«Γεννήθηκα με άσο στην παλάμη μου»: —Bob

Πριν από το νέο κύμα, πριν από τον Godard , τον Truffaut ,τον Malle και τον Chabrol, πριν ο Belmondo περπατήσει στους δρόμους του Παρισιού περιστρέφοντας ένα τσιγάρο στο στόμα του, υπήρξε ο «Bob le Flambeur», το αρχετυπικό γαλλικό φιλμ νουάρ του Jean-Pierre Melville.

Η αφήγηση της ταινίας εκκινεί στο λυκόφως μεταξύ νύχτας και ανατολής. Τα οχήματα του δήμου καθαρίζουν τους δρόμους . Η κάμερα του Henri Decaë  ακολουθεί ένα μεσήλικα αλλά αγέρωχο άντρα ,τον Bob Montagne (Roger Duchesne). Ήταν  κάποτε διάσημος εγκληματίας και έμεινε στη φυλακή 20 χρόνια για ληστεία τράπεζας. Τώρα δείχνει αναμορφωμένος χαρακτήρας και σπαταλά τον χρόνο και τα λεφτά του στα στέκια του τζόγου της Μονμάρτης.

Ο Bob είναι αξιοσέβαστος .Δάνεισε λεφτά την παλιά φιλενάδα του ,Yvonne (Simone Paris),για να αγοράσει ένα γωνιακό μπαρ .Έσωσε τη ζωή του αστυνομικού επιθεωρητή  (Guy Decomble)  ,σπρώχνοντας το χέρι ενός δολοφόνου. Πήρε στη προστασία του τον άγουρο Paolo (Cauchy) , γιο ενός παλιού του συνεργάτη. Και τώρα δίνει στέγη στην απερίσκεπτη και και ανέστια Anne (Isabelle Corey) για να την γλυτώσει από τον βίαιο μαστροπό Marc (Gerard Buhr).

Ο Bob ανησυχεί όταν η προστατευόμενη  του ξεκινά μια ερωτική σχέση με τον Paolo. Ανησυχεί ακόμη περισσότερο από την έλλειψη χρημάτων. Όταν λοιπόν μαθαίνει ότι το χρηματοκιβώτιο του καζίνο στο Deauville περιέχει  800 εκατομμύρια φράγκα, αποφασίζει να το διαρρήξει. Συγκεντρώνει μια ομάδα από φίλους και εμπειροτέχνες και ξεκινούν  σχολαστικές πρόβες για την «τελευταία  μεγάλη δουλειά» .Όμως η χαλαρή γλώσσα του Paolo και η απροσδόκητη αλλαγή της τύχης στον τροχό της ρουλέτας θα εκτροχιάσουν το σχέδιο προς ένα ιδιοφυές φινάλε ,γραμμένο από τη μοίρα…

Ο  Melville  υπήρξε λάτρης της αμερικανικής κουλτούρας .Το γεγονός ότι υιοθέτησε το επώνυμο Melville (από τον συγγραφέα του «Moby Dick») μαρτυρά την έκταση της εμμονής του για κάθε τι αμερικανικό . Ο «Bob le Flambeur» είναι ένας σαγηνευτικός φόρος τιμής στο αμερικανικό φιλμ νουάρ  και ιδιαίτερα  στο «The Asphalt Jungle»(1950) του John Huston.

Για πρώτη φορά , ο Γάλλος δημιουργός αναπτύσσει τα βασικά του θέματα , στα οποία θα επανέλθει ξανά και ξανά : ευθύτητα και πονηριά, πίστη και προδοσία, αντρική τιμή και γυναικεία αφερεγγυότητα  , έλλειψη σαφών ηθικών ορίων μεταξύ καλού και κακού. Άλλωστε η  ηθική του Melville δεν ταυτίζεται με την θρησκευτική  Ηθική .

Τα νουάρ του Melville δεν αποτελούν απλή απομίμηση των αμερικανικών ομολόγων τους. Αποτελούν αυτόνομα, ξεχωριστά έργα τέχνης που διερευνούν ,με  μάτι γερακιού και  κυνικό ταμπεραμέντο, την πολυπλοκότητα της ύπαρξης και των ανθρώπινων σχέσεων. Αυτό που χαρακτηρίζει τους ήρωες του Melville είναι η ροπή τους προς  την αποτυχία. Μπορεί να είναι γενναίοι, έξυπνοι και αποφασιστικοί, αλλά η επιτυχία θα τους ξεφεύγει πάντα. Μοιάζουν με πιόνια σε μια σκακιέρα, καθοδηγούμενα από ένα αόρατο χέρι που τα οδηγεί αναπόφευκτα στην καταστροφή. Η ματαιότητα της προσπάθειας τους  φέρνει στον νου τον «Σίσυφο» του Καμί ,για την  αδυναμία του ανθρώπου να ξεγελάσει τον θάνατο.

Ένα άλλο βασικό χαρακτηριστικό του αισθητικού στυλ του Melville  είναι η σχεδόν τυχαία σύλληψη της επιφανειακά άχρηστης λεπτομέρειας ,που όμως με μυστηριακό τρόπο αποκτά ηθική προοπτική . Σε μια σκηνή ,με ισχυρή νοηματοδότηση ,ο Bob επιστρέφει στο διαμέρισμά του λίγο μετά την αυγή. Νωρίτερα έχει δειχθεί ότι η νεαρή Anne γοητεύεται από τον Bob ενώ παράλληλα  ο προστατευμένος του ,Paolo , προσπαθεί να αντιγράψει τις πράξεις, τις στάσεις και τα γούστα του. Μπαίνοντας στο διαμέρισμά ο Bob ρίχνει μια ματιά στην Anne και στον Paolo που κοιμούνται μαζί στο κρεβάτι. Στις περισσότερες ταινίες αυτό θα μπορούσε να προκαλέσει μια δραματικά φορτισμένη σκηνή .Ο Melville προσεγγίζει αυτήν τη «συνάντηση» με τρόπο τρυφερό ,στωικό και βαθιά υπαρξιακό .Ο Bob δεν θα ενοχλήσει το νεαρό ζευγάρι. Αφού πίνει ένα ποτό που βρίσκει μπροστά του, θα βγει αθόρυβα από το δωμάτιο.

Σε μια ακόμη σκηνή ο Bob κοιτάζει στον καθρέφτη, όπως κάνουν συχνά οι χαρακτήρες του Melville, το αξύριστο πρόσωπό του . Αν και αυτό προκαλεί ένα στιγμιαίο σοκ της υπαρξιακής συνειδητοποίησης – την υπενθύμιση της ηλικίας – είναι επίσης μια στιγμή καθαρού στοχασμού. Ο χαρακτήρας βλέπει ταυτόχρονα το «μέσα» και το «έξω» του εαυτού του. Ο θεατής αιχμαλωτίζεται ,ακολουθεί : με άμεση δέσμευση στη δράση αλλά και περισυλλογή ,με συναισθηματική ταύτιση με τον ήρωα αλλά και κάποια αποστασιοποίηση .

Στο σενάριο ο Melville  επέλεξε να συνεργαστεί με τον Auguste Le Breton  ,έναν από τους πιο γνωστούς συγγραφείς pulp μυθιστορημάτων.  Η απόλυτη εξοικείωση του τελευταίου με τον Παρισινό υπόκοσμο, του επέτρεψε να φέρνει μια καταπληκτική αυθεντικότητα στα μυθιστορήματα του, πολλά από τα οποία μεταφερθεί στο σινεμά ,όπως τα «Du rififi chez les homes» και «Le Clan des Siciliens».

Μεγάλη συμβολή στο απολαυστικό αποτέλεσμα έχει και ο διευθυντής φωτογραφίας Henri Decaë, ο οποίος είχε προηγουμένως συνεργαστεί με τον Melville στα «Le Silence de la Mer» (1949) και «Les Enfants terribles»(1950). Οι καινοτομίες του ,με τη χρήση φυσικού φωτισμού και την απόλυτη ευελιξία της φορητής κάμερας προσδίδουν στο φιλμ  κομψό ρεαλισμό αλλά και λανθάνοντα λυρισμό. Δεν είναι τυχαίο ,άλλωστε , ότι οι τότε αναδυόμενοι σκηνοθέτες Truffaut, Chabrol και Malle επέλεξαν τον Decaë για τις πρώτες ταινίες τους- “Les 400 coups”(1959), “Le Beau Serge” (1958) και “Ascenseur pour l’échafaud” (1958) – δημιουργώντας έτσι το ευδιάκριτο και ομοιογενές στιλ της Nouvelle Vague.

Για τον πρωταγωνιστικό ρόλο, ο Melville επέλεξε τον Roger Duchesne, στον πρώτο του ρόλο στην οθόνη μετά από πάνω από μια δεκαετία. Ο Duchesne ήταν ένας παραγωγικός ηθοποιός τη δεκαετία του 1930, αλλά η καριέρα του διακόπηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1940 αφού κατηγορήθηκε για συνεργασία με τους Ναζί και τον υπόκοσμο κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Το στυλ του Duchesne είναι απόλυτα γοητευτικό, με τα άψογα χαρακτηριστικά του, τα γατίσια μάτια , τα καλοχτενισμένα λευκά μαλλιά  , το στιλάτο  σκούρο κοστούμι και το ρετιρέ διαμέρισμά με τον «κουλοχέρη» στην ντουλάπα. Η ερμηνεία του υπήρξε το πρότυπο για τους βασικούς πρωταγωνιστές των επόμενων φιλμ νουάρ του Melville  και ιδίως του σιωπηλού δολοφόνου Jef Costello (που ερμήνευσε τέλεια ο Alain Delon) στο «Le Samurai»(1967).

Το «Bob le Flambeur» είναι  από τα πιο επιδραστικά  νουάρ στην κινηματογραφική ιστορία. Ο φιλμικός κόσμος του Melville είναι αδιάσπαστος ,συμπαγής , αδιατάραχτος .Οι υπασπιστές και οι παραβάτες του Νόμου επικοινωνούν με υπόγεια ρεύματα ,μετέρχονται το ίδιο ύπουλες και σκληρές μεθόδους .Τα μικρά ή μεγάλα  πάθη τους σβήνουν και χάνονται χωρίς να απασχολούν το ψυχρό και απαθές Σύμπαν .Μέσα σε αυτή την περιρρέουσα ατμόσφαιρα ,ο Bob, με αλώβητη μεγαλοπρέπεια γλιστρά μέσα στους ναούς του τζόγου, σε καταστάσεις οριακές : μεταξύ νύχτας και μέρας ,μεταξύ κόλασης και ουρανού…

JeanPierre Melville (1917-1973)

Ο Jean-Pierre Melville έχει ορθά χαρακτηριστεί ως ο «Πατριάρχης» των γαλλικών γκαγκστερικών φιλμ. Γεννήθηκε ως Jean-Pierre Grumbach, στο Παρίσι, στις 20 Οκτωβρίου 1917, σε μια εβραϊκή οικογένεια που ζούσε στην Αλσατία . Ήταν ενθουσιώδης σινεφίλ από μικρή ηλικία. Όταν δεν μπόρεσε να ακολουθήσει τον παραδοσιακό δρόμο για να γίνει σκηνοθέτης, ίδρυσε τη δική του εταιρεία παραγωγής ταινιών το 1946, με ένα στούντιο στο Παρίσι. Δούλευε «περιθωριακά» καθώς ήθελε να έχει απόλυτο έλεγχο στις ταινίες του και αρχικά υποτιμήθηκε ως ένας «ευφυής ερασιτέχνης».

Θαυμαστής της αμερικανικής κουλτούρας, υιοθέτησε το όνομα Melville από τον αγαπημένο του συγγραφέα, Herman Melville, γνωστό από το μυθιστόρημα του 1851, «Moby-Dick». Οδηγούσε αμερικανικό αυτοκίνητο ,φορούσε αμερικανικό καπέλο και Ray-Bans, και στο ραδιόφωνο του αυτοκινήτου του, άκουγε συνεχώς τον Glenn Miller. Οι ταινίες του αποπνέουν το ύφος του αμερικάνικου φιλμ νουάρ  των Lang ,Huston και Wilder, στο οποίο ενστάλαξε Γαλλική φινέτσα και Ευρωπαϊκό υπαρξισμό. Απεικόνισε με μεγάλη αυθεντικότητα τον χώρο του γαλλικού υποκόσμου ,με χαρακτήρες που περισσότερο δρουν παρά μιλάνε για το «τι», «πώς» και «γιατί» των πράξεων τους.

Ο ενοποιητικός ιστός στις ταινίες του Melville δεν είναι το έγκλημα αλλά  η πίστη απέναντι στους συντρόφους, η αντρική τιμή  και ο σεβασμός για έναν αυτοεπιβαλλόμενο κώδικα τιμής. Αυτή η ψυχοσύνθεση του Melville μάλλον εκπορεύτηκε από τη συμμετοχή του στη γαλλική αντίσταση κατά τη διάρκεια του Β ‘Παγκοσμίου Πολέμου.

Το έργο του χαρακτηρίζεται από  μαστορική ακρίβεια ,ρεαλιστική αληθοφάνεια ,πληρότητα έκφρασης ,αρχιτεκτονική ισορροπία που απορρέει από την λειτουργική χρήση των εκφραστικών μέσων .Ο ακατάπαυστος προωθητικός ρυθμός των ταινιών του εγκλωβίζει τους χαρακτήρες σε σχήματα τραγικά ,σε απελπιστικά αδιέξοδα, με την Ειμαρμένη να έχει πάντα τον τελευταίο λόγο.

Ο Melville ξεκίνησε κάνοντας ταινίες χαμηλού προϋπολογισμού .Το πρώτο του έργο, «Le Silence de la mer» (1949), ένα ζοφερό δράμα που έγινε κατά τη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής της Γαλλίας, έγινε δεκτό με ενθουσιασμό από τους κριτικούς. Αυτό οδήγησε τον συγγραφέα Jean Cocteau να τον προσκαλέσει να σκηνοθετήσει την προσαρμογή  του στο μυθιστόρημα του «Les Enfants terribles»(1949), που περιγράφει την ανόσια σχέση δύο αδελφών που παίζουν τρομερά εγκεφαλικά παιχνίδια, έχοντας αποκόψει τους εαυτούς τους από τον υπόλοιπο κόσμο.

Το 1956 έγινε η πρώτη είσοδος του Melville στον σκιερό κόσμο των γκάνγκστερ, με το μινιμαλιστικό «Bob ,le flambeur”. Στη συνέχεια τελειοποίησε το στυλ του στα επόμενα θρίλερ του,  «Deux hommes dans Manhattan» (1959), «L’Aîné des Ferchaux» (1963) και «Le Deuxième souffle» (1966) . Το 1961, ο Melville σκηνοθέτησε ένα άλλο αξιοσημείωτο πολεμικό φιλμ, τον «Léon Morin, prêtre» ,με  πρωταγωνιστή τον Jean-Paul Belmondο και την Emmanuelle Riva στους ρόλους ενός καθολικού ιερέα και μιας γυναίκας που τον θαυμάζει. Η ταινία υμνήθηκε από την κριτική και καθιέρωσε τον Melville ως αξιοσέβαστο σκηνοθέτη. Αμέσως μετά, γύρισε το  «Le Doulos» (1962), μια  κλασική πλέον γαλλική ταινία που έδωσε στον Belmondo έναν από τους πιο εμβληματικούς ρόλους του.

Το , «Le Samourai»,αποτελεί το chef d’ oevre του Melville , και αντιπροσωπεύει τo πολύτιμο απόσταγμα της τεχνικής του ,με εμμονή στην οπτική λεπτομέρεια, και την πεμπτουσία της φιλοσοφίας του ,με την τιμή στην ύψιστη θέση. Με τον πιο γοητευτικό και  χαρισματικό Γάλλο να ερμηνεύει τον πρωταγωνιστικό ρόλο με απίστευτη άνεση και φυσικότητα, η ταινία ήταν δημοφιλής από την πρώτη της κυκλοφορία και παραμένει ένα από τα ορόσημα του γαλλικού κινηματογράφου.

Το επόμενο μεγάλο επίτευγμα του, «L’Armée des ombres» (1969), βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στις πολεμικές εμπειρίες του σκηνοθέτη στη Γαλλική Αντίσταση. Είναι ένα ρωμαλέο δράμα με ισχυρές ερμηνείες από ένα αξιοσημείωτο καστ που περιλαμβάνει και τον υπέροχο Lino Ventura.

Το 1970, ο σκηνοθέτης έκανε αυτό που κάποιοι θεωρούν ως το απόλυτο γαλλικό θρίλερ εγκληματικότητας, το «Le Cercle rouge», μια κλασική ταινία που συγκέντρωσε τρεις θρύλους του γαλλικού κινηματογράφου :Alain Delon, Yves Montand και Bourvil.

Η τελευταία ταινία του , «Le Flic» (1971), δεν είχε μεγάλη εμπορική επιτυχία. Είναι ακόμη μια στιλάτη ταινία με τον Alain Delon ως  επινοητικό μπάτσο και όχι ως παγερό δολοφόνο. Παρά τις αδυναμίες της παραγωγής και τον ληθαργικό ρυθμό της πλοκής που υποκύπτει σε σεναριακά κλισέ, είναι μια από τις πιο καθηλωτικές ταινίες του σκηνοθέτη, με λανθάνοντα λυρισμό και μερικές πολύ εντυπωσιακές σκηνές.

Σε μια καριέρα  25 ετών, ο Melville ολοκλήρωσε μόνο δεκατρείς ταινίες μεγάλου μήκους, αλλά οι περισσότερες από αυτές θεωρούνται πλέον κλασικές. Είναι κοινά παραδεκτό ότι κανείς δεν έκανε γκαγκστερικές ταινίες  καλύτερα από τον Melville και το έργο του συνεχίζει να γοητεύει και να εμπνέει τους λάτρεις του noir σε κάθε γωνιά του κόσμου. Θα λέγαμε ότι ακόμη και οι έγχρωμες ταινίες του είναι «κατάμαυρες».

Το έργο του Melville είχε σημαντική επιρροή και στους δημιουργούς της «Noubelle Vague».  Ο Jean-Luc Godard αναγνωρίζοντας ανοιχτά το χρέος του προς αυτόν, του έδωσε έναν ρόλο cameo στο πρώτο του έργο, “À bout de souffle” (1960). Υποδύεται ένα συγγραφέα ,στον οποίο όταν τίθεται η ερώτηση: «ποια είναι η μεγαλύτερη φιλοδοξία σας; » ,απαντά με το εκπληκτικό: «Να γίνω αθάνατος κι ύστερα να πεθάνω!»