές σ’ ανθολογίες και Λογοτεχνικά-Καλλιτεχνικά ἡμερολόγια. Ἡ «Ματαιοπονία», εἶναι ἡ πρώτη του ὁλοκληρωμένη ποιητικὴ συλλογή ποῦ ἔχει ἐκδοθεῖ, ὡς ἀποτέλεσμα, Α΄Βραβείου Πανθεσσαλικοῦ λογοτεχνικοῦ διαγωνισμοῦ τῶν Ἑκδόσεων Ἥρα Ἑκδοτική το 2012, στὸ Βόλο. Ζεῖ και ἐργάζεται στὰ Τρίκαλα, βοηθώντας στην οἰκογενειακή ἐπιχείρηση Ἀρτοποιεῖο. Ἡ «Πάλη για ἥλιο» εἶναι ἡ δεύτερη ποιητική του συλλογή που ἐκδίδεται, ἀπ’ τις  Πρότυπες Ἑκδόσεις Πηγή, Θεσσαλονίκη 2016.